Κυριακή, 1 Ιανουαρίου 2017

Φ. Παναγιωτόπουλου, Τα αίτια της κρίσης και της κατάρρευσης των Γεωργικών Συνεταιρισμών



1. Η κατάσταση μέχρι και την ένταξη της χώρας στην Ευρωπαϊκή Ένωση (Ε.Ε.), τότε Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ.)
Οι ΓΣ, μετά το 2ο Παγκόσμιο Πόλεμο και μέχρι την ένταξη της χώρας στην τότε ΕΟΚ, συνέχιζαν και διεύρυναν τις δραστηριότητες τους, χωρίς ιδιαίτερα προβλήματα και χωρίς αμφισβήτηση του ρόλου τους στην ανάπτυξη της αγροτικής οικονομίας. Οι προμηθευτικοί ΓΣ συνέχιζαν να προμηθεύουν τα μέλη τους με εφόδια, οι ΓΣ με μεταποιητικές δραστηριότητες (τυροκομεία, ελαιουργεία, συσκευαστήρια) εκσυγχρονίζονταν και επεκτείνονταν και οι συνεταιριστικές βιομηχανίες διεύρυναν το μερίδιο τους στην αγορά.
Ειδική κατηγορία συνεταιριστικής δραστηριότητας αποτελούσε η μεσολάβηση, έναντι προμήθειας, των ΓΣ για την εφαρμογή της κρατικής παρέμβασης στην αγορά βασικών γεωργικών προϊόντων (σιτηρά, σταφίδα, καπνά, ελαιόλαδο, ζωοτροφές), με χρηματοδότηση από τον Λογαριασμό Καταναλωτικών Αγαθών, από τον οποίο καλύπτονταν και τα τυχόν ανοίγματα. Η δραστηριότητα αυτή εξασφάλιζε σταθερό εισόδημα στους μεσολαβούντες ΓΣ .
2. Η πρώτη δεκαετία από την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε.
α) Το παρεμβατικό έργο
Η κοινή αγροτική πολιτική της ΕΕ δεν επέτρεπε την κρατική παρέμβαση στην αγορά αγροτικών προϊόντων. Η δραστηριότητα αυτή ανατέθηκε από το Κράτος σε δευτεροβάθμιες και κυρίως σε τριτοβάθμιες Συνεταιριστικές Οργανώσεις (Σ.Ο.), όπως η ΚΥΔΕΠ για τα δημητριακά και η Ελαιουργική για το ελαιόλαδο και τις βρώσιμες ελιές. Η παρέμβαση, ιδιαίτερα στην αγορά των δημητριακών, έλαβε μεγάλες διαστάσεις λόγω και της περιορισμένης συμμετοχής των ιδιωτικών φορέων. Η χρηματοδότηση εξασφαλιζόταν από την Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος (ΑΤΕ), οι δε τυχόν ζημίες επιβάρυναν τις ίδιες τις ΣΟ.
β) Η ανάθεση από την Πολιτεία στις ΣΟ παρεμβάσεων στην αγορά γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων.
i) Η Κυβέρνηση που προέκυψε από τις εκλογές του 1981 αύξησε τις τιμές παραγωγού, ενώ διατήρησε σταθερές τις τιμές στην εσωτερική κατανάλωση. Οι τιμές των εξαγόμενων προϊόντων δεν μπορούσαν να αυξηθούν λόγω του διεθνούς ανταγωνισμού. Η απάντηση των ιδιωτικών βιομηχανιών ήταν ο περιορισμός της συμμετοχής τους στην απορρόφηση των γεωργοκτηνοτροφικών προϊόντων, τις δε πλεονάζουσες ποσότητες εκλήθησαν να απορροφήσουν οι συνεταιριστικές βιομηχανίες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του παστεριωμένου γάλακτος, όπου οι ιδιωτικές βιομηχανίες περιόρισαν την παραγωγή ή την διέκοψαν (ΕΒΓΑ) και ενίσχυσαν την παραγωγή προϊόντων με περιθώρια κέρδους (παγωτά, γιαούρτι). Οι συνεταιριστικές βιομηχανίες εκλήθησαν να καλύψουν το κενό, με συνέπεια πρόσθετες ζημιές και περαιτέρω αύξηση των ληξιπρόθεσμων χρεών τους προς την τράπεζα. Οι ζημιές αυτές θεωρήθηκαν ως οφειλόμενες στην πολιτική των ΣΟ και επρόκειτο να ρυθμιστούν για τη διευκόλυνση της εξόφλησής τους.
ii) Η ανάθεση στην ΚΥΔΕΠ να εφαρμόσει την προγραμματική συμφωνία του 1982 μεταξύ του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και αλευροβιομηχανιών για εξαγωγές αλεύρων σε χώρες τις Μέσης Ανατολής που επλήττοντο από τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ. Για το σκοπό αυτό η ΚΥΔΕΠ χρηματοδοτήθηκε από την ΑΤΕ, η δε χρηματοδότηση επιβαρύνθηκε με τόκους σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, λόγω καθυστέρησης στην εξόφλησή της από το Κράτος.
iii) Το 1986, μετά από το πυρηνικό ατύχημα του Τσερνομπίλ, ανατέθηκε από το Κράτος στην ΚΥΔΕΠ η συγκέντρωση των ραδιενεργών σιτηρών με χρηματοδότηση της ΑΤΕ, για να προληφθεί η διαρροή τους στην κατανάλωση. Η εξόφληση της χρηματοδότησης θα γινόταν από τον κρατικό προϋπολογισμό, πιθανόν και από κοινοτικούς πόρους, μετά από απόφαση για την κατάληξη των ραδιενεργών σιτηρών. Η εκκρεμότητα διήρκεσε πέντε έτη.
γ) Η πολιτική των ΣΟ
Η Διοίκηση και οι Υπηρεσίες ορισμένων μεγάλων ΣΟ δεν διέθεταν τα στελέχη που απαιτούσαν η ποικιλία των δραστηριοτήτων τους και ο μεγάλος κύκλος των εργασιών τους. Ειδικότερα οι Διοικήσεις είχαν, σε ορισμένες περιπτώσεις, μέλη με ενεργό κομματική ταυτότητα που συνέδεαν τις επιχειρηματικές αποφάσεις με κομματικές πολιτικές, όπως: i) η χορήγηση τιμών στους παραγωγούς που δε δικαιολογούνταν από τις συνθήκες της αγοράς, ii) η αύξηση των λειτουργικών δαπανών (υπεράριθμο προσωπικό, αυξημένες αποδοχές) πέραν από τα όρια που δικαιολογούσαν τα οικονομικά αποτελέσματα και iii) η άρνηση να επιβάλουν ετήσια εισφορά επί του κύκλου εργασιών τους για να καλύψουν, έστω μερικώς, τις ζημιές που προέκυπταν και να σχηματίσουν ίδια κεφάλαια που θα μείωναν την εξάρτησή τους από την τραπεζική χρηματοδότηση.
Οι αποφάσεις αυτές ικανοποιούσαν τους αγρότες και συνήθως πιστώνονταν στην πολιτική της εκάστοτε Κυβέρνησης. Ωστόσο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πολιτική των ΣΟ είχε επηρεαστεί και από το γενικότερο κλίμα ευφορίας και χαλάρωσης που επικρατούσε στην εισοδηματική πολιτική στο Δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Μόνο στα δύο πρώτα χρόνια του δευτέρου μισού της δεκαετίας εφαρμόστηκε περιοριστική πολιτική, που όμως διακόπηκε λόγω των επικείμενων βουλευτικών εκλογών.
δ)Επιτόκια και καθυστέρηση
Σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας, τα τραπεζικά επιτόκια κυμάνθηκαν σε διψήφια νούμερα και κορυφώθηκαν, στο τέλος της και στα πρώτα χρόνια της επόμενης, στο 25% για ενήμερα επιχειρηματικά δάνεια. Ο συνδυασμός των υψηλών επιτοκίων με τη μεγάλη καθυστέρηση στην κάλυψη, από την Πολιτεία, των χρεών που οφείλονταν σε εφαρμογή της κυβερνητικής πολιτικής, συνέβαλε στη διόγκωση των ληξιπροθέσμων δανείων προς την ΑΤΕ. Η πρώτη απόφαση ελήφθη στις 29.03.1989 από το τότε Κυβερνητικό Συμβούλιο (ΚΥΣΥΜ). Με βάση την απόφαση αυτή τα χρέη που προήλθαν από την εφαρμογή κυβερνητικής πολιτικής (39 δις δραχμές ή 115 εκατ. ευρώ) θα εξοφλούνταν από το Κράτος εντός δέκα ετών εντόκως, με επιτόκιο συνδεόμενο με το επιτόκιο των δεκαετών ομολόγων του Δημοσίου. Τα χρέη που οφείλονταν στην πολιτική των ΣΟ (45 δις δραχμές ή 132 εκατ. ευρώ) θα εξοφλούνταν από τις ίδιες τις ΣΟ εντός δεκαπέντε ετών με επιτόκιο 16% και με πενταετή περίοδο χάριτος, στη διάρκεια τις οποίας οι τόκοι θα εξοφλούνταν ανά 1/3 από το Υπουργείο Γεωργίας, την ΑΤΕ και τις ΣΟ. Η ρύθμιση των 45 δις δραχμών θα εφαρμοζόταν μόνο σε βιώσιμες μονάδες. Η απόφαση δεν εφαρμόστηκε από τις Κυβερνήσεις που προέκυψαν από τις εκλογές του 1989 και του 1990.
3. Η δεύτερη δεκαετία του 1990
Μετά την απόρριψη της απόφασης του Μαρτίου του 1989, ακολούθησε νέα με το Ν.608/1992, με λογιστικό χρεών 31/12/1990. Οι όροι της απόφασης ήταν από την αρχή φανερό ότι δεν οδηγούσαν στην εξυγίανση αλλά στη χρεοκοπία των ΣΟ. Οι βασικοί όροι συνοψίζονται στα ακόλουθα:
  • Στο συνολικό ποσό περιελήφθησαν και τα ποσά των επιδοτήσεων των λιπασμάτων και των ζωοτροφών που εξοφλούνταν εντόκως μέσω του κρατικού προϋπολογισμού.
  • Το συνολικό ποσό (265 δις δρχ. ή 791 εκατ. ευρώ), θα εξοφλείτο από το Δημόσιο ατόκως. Η διαφορά στα ποσά της πρώτης και της δεύτερης απόφασης προήλθε κυρίως από την προσθήκη των τόκων της τριετίας 1988-90, που διπλασίασε περίπου το ποσό της πρώτης και από τη μεταφορά των επιδοτήσεων των λιπασμάτων και των ζωοτροφών από τον κρατικό προϋπολογισμό στα χρέη των ΣΟ.
  • Οι τόκοι, με επιτόκιο ενήμερων επιχειρηματικών δανείων 25%, ανέρχονταν σε 66 δις δρχ. ή 195 εκατ. ευρώ περίπου ετησίως και θα εξοφλούνταν από τις ΣΟ. Το ανωτέρω ποσό τόκων ήταν αδύνατον να εξευρεθεί από τις ΣΟ πολλές από τις οποίες δεν χρηματοδοτούνταν και υπολειτουργούσαν ή είχαν διακόψει τη λειτουργία τους. Σημειώνεται ότι η εξόφληση των κεφαλαίων από το Κράτος καθυστερούσε. Τον Οκτώβριο του 1993 είχαν εξοφληθεί 37 δις δρχ. από τα συνολικά 265, με συνέπεια οι τόκοι κάθε νέου έτους να προστίθενται στο ποσό που είχε συσσωρευτεί από τα προηγούμενα έτη.
Στην συνέχεια η ΑΤΕ προχώρησε σε πλειστηριασμούς των συνεταιριστικών εγκαταστάσεων, οι οποίες περιήλθαν σε ιδιωτικούς φορείς έναντι μικρού ποσού σε σχέση με το ύψος των χρεών που βάρυνε τις ΣΟ. Πολλές από τις εγκαταστάσεις αυτές θα είχαν παραμείνει στις ΣΟ εάν εφαρμοζόταν η πολιτική ''της πρώτης προτεραιότητας'' στις ΣΟ που εφαρμόζεται σήμερα σε χώρες τις ΕΕ και μελετάται η εφαρμογή της και στη χώρα μας. Ένα ποσό ανάλογο εκείνου που απέδωσαν οι πλειστηριασμοί θα μπορούσαν να εξοφλήσουν οι ΣΟ σε εύλογο χρόνο.
Έτσι ένας θεσμός, οι Γεωργικοί Συνεταιρισμοί, που θεσπίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα με το Ν.602/1914, οδηγήθηκε ουσιαστικά στο τέλος του με το Ν.608/1992, αφού στερήθηκε των πιο δυναμικών μονάδων του, που διέθεταν πολλαπλές δραστηριότητες σε περιφερειακό και εθνικό επίπεδο και μεγάλο κύκλο εργασιών. Και μάλιστα σε μία περίοδο που μια νέα άνοιξη στον πρωτογενή τομέα προβάλλει, στηριγμένη σε δυναμικές αλλά μικρές μονάδες, οι οποίες έχουν ανάγκη τις συνεταιριστικές υπηρεσίες, για να αυξήσουν τη διαπραγματευτική τους ισχύ και να εξασφαλίσουν οικονομίες κλίμακας στις προμήθειες αγροτικών εφοδίων και στην εμπορία της παραγωγής τους.


ΝΟΕΜΒΡΙΟΣ 2016
Φώτης Παναγιωτόπουλος
Πρώην υποδιοικητής της πρώην ΑΤΕ