Πέμπτη, 30 Μαΐου 2019

Εξώφυλλο - Περιεχόμενα

ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΩΝ (ΙΣΕΜ)      

ISSN 2407-9626

ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ
-
 SOCIAL ECONOMY

Τεύχος 17 – Μαιος 2019





3. Επιστημονικές Εργασίες


Β.Αυγέρης Α., Σεργάκη Π., Κοντογεώργος Α. "Η ύπαρξη της αμοιβαιότητας μεταξύ των φοιτητών: Μια εμπειρική διερεύνηση από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης"

4. Αξίολογα Κείμενα 






5. Νομοθεσία


6. Συμπεράσματα Επιστημονικών Συνεδρίων



7. Σχόλια 






8. Βιβλία 
Για λήψη του τεύχους 17 σε εκτυπώσιμη μορφή, πατήστε εδώ

*Περιμένουμε άρθρα, βιβλία, και εκδόσεις σας για το επόμενο τεύχος

Σημείωμα της Έκδοσης

Aγαπητοί αναγνώστες και φίλοι του περιοδικού,
Είμαστε στην ευχάριστη θέση να σας δώσουμε ένα ακόμα τεύχος «Κοινωνικής Οικονομίας» (το 17ο κατά σειρά). Σε μία εποχή όπου οι σταθερές αξίες καταρρακώνονται καθημερινά, εμείς παραμένουμε πιστοί στη διάδοση των αξιών του συνεργατισμού για ανάπτυξη και πρόοδο. Γι’ αυτό, και σε αυτό το τεύχος μας θα έχετε την ευκαιρία να προσεγγίσετε τόσο επιστημονικές μας εργασίες (για κοινωνική οικονομία και συνεργατική νομοθεσία) , όσο και αξιόλογα κείμενα που ενδιαφέρουν όλους όσους ασχολούνται με την κοινωνική οικονομία. Επίσης έχουμε τώρα την ευκαιρία, να δώσουμε τα βασικά συμπεράσματα δύο Συνεδρίων, που έγιναν πρόσφατα στην Αθήνα και αφορούν, το συνεργατικό δίκαιο και τη “διάσωση” της ελληνικής αγροτικής εκμετάλλευσης.
Γνωρίζετε από τα δύο προηγούμενα τεύχη μας , την καθιέρωση των σχολίων μας για θέματα που μας αφορούν. Συνεχίζουμε τα σχόλια αυτά και στον παρόν τεύχος και είμαστε ανοιχτοί για να δεχτούμε και τους δικούς σας ενδιαφέροντες σχολιασμούς σε επόμενα τεύχη μας. Και ακόμα, η καθιερωμένη σελίδα μας με τα βιβλία (παλιά και νέα) κάνει την εμφάνισή της και σε αυτό το τεύχος μας, με μία επέκταση και σε βιβλία που δεν αφορούν την κοινωνική οικονομία, αφορούν όμως στελέχη του χώρου της κοινωνικής οικονομίας. Η αρχή γίνεται από το παρόν τεύχος με δύο βιβλία της Ομότιμης Καθηγήτριας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών κας Ισαβέλας Γιδαράκου και δύο λογοτεχνικά πονήματα του Προέδρου του ΙΣΕΜ και Ομότιμου Καθηγητή του Χαροκοπείου Πανεπιστημίου κ. Κωνσταντίνου Δ. Αποστολόπουλου.
Πριν κλείσουμε το σημείωμα αυτό, θα θέλαμε να σας ενημερώσουμε ότι από το επόμενο Τεύχος του Περιοδικού μας, θα δημοσιεύουμε και κείμενα στη διεθνή – αγγλική γλώσσα , για πολλούς και φυσικά ευνόητους λόγους, όπως είναι η προσέγγιση στα θέματα κοινωνικής οικονομίας της χώρας μας (αλλά και της Ευρώπης γενικότερα) ξένων συνεργατών μας. Και ακόμα, η προσέγγιση αυτή μπορεί να γίνεται και με συναδέλφους – Έλληνες της αλλοδαπής , οι οποίοι επιθυμούν τη δημοσίευση των κειμένων τους στην αγγλική γλώσσα.  Στην εποχή που ζούμε, της ψηφιακής τεχνολογίας και των κοινωνιών της πληροφορίας, πιστεύουμε ότι είναι πια η ώρα για το άνοιγμα του Περιοδικού μας, πέρα από τα ελληνικά σύνορα, στην Ευρώπη και στον κόσμο.

Ο Συντονιστής                                                                                                                  
Ομότιμος Καθηγητής Κωνσταντίνος Δ. Αποστολόπουλος

Ο Αρχισυντάκτης
Δρ. Ιωάννης Βήκας  

Τετάρτη, 29 Μαΐου 2019

Συμβούλιο Έκδοσης

ΤΡΙΜΗΝΙΑΙΟ ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ
ΤΟΥ ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟΥ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΩΝ (Ι.Σ.Ε.Μ.)
Ιστοσελίδα περιοδικού: Το περιοδικό αναρτάται στην ακόλουθη διεύθυνση:


Συμβούλιο Έκδοσης ( κριτές επιστημονικών εργασιών):


Αλεξόπουλος Γεώργιος
Δρ Γεωργοοικονομολόγος, ΕΕΔΙΠ Γεωπονικό Πανεπιστήμιο
Ανεσιάδης Αντώνιος
Πρώην Γενικός Διευθυντής Ένωσης Αγρ. Συν. Ν. Σερρών
Αποστολόπουλος Κωνσταντίνος,
Ομ. Καθηγητής Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Bήκας Ιωάννης
Διδάκτωρ Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Δημάκης Ιωάννης
Γενικός Διευθυντής Ένωσης Αγροτών Αργολίδας «ΡΕΑ»
Δοδόπουλος Σοφοκλής
Πρώην Εντεταλμένος Σύμβουλος της ΣΕΚΑΠ
Καμενίδης Χρίστος
Ομ. Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης
Καραμέτου Παναγιώτα
Διδάκτωρ Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Καρυπίδης Φίλιππος
Καθηγητής ΤΕΙ Θεσσαλονίκης
Κλήμη-Καμινάρη Ολυμπία
Αν. Καθηγήτρια Παντείου Πανεπιστημίου
Κοντογεώργος Αχιλλέας
Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών
Κουτσού Σταυριανή
Αν. Καθηγήτρια ΑΤΕΙ Θεσσαλονίκης
Μητροπούλου Ανδριανή-Άννα
Δικηγόρος, π. Νομικός Σύμβουλος ΠΑΣΕΓΕΣ
Παναγιωτόπουλος Φώτιος
Πρώην Υποδιοικητής ΑΤΕ
Σδράλη Δέσποινα
Επ. Καθηγήτρια Χαροκοπείου Πανεπιστημίου
Σελλιανάκης Γεώργιος
Πρώην Γεν. Δ/ντής Ελαιουργικής, π. Γεν. Γραμματέας Υπ. Γεωργίας
Σέμος Αναστάσιος
Καθηγητής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης
Σεργάκη Παναγιώτα
Αν. Καθηγήτρια Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσ/νίκης
Σινίκης Ευστάθιος
Πρώην Διευθυντής Υπουργείου Γεωργίας
Σωφρονάς Αντώνιος
Πρώην Διευθυντής Υπουργείου Γεωργίας
Φεφές Μιχαήλ
Επ. Καθηγητής Πανεπιστημίου Πελοποννήσου



Διεύθυνση επικοινωνίας με το ΙΣΕΜ: isem-institute@gmail.com

Σέμου Β., Σεργάκη Π. , "Η Οικονομική και Κοινωνική διάσταση των Αγροτικών Συνεταιρισμών στην Ελλάδα: Μια θεωρητική Προσέγγιση"


Η Οικονομική και Κοινωνική διάσταση των Αγροτικών Συνεταιρισμών στην Ελλάδα: Μια θεωρητική Προσέγγιση.

ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΣΕΜΟΥ1 και ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΕΡΓΑΚΗ2
1Υποψήφια Διδάκτορας του Τομέα Αγροτικής Οικονομίας του Τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ
2Αναπληρώτρια Καθηγήτρια του Τομέα Αγροτικής Οικονομίας του Τμήματος Γεωπονίας του ΑΠΘ

1. Περίληψη
Η σημασία των συνεταιρισμών σε όλους τους τομείς της οικονομίας, τεκμηριώνεται από την ευρύτατη διάδοση και αποδοχή τους. Για παράδειγμα οι συνεταιρισμοί προσφέρουν απασχόληση σε πάνω από 100 εκατομμύρια ανθρώπους παγκοσμίως. Το 2012 σε μια μελέτη που είχε αναλάβει η Διεθνής Συμμαχία των Συνεταιρισμών (International Labour Office, 2014) βρέθηκαν οι 300 μεγαλύτεροι συνεταιρισμοί του κόσμου σε 25 χώρες από όλη την Ευρώπη, τη Βόρεια Αμερική και την Ασία. Οι συνεταιρισμοί αυτοί είχαν ετήσιο κύκλο εργασιών πάνω από 1,6 δις $. Το ποσό αυτό ισοδυναμεί με την ένατη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου. Επιπλέον, στις περισσότερες Ευρωπαϊκές χώρες οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, διαχειρίζονται το μεγαλύτερο μέρος της γεωργικής παραγωγής και αποτελούν τους φορείς στήριξης και ανάπτυξης των γεωργικών εισοδημάτων.
Κύριος στόχος των αγροτικών συνεταιρισμών στην Ελλάδα είναι η προώθηση των συμφερόντων των μελών τους, δηλαδή η αύξηση για παράδειγμα του εισοδήματος των μελών, η δυνατότητα μείωσης του κόστους παραγωγής, η μείωση δαπανών που αφορούν στο κόστος συναλλαγών καθώς και η καλύτερη ροή πληροφοριών σχετικά με θέματα εμπορίας των αγροτικών προϊόντων τους. Γενικά, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί εξασφαλίζουν την παρουσία στην αγορά των μικρών οικονομικών μονάδων, που θα είχαν αδρανοποιηθεί από την ανταγωνιστική δύναμη των μεγάλων επιχειρήσεων εντάσεως κεφαλαίου.

2. Ο ρόλος των αγροτικών συνεταιρισμών

Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο και στην οικονομική ανάπτυξη μιας περιοχής και στην ευημερία της κοινωνίας γενικότερα επειδή επιτυγχάνουν καλύτερη λειτουργία της αγοράς, αποφεύγονται αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, οι αγρότες απολαμβάνουν δικαιότερες αποδόσεις και μεγαλύτερο μερίδιο στην προστιθέμενη αξία των προϊόντων τους. 
Κατά συνέπεια, οι συνεταιρισμοί, ως οργανώσεις βασισμένες στα μέλη τους, αποτελούν ένα εξαιρετικό παράδειγμα εταιρικής μορφής που μπορεί να εξυπηρετεί ταυτόχρονα, κοινωνικούς, επιχειρηματικούς και περιβαλλοντικούς στόχους με τρόπο αλληλοενισχυτικό. Αναγνωρίζοντας αυτό το χαρακτηριστικό για τη συλλογική επιχειρηματικότητα αυτή συνδυάζει το επιχειρηματικό ρίσκο και τη χρηματική επένδυση με τις κοινωνικές αξίες της συλλογικής δράσης. Είναι ένα γεγονός που λαμβάνει χώρα, όταν η συλλογική δράση αποσκοπεί στη βελτίωση των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών μιας τοπικής κοινωνίας μέσω του μετασχηματισμού των κοινωνικών συνηθειών, αξιών και δικτύων για την παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών από μια επιχείρηση.
Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί είναι σε θέση να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στην προστασία του περιβάλλοντος με την παράλληλη διασφάλιση των εισοδημάτων των παραγωγών. Επιπρόσθετα, η ταυτόχρονη επίτευξη οικονομικής ανάπτυξης, προστασίας του περιβάλλοντος και εξασφάλισης της κοινωνικής ισότητας δημιουργεί νέες ευκαιρίες ανάπτυξης και ενδυνάμωσης των αγροτικών συνεταιρισμών, μετατρέποντάς τους σε φορείς αειφορικής ανάπτυξης της υπαίθρου.
Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα ανέπτυξαν διάφορες δραστηριότητες οι οποίες ανταποκρινόταν στις ιδιαίτερες ανάγκες των μελών τους ενώ παράλληλα κάθε δραστηριότητα αποσκοπούσε και στην αναπτυξιακή διάσταση αυτών. Για το λόγο αυτό καθορίστηκαν διάφορες μορφές πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών ανάλογα με τη δραστηριότητά τους. Η διάκριση σε παραγωγικούς αφορά αγροτικούς συνεταιρισμούς οι οποίοι ασχολήθηκαν με την από κοινού καλλιέργεια και παραγωγή αγροτικών προϊόντων και διάφορους άλλους που είναι συναφείς με την παραγωγική διαδικασία όπως, εγγειοβελτιωτικοί, ασφαλιστικοί, ενοικίασης γης ή και αγοράς χωραφιών, η διάκριση σε προμηθευτικούς αφορά τους συνεταιρισμούς που κύριος σκοπός τους είναι η προμήθεια γεωργικών και κτηνοτροφικών εφοδίων στα μέλη τους, όπως λιπάσματα, φυτοφάρμακα, σπόροι, ζωοτροφές, κτλ, από τις βιομηχανίες, τους εισαγωγείς ή τους χονδρέμπορους που παράγουν, εισάγουν ή διακινούν χονδρικά αυτά τα εφόδια και η διανομή τους στους παραγωγούς σε προσιτές τιμές, σε εμπορικούς που αφορά συνεταιρισμούς που αναλαμβάνουν την πώληση αγροτικών προϊόντων. Η διαδικασία αυτή της πώλησης αποτελεί μια σημαντική οικονομική διαδικασία δηλαδή, απαιτεί τη συγκέντρωση των προϊόντων των παραγωγών-μελών του, την τυποποίηση και τη συσκευασία αυτών, τη διακίνηση και την πώληση. Οι πιστωτικοί αγροτικοί συνεταιρισμοί έχουν κύριο σκοπό την προμήθεια κεφαλαίων στα μέλη τους, είτε απ’ ευθείας, εφ’ όσον υπάρχουν κεφάλαια είτε μέσω τραπεζών (κυρίως της ΑΤΕ) με την προσφορά εγγύησης στα μέλη τους. Όπως είναι φυσικό το είδος και το μέγεθος των οικονομικών δραστηριοτήτων των συνεταιρισμών σχετίζονται άμεσα με το είδος και το μέγεθός τους. 
Όλες οι παραπάνω δραστηριότητες σκόπευαν να συμβάλλουν στην αύξηση και βελτίωση της αγροτικής παραγωγής με μικρότερο κόστος και κατά συνέπεια στην αύξηση του εισοδήματος των παραγωγών (Καμινάρη-Κλήμη 2003, Παπαγεωργίου 2015, Καμενίδης, 2016). 
Μια από τις σημαντικότερες δραστηριότητες των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων (ΑΣΟ) είναι αυτή της μεταποίησης των πρωτογενών αγροτικών προϊόντων. Η μεταποιητική δραστηριότητα των συνεταιρισμών άρχισε με την πρώτη οργάνωση αυτών σε δευτεροβάθμιες, κατασκευάζοντας σύγχρονες γεωργικές βιομηχανίες στους περισσότερους κλάδους σε ολόκληρη σχεδόν τη Χώρα, όπως εργοστάσια μεταποίησης φρούτων και λαχανικών, παστερίωσης γάλακτος, τυροκομεία, ελαιουργεία και οινοποιεία. Οι δραστηριότητες αυτές αναλαμβάνονται κυρίως από τις δευτεροβάθμιες και τις τριτοβάθμιες συνεταιριστικές οργανώσεις και μάλιστα σε ορισμένα προϊόντα πχ. ροδάκινα, βερίκοκα, εσπεριδοειδή, ελαιόλαδο κτλ. διακινούν ένα σημαντικό ποσοστό της όλης εθνικής παραγωγής. Σημαντικό ρόλο παίζουν οι αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις στις εξαγωγές βασικών αγροτικών προϊόντων και συνεπώς στην οικονομική ανάπτυξη της Χώρας (Μαϊστρέλλη, 1999, Καταβούτας και Κορομηλάς, 2002, Σεϊντης, 2018). Σημαντικά παραδείγματα πολύμορφων και σημαντικών δραστηριοτήτων είναι οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις όπως Venus Growers που επεξεργάζεται και μεταποιεί 10.000 τόνους φρέσκων φρούτων, ο Αγροτικός Πτηνοτροφικός Συνεταιρισμός Ιωαννίνων που ασχολείται με την παραγωγή ζωοκομικών προϊόντων πτηνοτροφίας, ο Αγροτικός Συνεταιρισμός Ζαγοράς διακινεί 15.000 τόνους περίπου φρούτων, κυρίως μήλων, με ετήσια αξία πωλήσεων στην εσωτερική και εξωτερική αγορά περίπου 15 εκ. € (Σεϊντης, 2018).
Η είσοδος των αγροτικών συνεταιρισμών στις δραστηριότητες παραγωγής τελικών προϊόντων για την αγορά συνετέλεσε τα μέγιστα στη αξιοποίηση της πρωτογενούς παραγωγής, στη βελτίωση της ποιότητας των παραγόμενων αγροτικών προϊόντων, στην αύξηση της ποσότητας πώλησης των αγροτικών προϊόντων, και στην πώληση αυτών σε καλλίτερες τιμές. Οι υψηλότερες τιμές στα αγροτικά προϊόντα που παράγουν παραγωγοί-μέλη, προκύπτουν από τη σημαντική προστιθέμενη αξία που προστίθεται στο τελικό προϊόν. Το γεγονός αυτό προκαλεί αύξηση των πωλήσεων και των εσόδων των συνεταιριστικών οργανώσεων, του εισοδήματος των παραγωγών, με τη διανομή και των επιστρεφόμενων στα μέλη από τα πλεονάσματα. Παράλληλα, οι δραστηριότητες αυτές των συνεταιρισμών είναι μια πολύ σημαντική πηγή θέσεων εργασίας και επομένως έχουμε αύξηση της απασχόλησης σε τοπικό επίπεδο που είναι θεωρητικά η κυριότερη οικονομική ωφέλεια (Μήτσιου, 2006, Ανδριανέση, Δριβάκου, 2010, Καρυπίδης, 2015). 
Πέρα από τα παραπάνω οι αγροτικοί συνεταιρισμοί με τις οικονομικές δραστηριότητες που πραγματοποιούν στις αγροτικές περιοχές, προσφέρουν όχι μόνο οικονομικές ωφέλειες αλλά και κοινωνικές και πολιτιστικές ωφέλειες τόσο στα μέλη τους όσο και στην κοινωνία. (Μήτσιου, 2006). Σημαντική είναι συνεισφορά των αγροτικών συνεταιρισμών στην απορρόφηση των πρωτογενών αγροτικών προϊόντων από όλους ανεξαρτήτως τους παραγωγούς-μέλη, η ολική και όχι εκλεκτική αγορά των προϊόντων, οι δίκαιες τιμές, η ίση μεταχείριση των μελών, η παραγωγή και προσφορά αγνών και ανόθευτων προϊόντων, η δικαιότερη κατανομή του εθνικού εισοδήματος ανάμεσα στους πολίτες, η οικονομική ενίσχυση αρρώστων και φτωχών οικογενειών και η συνεχής προσφορά και εγγυημένη ποιότητα προϊόντων στους καταναλωτές (Μήτσιου, 2006). Οι παραπάνω δραστηριότητες των αγροτικών συνεταιρισμών σηματοδοτούν το ενδιαφέρον κάθε συνεταιρισμού για την κοινότητα μέσα στην οποία δρουν και αποτελούν επιβεβαίωση της εφαρμογής της 7ης συνεταιριστικής αρχής, ενδιαφέρον για την κοινότητα, δηλαδή την εξυπηρέτηση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών και επιδιώξεων του κοινωνικού συνόλου με τρόπο που να εξασφαλίζεται βιώσιμη ανάπτυξη. Η κατεύθυνση της βιώσιμης ανάπτυξης συνεπάγεται μέριμνα για την προστασία των φυσικών πόρων, ώστε να μη δαπανώνται πόροι προς το συμφέρον μιας γενεάς εις βάρος των επόμενων γενεών. Παράλληλα, οι συνεταιρισμοί προσφέρουν πολιτιστικό έργο προωθώντας την εκπαίδευση σε όλα τα μέλη τους με σεμινάρια, διαλέξεις και επιμορφωτικά προγράμματα, προστατεύουν το περιβάλλον, διατηρούν την καθαριότητα στους τόπους παραμονής τους, ενισχύουν οικονομικά συνέδρια και χορηγούν υποτροφίες σε παιδιά οικογενειών-μελών τους, πάντα μέσα στα πλαίσια των επιδιώξεών τους σύμφωνα με την 5η βασική Συνεταιριστική Αρχή (Μήτσιου, 2006, Παπαγεωργίου 2015.)

3. Οικονομική συνεισφορά
Είναι γνωστό ότι μία από τις προτεραιότητες των αγροτικών συνεταιρισμών είναι η προσφορά τροφίμων με υψηλά ποιοτικά χαρακτηριστικά σε λογικές τιμές. Δεδομένου ότι είναι περισσότερο από όλους τους άλλους πιο κοντά στον αγρότη – παραγωγό, έχουν τη δυνατότητα της εφαρμογής των συστημάτων ιχνηλασιμότητας με επιτυχία και αμεσότητα, διασφαλίζοντας την αλυσίδα την ομαλή λειτουργία της διατροφικής αλυσίδας. Αυτός ο ρόλος των συνεταιρισμών πρέπει να αναγνωρισθεί και να ενισχυθεί.
Στην Ελλάδα, η αξία των αγροτικών συνεταιρισμών έχει ίσως υποτιμηθεί τα τελευταία χρόνια, ωστόσο σε παγκόσμιο επίπεδο δεν υπάρχει ούτε μία χώρα με αναπτυγμένο κλάδο τροφίμων και ποτών, στην οποία να μην δραστηριοποιούνται επιτυχημένοι αγροτικοί συνεταιρισμοί με σημαντικό ρόλο στην παραγωγή και εμπορία τροφίμων και ποτών. Αυτό συμβαίνει, επειδή έχει αναγνωριστεί ο ρόλος τους στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες που υπάρχουν στην αγορά εξαιτίας της έντονης τμηματοποίησης της, των ανταγωνιστικών πιέσεων για προσθήκη επιπλέον αξίας στα προϊόντα και της μείωσης του κόστους, η πρωταρχική συνεισφορά των αγροτικών συνεταιρισμών στην οικονομία, είναι ο ρόλος τους στην εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. 

1. Ένας υγιής και λειτουργικός συνεταιρισμός μπορεί να βοηθήσει τους παραγωγούς να αποκτήσουν πρόσβαση στις αγορές των προϊόντων τους μέσω διαφόρων καναλιών. Ένας μεμονωμένος παραγωγός μπορεί να προσεγγίσει τις διάφορες μορφές της αγοράς για τα προϊόντα του μέσω της συνεργασίας του παραγωγού με τοπικό ηγέτη γνώμης-γεωργό ή μέσω ενός μεσάζοντα. Άλλοι τρόποι είναι είτε απευθείας σύμβαση με κάποια μεταποιητική βιομηχανία είτε μέσω ενός χονδρέμπορου-εξαγωγέα. Όλοι αυτοί οι τρόποι εμφανίζουν ως μειονεκτήματα για τον παραγωγό την ανισομερή κατανομή του ρίσκου και την πιθανή καιροσκοπική συμπεριφορά απέναντι του. Ο άλλος τρόπος δηλαδή η συνεργασία και η ενεργός συμμετοχή σε συλλογικές δράσεις όπως είναι οι συνεταιρισμοί ή οι ομάδες παραγωγών. Ο συνεταιρισμός αποτελεί το όχημα που μεταφέρει με ασφάλεια τον παραγωγό στις αγορές και τον βοηθάει να μεταποιήσει τα προϊόντα του και να τα πουλήσει σε καλύτερες τιμές και για τον ίδιο και για τον καταναλωτή λόγω του ανταγωνισμού που αναπτύσσεται στην αγορά. 
2. Οι ραγδαίες αλλαγές στις σχέσεις που αναπτύσσονται μεταξύ των γειτονικών κρίκων της παραγωγικής αλυσίδας πηγάζουν κυρίως από τις δραματικές ανακατατάξεις στο παγκόσμιο σύστημα παραγωγής και εμπορίας των αγροτικών προϊόντων, την παγκοσμιοποίηση των αγορών, την έντονη βιομηχανοποίηση της γεωργικής παραγωγής, τη μείωση έως και κατάργηση των επιδοτήσεων (και των προγραμμάτων στήριξης του εισοδήματος και των τιμών των γεωργικών προϊόντων) καθώς και από τις συνεχείς τεχνολογικές και δημογραφικές αλλαγές. Στην Ελλάδα, οι διανομείς τροφίμων είναι οι μεγάλοι νικητές της εφοδιαστικής αλυσίδας τροφίμων (οι πέντε μεγαλύτερες εταιρείες λιανικού εμπορίου έχουν μερίδιο που ξεπερνάει το 50% του συνόλου της αγοράς). Στο άλλο άκρο της εφοδιαστικής αλυσίδας, ο πιο αδύναμος κρίκος είναι ο παραγωγός, η θέση του οποίου δυσχεραίνει ακόμα περισσότερο, καθώς εντείνεται η μεγάλη ανισορροπία μεταξύ των μικρών παραγωγών και των μεγάλων λιανέμπορων που συμμετέχουν στην αλυσίδα παραγωγής και εμπορίας τροφίμων. Η ύπαρξη δυνατών συνεταιρισμών εξασφαλίζει καλύτερες προϋποθέσεις συνεργασίας των παραγωγών με τους υπόλοιπους κρίκους της παραγωγικής αλυσίδας.
3. Το κόστος μεταφοράς των προϊόντων των μικρών παραγωγών στην αγορά είναι σημαντικό και αποτελεί συνηθισμένη αιτία αποκλεισμού τους. Ιδίως στις περιπτώσεις εξυπηρέτησης απομακρυσμένων αγορών, η συνεργασία των παραγωγών για την από κοινού μεταφορά των προϊόντων τους μέσω ενός συνεταιρισμού μπορεί να διευκολύνει την είσοδο στην αγορά. Επιπλέον, οι μικροί παραγωγοί μέσω του συνεταιρισμού μπορούν να οργανωθούν και να σχηματίσουν μια ομάδα που να μπορεί να εξυπηρετήσει συγκεκριμένες/ιδιαίτερες προτιμήσεις των καταναλωτών (π.χ. για τοπικά προϊόντα), που δεν βρίσκονται εύκολα μέσω των λιανέμπορων ή που το κόστος μεταφοράς τους σε μικρές ποσότητες είναι απαγορευτικό. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι συνεταιρισμοί με τις υποδομές τους μπορούν να εξασφαλίσουν την παρουσία αυτών των προϊόντων στην αγορά και κατ’ επέκταση των παραγωγών τους.
4. Η σημασία της συνύπαρξης συνεταιρισμών και ιδιωτικών επιχειρήσεων στην αγορά έχει μελετηθεί διεξοδικά από πολλούς οικονομολόγους. Ο Galbraith (1997) εξέτασε τον μηχανισμό των συναλλαγών που γίνεται μεταξύ μεμονωμένων ατόμων ή/και συνεταιρισμών με τρίτους, είτε είναι πωλητές είτε αγοραστές αγαθών και υπηρεσιών. Η προσέγγισή του στηρίζεται στη θεωρία του ανταγωνισμού (τέλειος ανταγωνισμός, μονοπώλιο-μονοψώνιο, διμερές μονοπώλιο). Όταν σε μια συναλλαγή το ένα μέρος συναλλάσσεται ως μονοπώλιο ή μονοψώνιο, τότε κατέχει τη δεσπόζουσα δύναμη και μπορεί να καθορίσει τις τιμές των προϊόντων και τις ποσότητες που θα διακινήσει στην αγορά. Το άλλο μέρος που συναλλάσσεται υπό καθεστώς τέλειου ανταγωνισμού, έχει μηδαμινή διαπραγματευτική δύναμη. Σ’ αυτή την περίπτωση οι παραγωγοί-πωλητές ενός προϊόντος, για να αυξήσουν τη διαπραγματευτική τους δύναμη και να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις μονοψωνιακές πιέσεις που ασκεί ο μοναδικός αγοραστής, δημιουργούν μια συλλογική οργάνωση (π.χ. συνεταιρισμό). Αυτός ο συνεταιρισμός, επειδή αντιπροσωπεύει πολλούς παραγωγούς, έχει αυξημένη διαπραγματευτική δύναμη και διαδραματίζει ρυθμιστικό ρόλο στην αγορά. Συγκεκριμένα, ο συνεταιρισμός έχει τη δύναμη να μετατρέψει την αγορά σε διμερές μονοπώλιο προς όφελος των παραγωγών-μελών του. Κατά συνέπεια, μειώνεται η διαπραγματευτική δύναμη των λιανέμπορων και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις ανάπτυξης βραχειών αλυσίδων προς όφελος τόσο των παραγωγών όσο και των καταναλωτών.
5. Οι παραγωγοί, ως μικροί επιχειρηματίες, σπάνια γνωρίζουν τι συμβαίνει στην αγορά. Δεν έχουν τον χρόνο ή τη δυνατότητα να ακολουθήσουν τις τάσεις της αγοράς και γι’ αυτό συνήθως δεν γνωρίζουν τι ζητούν οι αγοραστές από τους παραγωγούς. Επιπλέον, δεν γνωρίζουν τι αξίζει το προϊόν τους ή δεν γνωρίζουν εάν η αγορά είναι πληροφορημένη για τα χαρακτηριστικά των προϊόντων που μπορούν να διαθέσουν. Δηλαδή, υπάρχει ασυμμετρία πληροφόρησης, ιδίως σε θέματα τιμής και ποιότητας προϊόντος. Μία εφικτή λύση είναι πολλοί μαζί παραγωγοί να προσλάβουν έναν ειδικό ή να δημιουργήσουν μια μικρογραφία της αγοράς, στην οποία να έχουν αυξημένη διαφάνεια (π.χ. δημοπρατήρια). Επειδή, όμως, αυτές οι λύσεις απαιτούν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία, συνήθως αδυνατούν οι παραγωγοί από μόνοι τους να το κάνουν. Αντίθετα, ο συνεταιρισμός έχει τους πόρους και τα εξειδικευμένα άτομα που μπορούν να υλοποιήσουν τέτοιες δράσεις, που είναι ευπρόσδεκτες από τους καταναλωτές και αυξάνουν τον βαθμό ικανοποίησής τους από την αγορά.
6. Ένας από τους λόγους που οι παραγωγοί συμμετέχουν σε συνεταιρισμούς είναι για να μειώσουν τον επιχειρηματικό κίνδυνο που αναλαμβάνουν. Υπάρχουν πολύ σημαντικές διαφορές μεταξύ των παραγωγών, που μπορεί να σχετίζονται με το μέγεθος, τις καλλιεργητικές τακτικές, τις ικανότητες τους κ.λπ. Αυτές οι διαφορές δημιουργούν πολλαπλά επίπεδα ρίσκου για τους μεμονωμένους παραγωγούς. Μέχρι έναν βαθμό, κάθε συλλογική δράση μπορεί να θεωρηθεί ως πηγή «διασποράς κινδύνου». Κατά συνέπεια, οι συνεταιρισμοί συντελούν στο να αποφεύγονται διακυμάνσεις στις τιμές και στις ποσότητες των προϊόντων που διοχετεύονται στην αγορά και να μειώνονται τα φαινόμενα αισχροκέρδειας εις βάρος των καταναλωτών. 
7. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί έχουν σημαντική συνεισφορά και στην τοπική ανάπτυξη. Κυρίως στην απομονωμένες περιοχές συμβάλλουν στη συγκράτηση του πληθυσμού στην ύπαιθρο, στην εξάλειψη κοινωνικών ανισοτήτων και στην οικονομική βοήθεια των κατοίκων, χωρίς να μετακινούν την παραγωγική βάση της περιοχής. Για παράδειγμα, οι γυναικείοι συνεταιρισμοί που δημιουργήθηκαν, για να ενσωματώσουν στην αγορά τον γυναικείο πληθυσμό της υπαίθρου, αποτελούν έναν ενδιαφέροντα τύπο κοινωνικής οικονομίας, που συντελεί στην αξιοποίηση των τοπικών πόρων, στη διατήρηση και προβολή της πολιτισμικής κληρονομιάς μιας περιοχής και στη διατήρηση παραδοσιακών προϊόντων που διαφορετικά θα εξαφανίζονταν μαζί με την παράδοση που τα συνοδεύει από την αγορά .
Για την επιτυχία όλων των παραπάνω είναι σημαντικό η λειτουργία του κάθε αγροτικού συνεταιρισμού να είναι αποδοτική και προς όφελος των παραγωγών μελών του. Αυτό με τη σειρά του προϋποθέτει ισχυρή και ευέλικτη διοίκηση. Κατά τη διαδικασία άσκησης της διοίκησης ενός συνεταιρισμού θα πρέπει μέσω συγκεκριμένων διαδικασιών της οργάνωσης να αξιοποιούνται αποδοτικά και αποτελεσματικά οι περιορισμένοι πόροι του συνεταιρισμού (π.χ. χρηματικό διαθέσιμο, το ανθρώπινο δυναμικό, ο εξοπλισμός, κ.λ.π.) για την επίτευξη των στόχων του συνεταιρισμού, που δεν θα πρέπει να είναι άλλος από τη μεγιστοποίηση των ωφελειών των μελών του. 
Ο σημαντικός αυτός στόχος επιτυγχάνεται με πλήθος ενεργειών που συγκροτούν την «αποτελεσματική οργάνωση των συνεταιρισμών» (Κοντογεώργος και Σεργάκη 2015). 
Εξετάζοντας το παραπάνω σχήμα, επιτυχημένος συνεταιρισμός θεωρείται αυτός που είναι βιώσιμος οικονομικά και επιχειρηματικά και διατηρεί ή βελτιώνει τον συνεργατικό χαρακτήρα του και τα χαρακτηριστικά του. Ένας συνεταιρισμός μπορεί να επιτύχει ως επιχείρηση δεν πρέπει όμως να χάνει τον συνεργατικό του χαρακτήρα σχετικά με τον έλεγχο των μελών, με την εξυπηρέτηση των αναγκών των μελών, καθώς και τη διανομή ή το μοίρασμα καθαρών περιθωρίων. Οι συνεταιριστικές αρχές και οι στόχοι παρουσιάζουν σαφέστατα μια διαφορετική διαχειριστική προσέγγιση στη διοίκηση ενός συνεταιρισμού οι οποίες και μπορεί να είναι οδηγοί για την ομαλή πορεία της φυσιογνωμίας του συνεταιρισμού. 

4. Η συμβολή στην οικονομική ανάπτυξη

Οι συνεταιρισμοί διαφέρουν από τις άλλες μορφές επιχειρηματικών δραστηριοτήτων, επειδή οργανώνονται σύμφωνα με ειδικές θεμελιώδεις αρχές και αξίες. Επιπλέον, οι συνεταιρισμοί βασίζονται στις αξίες της αυτοβοήθειας, αυτονομίας, δημοκρατίας, ισότητας, ισότητας και αλληλεγγύης. Παραδοσιακά οι ιδρυτές των συνεταιρισμών και τα συνεταιριστικά μέλη πιστεύουν στις ηθικές αξίες την ειλικρίνεια, την ανοχή, την κοινωνική υπευθυνότητα και τη φροντίδα για άλλους. Οι συνεταιρισμοί φέρνουν τους ανθρώπους κοντά για να ικανοποιήσουν μια κοινή ανάγκη μέσω της επιχείρησης, μιας δημοκρατικά ελεγχόμενης επιχείρησης. Επίσης εξασκούν και εκπαιδεύουν τα μέλη τους, για να μπορούν να ανταπεξέλθουν στις ατομικές και στις ανάγκες της κοινωνίας. Παράλληλα δημιουργούν σημαντικό αριθμό θέσεων εργασίας (Fairbairn et al., 1995, Majee & Hoyt, 2009).
Μια άλλη οικονομική δραστηριότητα που αναλαμβάνουν οι αγροτικοί Συνεταιρισμοί είναι αυτή της δημιουργίας Αγροτικών Εταιρειών Μάρκετινγκ. Η ίδρυση των συνεταιριστικών εταιρειών μάρκετινγκ ενθαρρύνονται να παρέχουν εγκαταστάσεις μάρκετινγκ σε μικρούς αγρότες. Τα αναμενόμενα πλεονεκτήματα είναι η αύξηση της δύναμης διαπραγμάτευσης των αγροτών, η απομάκρυνση των μεσαζόντων και η άμεση αλληλεπίδραση με τους καταναλωτές. Υπάρχουν επίσης περιθώρια για αξιοποίηση πιστώσεων και φθηνότερων μεταφορών, αποθηκευτικών εγκαταστάσεων, ταξινόμησης και μεταποίησης γεωργικών προϊόντων για την επίτευξη καλύτερων τιμών. Η μορφή αυτή της δραστηριότητας προωθεί τη συνεταιριστική εμπορία των γεωργικών προϊόντων, άλλα και τη συνεταιριστική προμήθεια από τους αγρότες, μέσω του δικτύου συνεργατών της σε επιλεγμένες περιοχές, σε αγρότες και σε άλλες κοινωνικές ομάδες αγροτικά προϊόντα –τρόφιμα άλλων περιοχών μιας χώρας (Majee, and Hoyt, 2011). Τα κύρια πλεονεκτήματα του συνεταιριστικού μάρκετινγκ είναι η αυξημένη διαπραγματευτική δύναμη των αγροτών, η άμεση αντιμετώπιση των καταναλωτών, η διαθεσιμότητα πίστωσης, οι φθηνότερες μεταφορές, η αποθήκευση, οι εγκαταστάσεις ταξινόμησης και επεξεργασίας και η σωστή γνώση της αγοράς (Kumar, et all,2015).
Μια άλλη σημαντική δραστηριότητα μπορεί να αναφέρεται σε συνεταιρισμούς Αγροτικών Υπηρεσιών: Οι συνεταιρισμοί διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στη βοήθεια των αγροτών για την διεκπεραίωση διοικητικών υπηρεσιών. Για παράδειγμα στην εκταμίευση των αγροτικών πιστώσεων οι οποίες στοχεύουν στην αύξηση της γεωργικής παραγωγής μέσω της προσφοράς πιστώσεων στους γεωργούς, στους αγρότες, στην προμήθεια γεωργικών πρώτων υλών, στην αποθήκευση, στην εμπορία και στη μεταποίηση γεωργικών προϊόντων, στην οργάνωση πρώτων υλών για βιομηχανίες και στην παροχή τεχνικής καθοδήγησης. Η δημιουργία συνεταιριστικών τραπεζών παρέχουν μακροπρόθεσμα δάνεια στους καλλιεργητές για την ανάπτυξη γης και επενδύσεις κεφαλαίου.
Οι παραπάνω αναφερθείσες δραστηριότητες αλλά και πλήθος άλλων συμβάλλουν τα μέγιστα στη διαδικασία της ανάπτυξης του αγροτικού τομέα της οικονομίας και της κοινωνικής ευημερίας.


5. Συμπεράσματα


Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διασφάλιση της επισιτιστικής ασφάλειας και της αειφόρου ανάπτυξης σε αγροτικές περιοχές. Παρέχουν πραγματικά οικονομικά οφέλη με την ενίσχυση της σταθερότητας της παραγωγής, επιτρέποντας στην πρόσβαση της αγοράς των προϊόντων και υπηρεσιών και στην απόκτηση ισχυρής θέσης στην τροφική αλυσίδα, συμβάλλοντας στην αύξηση της τοπικής ανάπτυξης και του βιοτικού επιπέδου στις αγροτικές κοινότητες(Wanyama, 2014). Το υπόβαθρο πίσω από τους παρακινητικούς παράγοντες περιλαμβάνει την υπερνίκηση των εμποδίων που συναντούν οι παραγωγοί και οι επιχειρηματικές τους δραστηριότητες και αξιοποιούν νέες ευκαιρίες στην αγορά. Πολλές εμπειρικές έρευνες έχουν αποκαλύψει τους κύριους λόγους και τα οφέλη από την ένταξη σε έναν συνεταιρισμό, δηλαδή: 
-ευκολότερη πρόσβαση στην αγορά και δημιουργία μιας αγοράς με προστιθέμενη αξία, 
-μείωση των κινδύνων πωλήσεων,
-μεγαλύτερη παραγωγή και μεγαλύτερη παραγωγικότητα εισοδήματος. 

Επιπλέον, άλλα οφέλη είναι, το χαμηλότερο κόστος εισαγωγής και εμπορίας, οι υψηλότερες τιμές των προϊόντων, οι μεγαλύτερες δυνατότητες πρόσβασης σε νέες τεχνολογίες, πληροφορίες και τις γνώσεις, καθώς και τη μεγαλύτερη ικανότητα να βοηθούν και να συνεισφέρουν στην ανάπτυξη της τοπικής κοινότητας, η οποία αποτελεί παράδειγμα των συμφερόντων των μελών με τον καλύτερο τρόπο. Επίσης πολλά συμπεράσματα μελετών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι το κύριο κίνητρο των αγροτών είναι τόσο οικονομικό, πολύ περισσότερο από κοινωνικούς λόγους, όπως η επικοινωνία ή το καλύτερο εργασιακό περιβάλλον, τουλάχιστον, κυβερνητική και θεσμική στήριξη. Η πλειοψηφία των αγροτών πρέπει να καταλάβει και να συνειδητοποίηση τα πλεονεκτήματα της ένταξης στον συνεταιρισμό και να αποκτήσουν την ευκαιρία να μειώσουν το κόστος παραγωγής και της πώλησης, να αυξήσουν και να σταθεροποιήσουν την τιμή λιανικής πώλησης, για να γίνουν καλύτεροι στην προώθηση προϊόντων και την κάλυψη τεχνικών γνώσεων και υπηρεσιών (Nedanov, and Zutinic, 2018).


Ενδεικτική βιβλιογραφία
Fairbairn, B. J., Bold, M., Fulton, L., Ketilson, H., & Ish, D. (1995). Co-operatives and community development: Economics in social perspective. Saskatchewan, Canada: Center for the Study of Co-operatives, Diefenbaker Centre, University of Saskatchewan.

Galbraith,J.K.: Η καλή κοινωνία, Αθήνα, 1997
International Labour Office (ILO)(2014) The Role of Cooperatives in Achieving the Sustainable Development Goals- the economic dimension - The Role of Cooperatives in Sustainable Development for All: Contributions, Challenges and Strategies 8 – 10 December 2014 Nairobi, Kenya Jόrgen Schwettmann, PARDEV, ILO
Kumar,V., Wankhede, K. G., Gena, H. C. (2015) Role of Cooperatives in Improving Livelihood of Farmers on Sustainable Basis. American Journal of Educational Research. Vol. 3, No. 10, 2015, pp 1258-1266. http://pubs.sciepub.com/education/3/10/8

Majee, W., & Hoyt, A. (2009). Building community trust through cooperatives: A case study of a worker-owned homecare cooperative. Journal of Community Practice, 17, 444–463.

Majee, W. and Hoyt, A.(2011) Cooperatives and Community Development: A Perspective on the Use of Cooperatives in Development, Journal of Community Practice, 19:48–61, 2011

Nedanov, A., Zutinic, D. (2018) A correspondence analysis of motivational factors for joining agricultural cooperatives in Croatia – New Medit, A Mediterranean Journal of Economics, Agriculture and Environment, 2018 n. 3

Ανδριανέση Γ. Ε., Δριβάκου, Ε. Α. (2010) Διοικητικά και Οικονομικά στοιχεία της ΠΑΣΕΓΕΣ, Πτυχιακή Εργασία, Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας Τμήμα ΑΙ.Κ.Σ.Ε.Ο. ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΣΟΛΟΓΓΙΟΥ.

Καμενίδης, Θ, Χ. (2016) Συνεταιρισμοί, Εκδόσεις Αφοί Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη.

Καμινάρη-Κλήμη Ο. (2003)Σχέσεις Κράτους και Συνεταιρισμών στην Ελλάδα, για την Ανάπτυξη του Αγροτικού Πληθυσμού (Συμβολή στην ιστορική εξέλιξη του θεσμού μέχρι σήμερα) Διδακτορική Διατριβή, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης.

Καρυπίδης, Ι. Φ.(2015) Συνεταιριστική Εμπορία Γεωργικών Προϊόντων και Αναξιοποίητες Δυνατότητες στην Ελλάδα, Κοινωνική Οικονομία Τεύχος 4, Ινστιτούτο Συνεταιριστικών Ερευνών και Μελετών (Ι.Σ.Ε.Μ.)

Καταβούτας, Ν., και Κορομηλάς, Χ., (2002) Ανάπτυξη και Αλλοίωση των Συνεταιρισμών, Διπλωματική Εργασία, ΤΕΙ Μεσολογγίου, Σχολή Διοίκησης και Οικονομίας, Τμήμα Στελεχών Συνεταιριστικών Οργανώσεων και Εκμεταλλεύσεων.

Κοντογεώργος, Α. και Σεργάκη Π. (2015) Αρχές Διοίκησης Αγροτικών Συνεταιρισμών, Εκδόσεις «Ελληνικά Ακαδημαϊκά Ηλεκτρονικά Συγγράμματα και Βοηθήματα (WWW.Kallipos.gr)

Μαϊστρέλλη, Ε., (1999) Ανάλυση των λογιστικών καταστάσεων των αγροτικών επιχειρήσεων, Πτυχιακή Διατριβή, ΤΕΙ Καβάλας ΣΔΟ, Τμήμα Λογιστικής.

Μήτσιου, Κ-Μ., (2006) Το νομικό καθεστώς των αγροτικών συνεταιρισμών στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση ιδίως όσον αφορά τη διοίκηση και τη συμμετοχή των εργαζομένων στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων, Μεταπτυχιακή Εργασία, Πάντειο Πανεπιστήμιο Κοινωνικών & Πολιτικών Επιστημών, Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης.

Παπαγεωργίου Κ. (2015) Βιώσιμη Συνεταιριστική Οικονομία (Θεωρία και πρακτική) Εκδόσεις Σταμούλης Γ’ Έκδοση Αθήνα.

Σεϊντης Λ. Π., (2018) Ικανοποίηση και Εμπιστοσύνη Συνεταιρισμένων Μελών του Αγροτικού Ελαιουργικού Συνεταιρισμού Στυλίδας, Μεταπτυχιακή Εργασία, ΓΠΑ, Τμήμα Αγροτικής Οικονομίας και Ανάπτυξης.

Αυγέρης Α., Σεργάκη Π., Κοντογεώργος Α. "Η ύπαρξη της αμοιβαιότητας μεταξύ των φοιτητών: Μια εμπειρική διερεύνηση από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης"


Η αμοιβαιότητα σε κοινωνικές ομάδες: Μια εμπειρική διερεύνηση σε φοιτητές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

Αντώνιος Αυγέρης
Μεταπτυχιακός Φοιτητής Α.Π.Θ.
Τμήμα Γεωπονίας, Κατεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας
antoavge@agro.auth.gr

Παναγιώτα Σεργάκη
Αναπληρώτρια Καθηγήτρια Α.Π.Θ.
Τμήμα Γεωπονίας, Κατεύθυνση Αγροτικής Οικονομίας
gsergaki@auth.gr

Αχιλλέας Κοντογεώργος
Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών
Τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων Αγροτικών Προϊόντων & Τροφίμων
akontoge@upatras.gr


Περίληψη
Τα Κλασσικά Οικονομικά Μοντέλα αντιμετωπίζουν τον άνθρωπο ως ένα όν που δρα και συμπεριφέρεται απόλυτα ορθολογικά. Δηλαδή, υποθέτουν ότι ο άνθρωπος μεγιστοποιεί την οικονομική του ευημερία αδιαφορώντας ταυτόχρονα για κάθε είδος κοινωνικού χαρακτηριστικού όπως η ισότητα, η δικαιοσύνη και η αμοιβαιότητα. Έτσι λοιπόν, η μακροχρόνια παράδοση της οικονομικής επιστήμης αντιμετωπίζει τους ανθρώπους ως απόλυτα ιδιοτελή υποκείμενα και την οικονομία ως μια  αυτορυθμιζόμενη μηχανή. Ωστόσο, εμπειρικές μελέτες αποδεικνύουν ότι τα συγκεκριμένα μοντέλα δεν αντιπροσωπεύουν μια ρεαλιστική εικόνα της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Κοινωνικά χαρακτηριστικά όπως η δικαιοσύνη και η αμοιβαιότητα επηρεάζουν τις αποφάσεις ενός σημαντικού αριθμού ανθρώπων. Επιπρόσθετα,  υποστηρίζουν ότι αυτές οι έννοιες είναι ιδιαίτερα έντονες σε συλλογικές προσπάθειες και δράσεις. Σκοπός της παρούσας έρευνας είναι η εξέταση, με πειραματικό τρόπο, της ύπαρξης της αμοιβαιότητας ή του ορθολογισμού σε μια κοινωνική ομάδα, τους φοιτητές και τις φοιτήτριες του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.. Τα αποτελέσματα αυτής έδειξαν ότι η συμπεριφορά των φοιτητών επηρεάζεται από το κοινωνικό χαρακτηριστικό της αμοιβαιότητας.

1. Εισαγωγή
Τόσο η Κλασσική Οικονομική Θεωρία (Κ.Ο.Θ.) όσο και η Θεωρία της Αναμενομένης Χρησιμότητας (Θ.Α.Χ.) υποθέτουν ότι τα άτομα υποκινούνται αποκλειστικά από το ατομικό τους συμφέρον και από εγωιστικές προτιμήσεις με σκοπό τη μεγιστοποίηση της οικονομικής τους ευημερίας χωρίς φυσικά να ενδιαφέρονται για την συλλογική ή/και κοινωνική πρόοδο (Fehr and Gächter, 2000; Bicskei, Lankau and Bizer, 2016). Πιο συγκεκριμένα η Κ.Ο.Θ. ορίζει τον τρόπο συμφώνα με τον οποίο τα άτομα παίρνουν αποφάσεις προσπαθώντας να επιτύχουν έναν συγκεκριμένο στόχο και όταν αυτά βρίσκονται σε καταστάσεις κινδύνου και αβεβαιότητας (Bernoulli, 1954). Την ίδια στιγμή η Θ.Α.Χ. ορίζει τα βήματα, τις συνιστώσες δηλαδή σύμφωνα με τις οποίες οι άνθρωποι καλούνται να λάβουν μια απόφαση προκειμένου να μεγιστοποιήσουν την ικανοποίηση και την αναμενόμενη χρησιμότητα τους. Η πορεία δράσης έχει τα ακόλουθα βήματα: 1) εξέταση των δεδομένων ή εναλλακτικών επιλογών και λύσεων, 2) εξέταση των πεποιθήσεων και των προσδοκιών που τα άτομα έχουν από την επίτευξη των στόχων τους και 3) παρουσίαση των αναμενόμενων αποτελεσμάτων (θετικών ή αρνητικών) που προκύπτουν από τις αποφάσεις τους (Hastie and Davies, 2010).
Συνεπώς, τόσο η Κ.Ο.Θ. όσο και η Θ.Α.Χ. θεωρούν τον άνθρωπο ως ένα συγχρονισμένο γρανάζι μιας απόλυτα ορθολογικής μηχανής που δρα και συμπεριφέρεται ορθολογικά (Dufwenberg and Kirchsteiger, 2004). Η προαναφερθείσα υπόθεση αποτελεί το θεμέλιο λίθο πάνω στον οποίο στηρίχθηκαν πολυάριθμα οικονομικά μοντέλα της μακροοικονομικής και μικροοικονομικής θεωρίας, στα οποία δεν περιλαμβάνονται κοινωνικά χαρακτηριστικά (π.χ. αμοιβαιότητα, εμπιστοσύνη, πίστη) (Shen and Takahashi, 2013). Παρά το γεγονός ότι η συγκεκριμένη απλουστευμένη υπόθεση διευκολύνει τις εμπειρικές αναλύσεις, οδηγεί αρκετά συχνά σε μη-ρεαλιστικές προβλέψεις της ανθρώπινης συμπεριφοράς με αποτέλεσμα την εξαγωγή λανθασμένων συμπερασμάτων και παρερμηνειών (Charness, 2004).
Σε αντίθεση με τα παραπάνω, αρκετοί διάσημοι οικονομολόγοι και πειραματιστές, κατόπιν πολυάριθμων επιστημονικών εργασιών και πειραμάτων, υποστηρίζουν πως έννοιες όπως η δικαιοσύνη και η αμοιβαιότητα παρακινούν ένα σημαντικό αριθμό ανθρώπων στις καθημερινές τους αποφάσεις (Samuelson, 1993; Sen, 1995; Fehr and Schmidt, 2006). Απόρροια τούτου αποτελεί η δημιουργία μοντέλων «μη προσδοκώμενης» χρησιμότητας με σκοπό την ανάδειξη μιας διαφορετικής εικόνας της ανθρώπινης συμπεριφοράς, ενός πιο ευέλικτου και ψυχολογικά πιο λογικού υποκειμένου (Panas, 2007).
Έτσι λοιπόν, ενώ στο οικονομικό και ακαδημαϊκό σύμπαν βασίλευε ο "Homo Economicus", δηλαδή ο οικονομικός εκείνος άνθρωπος που ενεργεί αποκλειστικά με γνώμονα τη δική του οικονομική ευημερία έχοντας πάντα τέλεια πληροφόρηση και τέλειες προτιμήσεις, τα τελευταία χρόνια ωστόσο έχει κάνει την εμφάνιση της μια άλλη οικονομική οντότητα αυτή του "Homo Reciprocans", του ατόμου δηλαδή που καθοδηγείται και παρακινείται αποκλειστικά από αμοιβαία κίνητρα (Rabin, 1993; Falk and Fischbacher, 2006). Το ερώτημα που προκύπτει είναι το εξής:

Ποιές από τις δυο οικονομικές οντότητες αντιπροσωπεύει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ανθρώπινη συμπεριφορά στον πραγματικό κόσμο;

Προκειμένου να διερευνηθεί το συγκεκριμένο ερώτημα, δεκάδες θεωρητικές και εμπειρικές έρευνες έχουν διεξαχθεί κατά τις τελευταίες δυο δεκαετίες με σκοπό την προσπάθεια κατανόησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς και σκέψης (βλ. Gintis, 2000; Sobel, 2005; Stanca, Bruni and Corazzini, 2009; Maximiano, 2012; Carpenter, 2017; Avgeris, Kontogeorgos and Sergaki, 2017). Τα γενικά αποτελέσματα αυτών καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η ανθρώπινη συμπεριφορά όχι μόνο δεν πλησιάζει την έννοια της ορθολογικότητας, που αποτελεί το θεμέλιο των οικονομικών θεωριών, αλλά ταυτόχρονα καμία ανθρώπινη πτυχή δεν μένει ανεπηρέαστη από το κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο αλληλεπιδρά υποδεικνύοντας με τον τρόπο αυτό την ύπαρξη της αμοιβαιότητας στις ανθρώπινες αποφάσεις. Για παράδειγμα, οι Fehr και Falk (1997) έδειξαν ότι τα άτομα είναι πιθανότερο να αποδίδουν αμοιβαιότητα όταν αυτά ανήκουν σε μια κλειστή κοινωνική ομάδα με κοινές αξίες, οράματα και στόχους, όπως οι φοιτητές.
Στις συλλογικές δράσεις, όπως για παράδειγμα στους συνεταιρισμούς, τα κοινωνικά χαρακτηριστικά μελετώνται εκτενώς γιατί επηρεάζουν σε σημαντικό βαθμό τη λειτουργία τους.  Για παράδειγμα, ένα από τα σημαντικότερα σύγχρονα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι συνεταιρισμοί και αποτελεί απόρροια της έλλειψης αυτών των κοινωνικών χαρακτηριστικών είναι ο καιροσκοπισμός ή αλλιώς το πρόβλημα του «ελεύθερου καβαλάρη» ή «λαθρεπιβάτη» ("Free-rider" problem, όπως συναντάται στη διεθνή βιβλιογραφία). Το συγκεκριμένο φαινόμενο λαμβάνει χώρα όταν κάποιο άτομο που συμμετέχει στη συλλογική δράση επιλέγει να εκμεταλλευτεί τις κοινές προσπάθειες και τους καρπούς των υπολοίπων μελών χωρίς το ίδιο να συνεισφέρει σε αυτές. Δηλαδή, απολαμβάνει τις επιτυχίες χωρίς να συνεισφέρει στη προσπάθεια (Baumol, 2004).
Σε έναν συνεταιρισμό, το πρόβλημα του «λαθρεπιβάτη ή καιροσκόπου» μπορεί να εντοπιστεί στις σχέσεις μεταξύ των μελών (νέων και παλιών) ή ακόμη και μεταξύ των μελών και της διοίκησης (πρόβλημα εντολέα - εντολοδόχου ή αντιπροσώπευσης) (Κοντογεώργος και Σεργάκη, 2015). Στο πλαίσιο αυτό λοιπόν η αμοιβαιότητα μπορεί να λειτουργήσει αφενός ως ένας άτυπος μηχανισμός ολοκλήρωσης των συμφωνιών αφετέρου να συμβάλλει τα μέγιστα στη μείωση του προβλήματος της αντιπροσώπευσης (Sloof et al., 2003).
Μερικοί από τους λόγους που εξηγούν τη χαμηλή αμοιβαιότητα από την πλευρά των μελών ενός συνεταιρισμού είναι η υψηλή ετερογένεια μεταξύ των μελών, η δυσπιστία τους για την μακροπρόθεσμη πορεία του συνεταιρισμού, η δυσκολία στην επικοινωνία με τη διοίκηση του συνεταιρισμού, η έλλειψη συνεταιριστικής κουλτούρας και η εσωστρέφεια των μελών (Κοντογεώργος και Σεργάκη, 2015).
Από τη σκοπιά της κοινωνικής ψυχολογίας και οικονομίας η αμοιβαιότητα αναφέρεται ως ένας κοινωνικός κανόνας σύμφωνα με τον οποίο οι άνθρωποι επιστρέφουν χάρες, ωφέλειες και ευνοϊκές μεταχειρίσεις (θετική αμοιβαιότητα) καθώς και κυρώσεις, τιμωρίες και αντίποινες πράξεις (αρνητική αμοιβαιότητα) (Cialdini, 2009). Παράλληλα, η αμοιβαιότητα αποτελεί, μαζί με την αρχή της αγοραίας ανταλλαγής και την αρχή της αναδιανομής, μια από τις κυρίαρχες λειτουργικές αρχές του Τρίτου τομέα ενώ ταυτόχρονα είναι η βασική λειτουργία στη μη χρηματική οικονομία, όπου οι πράξεις του δώρου και του αντιδώρου πραγματοποιούνται από τα υποκείμενα (Αδάμ, 2014). Εννοιολογικά λοιπόν η αμοιβαιότητα συγκαταλέγεται στην έννοια της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας και αυτό διότι μέσω αυτής και σε συνδυασμό με πόρους από την αγορά, από τη μια, και την αναδιανομή, από την άλλη, επιχειρείται η δημιουργία οικονομικών σχέσεων (Αδάμ και Παπαθεοδώρου, 2010).

Οι Κοντογεώργος και Σεργάκη (2015, σελ. 108) αναφέρουν σχετικά με τη θεωρία της αμοιβαιότητας ῾... Η οικονομική θεωρία της συμπεριφοράς εξηγεί τις πιο βασικές διαφορές στις συλλογικές δράσεις (όπως οι συνεταιρισμοί) μεταξύ μελών που έχουν συμπεριφορά που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό αμοιβαιότητας και «συμβατικών» μελών χωρίς υψηλή αμοιβαιότητα.


Θεωρία “Συμβατική”
Θεωρία “Αμοιβαιότητας”
Πράκτορας (εκπρόσωπος)
Μεγιστοποίηση κέρδους
Συναισθηματική /ηθική ανταπόδοση
Συλλογική συμπεριφορά
Μοναδικό σημείο ισορροπίας
Πολλαπλά σημεία ισορροπίας
Προώθηση της συνεργασίας
Κίνητρα
Εμπιστοσύνη
Προτιμήσεις
Ομοιογένεια
Ετερογένεια
Πίνακας Σύγκριση των χαρακτηριστικών των δύο θεωριών στους συνεταιρισμούς (Προσαρμογή από Kahan, 2002)
Σύμφωνα με τη συμβατική θεωρία, οι πράκτορες (υψηλόβαθμα στελέχη) συμπεριφέρονται έχοντας ως κύριο στόχο την μεγιστοποίηση του κέρδους και γι’ αυτό συχνά έχουν συμπεριφορά καιροσκόπου και αδιαφορούν για την απόκτηση κοινών αγαθών. Σχετικά με τη συμπεριφορά που έχουν τα μέλη συλλογικών δράσεων, η «συμβατική» θεωρία μεταχειρίζεται τα φαινόμενα καιροσκοπίας με αποκλεισμό των μελών από τον συνεταιρισμό και προβλέπει ένα μοναδικό σημείο ισορροπίας: καθολική άρνηση συνεργασίας. Σχετικά με την προώθηση της συνεργασίας, η συμβατική θεωρία προτείνει τη χρήση κινήτρων (ή ποινών) ως λύση των προβλημάτων που προκύπτουν από τη συμπεριφορά των μελών στις συλλογικές δράσεις. Τέλος, σχετικά με την ποικιλία των προτιμήσεων μεταξύ των μελών, αυτή η θεωρία πρεσβεύει ότι υπάρχει ομοιογένεια.
Σύμφωνα με τη θεωρία της αμοιβαιότητας, τα μέλη έχουν το χαρακτηριστικό της συναισθηματικής/ ηθικής ανταπόδοσης προς εκείνους που φέρονται με πνεύμα συνεργασίας. Ενδιαφέρονται για τη γνώμη των άλλων και είναι πρόθυμοι να συνεισφέρουν το μερίδιο που τους αναλογεί, προκειμένου να διασφαλιστεί το όφελος του συνεταιρισμού. Ωστόσο, εάν αντιληφθούν την ύπαρξη ελεύθερων σκοπευτών (καιροσκόπων), εύκολα αλλάζουν συμπεριφορά για να μην απογοητευτούν (Kahan, 2002).Στη συλλογική συμπεριφορά, τα μέλη επίσης έχουν την τάση να συνεισφέρουν, εάν πιστεύουν ότι και τα υπόλοιπα μέλη κάνουν το ίδιο. Αντίθετα, εάν πιστεύουν ότι τα υπόλοιπα μέλη εμφανίζουν καιροσκοπική συμπεριφορά, τότε και εκείνοι υιοθετούν την ίδια στάση με αποτέλεσμα να ζημιώνεται σημαντικά ο συνεταιρισμός. Σχετικά με την πολιτική που ακολουθείται, η θεωρία της αμοιβαιότητας προτείνει μια εναλλακτική πολιτική που στηρίζεται στην προώθηση της «εμπιστοσύνης». Τέλος, σχετικά με τις προτιμήσεις, η θεωρία της αμοιβαιότητας πρεσβεύει ότι η διάθεση για συνεργασία ποικίλει.
Σύμφωνα, λοιπόν, με τη θεωρία της αμοιβαιότητας, υπάρχει θετική συσχέτιση μεταξύ αμοιβαιότητας και αποδοτικότητας του συνεταιρισμού. Τα μέλη που χαρακτηρίζονται από υψηλή αμοιβαιότητα τείνουν να ενδιαφέρονται περισσότερο για τον συνεταιρισμό και υποστηρίζουν τα επενδυτικά σχέδια της διοίκησης (επειδή έχουν αντιληφθεί την ύπαρξη αμοιβαίου οφέλους). Επιπλέον, επειδή συμμετέχουν ενεργά, ελέγχουν ικανοποιητικά τις δράσεις του συνεταιρισμού, με αποτέλεσμα όχι μόνο την μεγαλύτερη αποδοτικότητα του συνεταιρισμού και το χαμηλότερο κόστος συναλλαγής αλλά επίσης την απουσία ακριβών μέτρων ελέγχου της διοίκησης (Bijman and Verhees, 2011). Επιπλέον, μειώνεται η πολυπλοκότητα στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, το οποίο παραμένει μια πρόκληση για τις επιχειρήσεις που θέλουν να είναι ανταγωνιστικές. Τέλος, τα μέλη που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό αμοιβαιότητας είναι πιο πρόθυμα να χρηματοδοτήσουν τα επενδυτικά σχέδια του συνεταιρισμού (Bijman and Verhees, 2011; Ekeh, 1974).

2. Σκοπός
Στόχος της παρούσας εργασίας είναι να διερευνήσει και να μετρήσει το επίπεδο αμοιβαιότητας (θετικής ή αρνητικής) σε μια κοινωνική ομάδα όπως είναι οι φοιτητές και οι φοιτήτριες του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ). Δηλαδή,  η ταυτοποίηση των συμμετεχόντων με την οικονομική εκείνη οντότητα που περιγράφει καλύτερα την συμπεριφορά τους στις οικονομικές συναλλαγές, του "Homo Economicus" ή του "Homo Reciprocans". Με άλλα λόγια, αν τα άτομα διακατέχονται από αισθήματα αμοιβαιότητας ή καιροσκοπισμού.

3. Δεδομένα και Μεθοδολογία
Η έρευνα πραγματοποιήθηκε στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, στο Τμήμα Γεωπονίας σε 100 προπτυχιακούς φοιτητές με κατεύθυνση την Αγροτική Οικονομία. Η διάρκεια της έρευνας ήταν δυο μήνες (Νοέμβριος - Δεκέμβριος, 2017).
Η πειραματική μέτρηση της αμοιβαιότητας έγκειται στη χρήση μεθοδολογιών και εννοιών πειραματικής οικονομίας. Συγκεκριμένα δυο από τα πιο γνωστά παίγνια της Θεωρίας των Παιγνίων, το Ultimatum Game και το  Dictator Game, συνδυάστηκαν και δημιούργησαν το "Reciprocity Game" (Avgeris, Kontogeorgos and Sergaki, 2018). Οι φοιτητές έπρεπε να εκτελέσουν με το συγκεκριμένο παίγνιο τρία διαφορετικά σενάρια, 10€, 100€ και 1000€ ανά φοιτητή. Τα ποσά αυτά αντιστοιχούσαν σε εικονικές νομισματικές αξίες.
Αναλυτικότερα, το "Reciprocity Game" απαρτίζεται από δυο γύρους. Κατά την εκτέλεση του πρώτου γύρου πραγματοποιείται το Ultimatum Game. Σε αυτό το παίγνιο δυο άτομα αλληλεπιδρούν για να συναποφασίσουν τον τρόπο σύμφωνα με τον οποίο θα διαιρεθεί ένα ποσό που τους δίνεται. Συγκεκριμένα, ο πρώτος παίχτης (P1) λαμβάνει ένα ποσό (C) από τον πειραματιστή και κατόπιν προτείνει ένα τρόπο διαίρεσης (X) του συγκεκριμένου ποσού ανάμεσα στον εαυτό του και τον δεύτερο παίχτη (P2). Ο δεύτερος παίχτης έχει την δυνατότητα να αποδεχτεί ή να απορρίψει τη συγκεκριμένη προσφορά. Αν την απορρίψει τότε κανείς από τους δυο παίχτες δεν παίρνει κάτι από το ποσό (0,0). Αν την αποδεχτεί τότε το ποσό διαιρείται σύμφωνα με την πρόταση του πρώτου (C-X, X).
Το δεύτερο κατά σειρά που εφαρμόζεται κατά την εκτέλεση του δεύτερου γύρου του "Reciprocity Game" είναι το Dictator Game. Εδώ, ο δεύτερος παίχτης (P2) του προηγούμενου γύρου αποτελεί τον πρώτο παίχτη (P1) αυτού του γύρου ο οποίος παίρνει και το προσωνύμιο του «Δικτάτορα». Ο «Δικτάτορας» αφού λάβει ένα αντίστοιχο ποσό αποφασίζει και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο θα διαιρεθεί το συγκεκριμένο ποσό πάλι ανάμεσα στον εαυτό του και τον δεύτερο παίχτη. Ωστόσο σε αυτό το γύρο του παιχνιδιού ο ρόλος του δεύτερου παίχτη (P2) είναι εντελώς παθητικός αφού δεν μπορεί να επηρεάσει με κανέναν τρόπο την έκβαση του παιγνίου.


4. Αποτελέσματα
Αναφορικά με το προφίλ των συμμετεχόντων – φοιτητών, το 50% αυτών ήταν άνδρες ενώ το υπόλοιπο 50% γυναίκες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας η μεταβλητή που αφορά στο φύλο των συμμετεχόντων δεν ασκεί καμία ιδιαίτερη επιρροή στα μετέπειτα αποτελέσματα της πειραματικής διαδικασίας.
Στο σημαντικότερο μέρος της έρευνας, αυτό της πειραματικής διαδικασίας, παρατηρήθηκαν ποικίλες ενέργειες και αντιδράσεις από τους συμμετέχοντες. Συγκεκριμένα, κατά την εφαρμογή του πρώτου μισού του Ultimatum Game (της προσφοράς από την πρώτο παίχτη στον δεύτερο) αξίζει να τονιστούν δυο σημαντικά γεγονότα. Το πρώτο αφορά στο ότι οι φοιτητές σε ένα πολύ μεγάλο ποσοστό και για τα τρία σενάρια προσέφεραν το ήμισυ της διαθέσιμης χρηματοδότησης τους (48% - 24% - 22%) (βλ. σχήμα 2). Μια εξήγηση που μπορεί να δοθεί εδώ είναι ότι με αυτόν τον τρόπο τα άτομα θέλησαν να παρακινήσουν τους «Δικτάτορες» του επόμενου γύρου να φερθούν με αμοιβαιότητα, δηλαδή να αποδεχτούν τις αρχικές προσφορές και να ανταποδώσουν εξίσου. Το δεύτερο αξιοσημείωτο σχετίζεται με τις «άδικες προσφορές». Γενικότερα μια τέτοια προσφορά θεωρείται αυτή που είναι ίσης ή μικρότερης αξίας από το 30% του διαθέσιμου ποσού, και αυτό οφείλεται στο ότι σύμφωνα με πολλούς ερευνητές μια τέτοια προσφορά αντιμετωπίζει ιδιαίτερα μεγάλες πιθανότητες απόρριψης (Oosterbeek, et al., 2004; Burnham, 2007; Knight, 2012). Αυτά τα ποσοστά στη συγκεκριμένη έρευνα αντιστοιχούν σε 24% για το πρώτο, 40% για το δεύτερο και σε 46% για το τρίτο σενάριο.

Κατόπιν, εφαρμόζεται το δεύτερο μισό του Ultimatum Game (της αποδοχής ή της απόρριψης των προσφορών από τους συμμετέχοντες παίχτες). Σε αυτόν τον γύρο του παιχνιδιού παρατηρήθηκαν διάφορες συμπεριφορές από τους «Δικτάτορες» (βλ σχήμα 3). Πιο συγκεκριμένα, οι προηγούμενες προσφορές έγιναν αποδεκτές σε ποσοστό 76% για το σενάριο των 10€, 62% για το σενάριο των 100€ και 58% για το σενάριο των 1000€. Ιδιαίτερη βαρύτητα αξίζει να δοθεί στα ποσοστά των απορριφθέντων προσφορών. Αυτά αντιστοιχούν σε 24%, 38% και 42% αντίστοιχα για τα τρία σενάρια. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι αυτά τα ποσοστά (των απορριφθέντων προσφορών) ταυτίζονται ή σχεδόν ταυτίζονται με τα ποσοστά των άδικων προσφορών (≤ 30% των διαθέσιμων) του προηγούμενου γύρου.
Ταυτόχρονα όμως τα άτομα που απέρριψαν τις προσφορές ήρθαν αντίθετοι με την οικονομική θεωρία που ορίζει ότι τα άτομα προκειμένου να έχουν μια ορθολογική συμπεριφορά και να μεγιστοποιούν την οικονομική τους ευημερία και χρησιμότητα οφείλουν να αποδεχθούν οποιαδήποτε προσφορά τους γίνει, ακόμη και μικρή, διότι το λίγο είναι πάντα καλύτερο από το τίποτα.
    Στη συνέχεια της διαδικασίας οι «Δικτάτορες» κατά την εφαρμογή του Dictator Game αφενός επιβράβευσαν τις καλές προσφορές που έλαβαν ανταποδίδοντας και προσφέροντας αντίστοιχες, αφετέρου τιμώρησαν τις κακές και άδικες προσφέροντας ανάλογες χαμηλές διαιρέσεις του ποσού . Πιο συγκεκριμένα σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά (56%, 40%, 34%) προσέφεραν πίσω τα μισά από τα διαθέσιμα χρήματα σε κάθε ένα από τα τρία σενάρια. Μάλιστα, τα πιο πάνω ποσοστά είναι υψηλότερα από τα αντίστοιχα που έλαβαν στον πρώτο γύρο . Την ίδια στιγμή, ωστόσο, οι «Δικτάτορες» με εξίσου χαμηλές και άδικες προσφορές ανταπέδωσαν τις αντίστοιχες άδικες που είχαν λάβει, τιμωρώντας με αυτόν τον τρόπο τα άτομα που τους τις είχαν προσφέρει . Τόσο η πρώτη όσο και η δεύτερη συμπεριφορική διάθεση των «Δικτατόρων» εμπεριέχουν το στοιχείο της αμοιβαιότητας διότι από τη μια ανταπέδωσαν τις καλές προσφορές που έλαβαν στον πρώτο γύρο (θετική αμοιβαιότητα) και από την άλλη τιμώρησαν με τον τρόπο τους τις κακές και άδικες προσφορές (αρνητική αμοιβαιότητα). Απόρροια των παραπάνω στρατηγικών είναι η μη ορθολογική συμπεριφορά και η αποτυχία μεγιστοποίησης της οικονομικής ευημερίας, αφού τα άτομα, σύμφωνα με την Οικονομική Θεωρία, θα έπρεπε να εκμεταλλευτούν το πλεονέκτημα του ρόλου του «Δικτάτορα» και να κρατήσουν ολόκληρο το ποσό για τον εαυτό τους προσφέροντας 0€.


5. Συμπεράσματα - Προτάσεις
  Τα συμπεράσματα που απορρέουν από τη συγκεκριμένη έρευνα αποδεικνύουν ότι τα άτομα τάσσονται υπέρ της θεωρίας της αμοιβαιότητας. Δηλαδή, και στους δυο γύρους του "Reciprocity Game" οι φοιτητές φέρθηκαν με αμοιβαιότητα (αρνητική ή θετική). Ειδικότερα τώρα, τόσο στο πρώτο όσο και στο δεύτερο γύρο οι φοιτητές προσέφεραν σε ιδιαίτερα υψηλά ποσοστά τα μισά από τα διαθέσιμα χρήματα που είχαν στην κατοχή τους για την εκτέλεση των σεναρίων. Κινήσεις που υποδεικνύουν συμπεριφορά θετικής αμοιβαιότητας από τους συμμετέχοντες. Παράλληλα, κινήσεις αμοιβαιότητας, αλλά αρνητικής αυτήν την φορά, έκαναν τους συμμετέχοντες από τη μια να απορρίψουν άδικες αλλά θετικές προσφορές και από την άλλη να μην εκμεταλλευτούν προς όφελός τους το πλεονέκτημα που προσφέρει ο «Δικτάτορας» για μεγιστοποίηση της χρησιμότητας τους. Όλα τα παραπάνω συνηγορούν με την ύπαρξη αμοιβαιότητας μεταξύ των φοιτητών (θετικής ή αρνητικής) και επομένως ταύτισης τους με τον επονομαζόμενο "Homo Reciprocans". Με βάση αυτά τα αποτελέσματα, μπορούμε να συμπεράνουμε ότι τα μέλη των κοινωνικών ομάδων/ συνεταιρισμών, με τη βοήθεια της συνεταιριστικής εκπαίδευσης, μπορούν να βελτιώσουν το κοινωνικό κεφάλαιο της κοινωνικής ομάδας/συνεταιρισμού που συμμετέχουν και να αυξήσουν με αυτό τον τρόπο τις πιθανότητες αποδοτικότερης λειτουργίας της/του.
Η εφαρμογή του συγκεκριμένου παιγνίου για την εξακρίβωση της ύπαρξης της αμοιβαιότητας μπορεί να υιοθετηθεί από ποικίλες μελλοντικές έρευνες. Αρχικά, ο εμπλουτισμός του δείγματος με φοιτητές από περισσότερα τμήματα ή πανεπιστήμια θα επιβεβαίωνε ή θα αντέκρουε το συμπέρασμα αυτής της έρευνας. Παράλληλα, η εκτέλεση του σε συλλογικές δράσεις π.χ. αγροτικός συνεταιρισμός, κοινωνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις κλπ θα εφοδίαζε την βιβλιογραφία με σημαντικά ευρήματα όσον αφορά στο φαινόμενο του καιροσκοπισμού που απασχολεί αυτούς τους θεσμούς. Τέλος, η παροχή μιας πραγματικής χρηματοδότησης σίγουρα θα εξασφάλιζε εγκυρότερα αποτελέσματα και, ίσως, διαφορετικές αντιδράσεις από τους συμμετέχοντες μιας και θα έρχονταν αντιμέτωποι με πραγματικά ποσά.

Βιβλιογραφία
Αδάμ, Σ. (2014). «Κοινωνική Οικονομία: Οδηγός Δημιουργίας Κοινωνικών Επιχειρήσεων», Ίδρυμα Χάινριχ Μπελ Ελλάδας διαθέσιμο στο: http://gr.boell.org/el/2014/08/29/odigos-dimioyrgias-koinonikonepiheiriseon
Αδάμ, Σ. και Παπαθεοδώρου, Χ. (2010). «Η εμπλοκή των φορέων της κοινωνικής οικονομίας στην καταπολέμηση του κοινωνικού αποκλεισμού: μια κριτική προσέγγιση», Παρατηρητήριο Φτώχειας, Εισοδημάτων και Κοινωνικών Ανισοτήτων, ΙΝΕ-ΓΣΕΕ.
Κοντογεώργος, Α. και Σεργάκη, Π. (2015). «Αρχές Διοίκησης Αγροτικών Συνεταιρισμών, Προκλήσεις και Προοπτικές». Ελληνικά Ακαδημαϊκά Συγγράμματα και Βοηθήματα, Αθήνα: ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΩΝ ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΩΝ.
Avgeris, A., Kontogeorgos, A. and Sergaki, P. (2018). The “reciprocity” game: a theoretical basis for measuring reciprocity in human socio-economic interactions. International Journal of Social Sciences, VII(1), pp.13-33.
Avgeris, A., Kontogeorgos, A. and Sergaki, P. (2017). Reciprocity in trades: an experimental game approach. International Journal of Sustainable Agricultural Management And Informatics, 3(4), 298-313.
Baumol, W. (2004). Welfare Economics and the Theory of the State. In: C. Rowley and F. Schneider, ed., The Encyclopedia of Public Choice, 1st ed. Boston, MA: Springer, pp.937-940.
Bernoulli, D. (1954). Exposition of a New Theory on the Measurement of Risk. Econometrica, 22(1), p.23.
Bicskei, M., Lankau, M. and Bizer, K. (2016). Negative reciprocity and its relation to anger-like emotions in identity-homogeneous and -heterogeneous groups. Journal of Economic Psychology, 54, pp.17-34.
Bijman, J. and Verhees, F. (2011). Member or customer? Farmer commitment to supply cooperatives. Paper presented at the International Conference on the Economics and Management of Networks (EMNET), 1-3 Dec 2011, Limassol, Cyprus.
Burnham, T. (2007). High-testosterone men reject low ultimatum game offers. Proceedings of the Royal Society B: Biological Sciences, Vol. 274, No. 1623, pp.2327–2330.
Carpenter, J. (2017). The sequencing of gift exchange: a field trial. Journal of Economic Behavior & Organization, Vol. 139, pp.26–31.
Charness, G. (2004). Attribution and Reciprocity in an Experimental Labor Market. Journal of Labor Economics, 22(3), pp.665-688.
Cialdini, R. (2009). Influence. New York: HarperCollins e-books.
Dufwenberg, M. and Kirchsteiger, G. (2004). A theory of sequential reciprocity. Games and Economic Behavior, 47(2), pp.268-298.
Ekeh, P.P. (1974). Social Exchange Theory: The Two Traditions, Heinemann Educational Books, London.
Falk, A. and Fischbacher, U. (2006). A theory of reciprocity. Games and Economic Behavior, 54(2), pp.293-315.
Fehr, E. and Falk, A. (1997). Reciprocity in experimental markets. In: C. Plott and V. Smith, ed., Handbook of Experimental Economics Results. Amsterdam: North Holland Publications Co., pp.325-334.
Fehr, E. and Gächter, S. (2000). Fairness and Retaliation: The Economics of Reciprocity. Journal of Economic Perspectives, 14(3), pp.159-182.
Fehr, E. and Scmidt, K. (2006). The Economics of Fairness, Reciprocity and Altruism - Experimental Evidence and New Theories. In: S. Kolm and M. Mercier Ythier, ed., Handbook of the Economics of Giving, Altruism and Reciprocity. Amsterdam: North Holland Publication Co, pp.615-691.
Gintis, H. (2000). Strong reciprocity and human sociality, Journal of Theoretical Biology,
     Vol. 206, No. 2, pp.169–179.
Hastie, R., and Dawes, R. (2010). Rational choice in an uncertain world. Los Angeles: SAGE.
Kahan, D.M., (2002). The Logic of Reciprocity: Trust, Collective Action, and Law. John M. Olin Center for Studies in Law, Economics, and Public Policy Working Papers, Paper 281.available at: http://digitalcommons.law.yale.edu/lepp_papers/281.
Knight, S. (2012). Fairness or anger in ultimatum game rejections?. Journal of European Psychology Students, 3(1), pp.2–14.
Maximiano, S. (2012). Measuring reciprocity: Do survey and experimental data correlate?. Working Paper. Prurdue University - Department of Economics - Krannert School of Management.
Oosterbeek, H., Sloof, R. and van de Kuilen, G. (2004). Cultural Differences in Ultimatum Game Experiments: Evidence from a Meta-Analysis. Experimental Economics, 7(2), pp.171-188.
Panas, E. (2007). Experimental Economics: An Empirical Analysis. SPOUDAI, 83(2), pp.89-105.
Rabin, M. (1993). Incorporating fairness into game theory and economics. The American Economic Review, 83(5), pp. 1281-1302.
Samuelson, P. (1993). Altruism as a Problem Involving Group versus Individual Selection in Economics and Biology. American Economic Review, 83(2), pp.143-148.
Sen, A. (1995). Moral Codes and Economic Success. In: S. Brittan and A. Hamlin, ed., Market Capitalism and Moral Values, 1st ed. Aldershot: Edward Eldar Publishing, pp.23-34.
Shen, J. and Takahashi, H. (2013). A cash effect in ultimatum game experiments. The Journal of Socio-Economics, 47, pp.94-102.
Sobel, J. (2005). Interdependent Preferences and Reciprocity. Journal of Economic Literature, 43(2), pp.392-436.
Sloof, R., Leuven, E., Oosterbeek, H. and Sonnemans, J. (2003). An Experimental Comparison of Reliance Levels under Alternative Breach Remedies. The RAND Journal of Economics, 34(2), p.205-222.
Stanca, L., Bruni, L. and Corazzini, L. (2009). Testing theories of reciprocity: Do motivations matter?. Journal of Economic Behavior & Organization, 71(2), pp.233-245.



The existence of reciprocity among students: An empirical case form Aristotle University of Thessaloniki

Antonios Avgeris
MSc Student, A.U.Th.
Dpt. of Agricultural Economics
antoavge@agro.auth.gr

Panagiota Sergaki
Ass. Professor, A.U.Th
 Dpt. of Agricultural Economics
gsergaki@auth.gr

Achilleas Kontogeorgos
Asst. Professor, Univ. Patras
Dpt. of Business Administration of Food and Agricultural Enterprises
akontoge@upatras.gr

Classical Economic Models treat man as a person who acts and behaves completely rationally. Therefore, they assume that man maximizes his economic prosperity,  ignoring any kind of social norm such as equality, justice and reciprocity. So, the long-run tradition of economic science treats people as completely self-interested beings and the economy as a totally self-regulating machine. However, several empirical researches indicate that these models do not represent a realistic image of human behavior. Social attributes such as justice and reciprocity motivate a significant portion of people. Moreover, they argue that these social attributes are particularly visible in collective actions. The aim of this research is to empirically investigate, the existence of reciprocity or rationality in social groups like students in universities. The research results indicate that students’ behavior is influenced by reciprocity.

Keywords: Experimental Economics, Reciprocity, "Reciprocity" Game,