Τρίτη, 8 Ιουλίου 2014

Ανασυγκρότηση των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων της Ελλάδας


ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ
Εγκαινιάζοντας το πρώτο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού "Κοινωνική Οικονομία", κρίναμε σκόπιμο να προτάξουμε ένα ενδιαφέρον κείμενο, του οποίου άλλος ήταν ο στόχος και σε αντίθετο αποτέλεσμα κατέληξε. Πρόκειται για τη μελέτη της ΠΑΣΕΓΕΣ, του έτους 2010,που πρότεινε την εθελοντική μετατροπή Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς, ώστε να εκλείψει η ανάγκη ύπαρξης πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών σφραγίδων, η οποία (μελέτη) ενώ είχε εξασφαλίσει την αποδοχή των συνεταιριστικών οργανώσεων, κακοποιήθηκε στη συνέχεια και κατέληξε στο νόμο 4015/2011, με τις αναγκαστικές διατάξεις και την κατάργηση της δυνατότητας δημιουργίας δευτεροβάθμιων συνεταιριστικών οργανώσεων.
Το πρώτο τεύχος συμπληρώνεται με σχόλια επίκαιρων θεμάτων από τον πρώην Υποδιοικητή της πρώην Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος κ. Φ. Παναγιωτόπουλο και από τον Ομότιμο Καθηγητή του Γεωπονικού Πανεπιστημίου κ. Κ. Παπαγεωργίου.
Το πλήρες κείμενο της μελέτης της ΠΑΣΕΓΕΣ είναι το ακόλουθο:




ΑΝΑΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΩΝ ΑΓΡΟΤΙΚΩΝ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Όταν οι συνθήκες αλλάζουν, οι οργανισμοί που επηρεάζονται από αυτές οφείλουν να προσαρμόζονται. Διαφορετικά υποφέρουν ή και εξαφανίζονται.
Για τους συνεταιρισμούς γενικά αλλά και ιδιαίτερα για τους ελληνικούς αγροτικούς συνεταιρισμούς, οι συνθήκες του περιβάλλοντος στο οποίο δραστηριοποιούνται έχουν μεταβληθεί δραματικά. Στις πιο προηγμένες συνεταιριστικά χώρες, οι συνεταιρισμοί έχουν προχωρήσει σε σημαντικές αλλαγές. Στην Ελλάδα, η ανάγκη για αλλαγές έχει γίνει προ πολλού αισθητή αλλά δεν έχει ακόμη σχεδιαστεί το είδος και η έκτασή τους. Φαίνεται, όμως, ότι αναγνωρίζεται πλέον από όλους πως οι συνεταιρισμοί είναι επιχειρήσεις, οι οποίες λειτουργούν σε ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον, οπότε είναι υποχρεωμένοι να είναι ανταγωνιστικοί για να είναι χρήσιμοι.
Ο παγκόσμια αποδεκτός ορισμός του συνεταιρισμού αναφέρει ότι: «Συνεταιρισμός είναι μια αυτόνομη ένωση προσώπων που συγκροτείται εθελοντικά για την αντιμετώπιση των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών και επιδιώξεών τους διά μέσου μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης»1
Η παγκόσμια εμπειρία έχει δείξει ότι η μεταχείριση του συνεταιρισμού ως επιχείρησης η οποία λειτουργεί ανταγωνιστικά προς τις συμβατικές επιχειρήσεις, τις οποίες μπορεί και να εκτοπίζει, έχει οδηγήσει σε σημαντικά επιτεύγματα. Αντίθετα, όπου οι συνεταιρισμοί αντιμετωπίστηκαν ως προέκταση του Κράτους ή ως φορείς εξυπηρέτησης πολιτικών σκοπιμοτήτων ή ως μέσα χειραγώγησης των πολυάριθμων μελών τους, το αποτέλεσμα υπήρξε απογοητευτικό για τους συνεταιριστικούς φορείς και ταπεινωτικό για τον συνεταιριστικό θεσμό.
Οι διακηρύξεις για τις ανώτερες αξίες που χαρακτηρίζουν τη δράση των συνεταιρισμών και οι κανόνες αλληλεγγύης και κυριαρχίας του ανθρώπου επί του κεφαλαίου, αποτελούν την εσωτερική δύναμη των συνεταιρισμών αλλά δεν μπορούν να αναπληρώνουν ή να υποκαταστήσουν ενδεχόμενη έλλειψη ανταγωνιστικότητας. Όπως έλεγε ο τέως Πρόεδρος της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης Lars Marcus “Οι συνεταιρισμοί δεν νοούνται χωρίς το ιδεολογικό τους περίβλημα. Όμως, μην υπερεκτιμάτε τη σημασία των συνεταιριστικών ιδεών. Οι ιδέες καθαυτές ποτέ δεν κάνουν τη δουλειά που εμείς οφείλουμε να κάνουμε”2.
Όσο και αν ηχεί ενοχλητικό για τους παλαιότερους συνεταιριστές, τους αγνούς ιδεολόγους που πρόσφεραν ανεκτίμητες υπηρεσίες στους συνεταιρισμούς, η λογική που επικρατεί στον σημερινό αδυσώπητο κόσμο είναι ότι όποιος δεν είναι ανταγωνιστικός μπαίνει στο περιθώριο μέχρι να αφανιστεί.
Εάν έτσι έχουν τα πράγματα, η ανταγωνιστικότητα καθίσταται κυρίαρχη έννοια και, αν πρέπει κάτι να θυσιαστεί, αυτό θα προέρχεται από τα παραδοσιακά χαρακτηριστικά του συνεταιριστικού θεσμού. Εννοείται ότι οι οποιεσδήποτε θυσίες δεν μπορεί να μεταμορφώνουν τα θεμέλια του συνεταιριστικού θεσμού, που είναι οι αξίες και οι αρχές του, αλλά να εισάγουν παραλλαγές που υπήρξαν ανέκαθεν αποδεκτές από τους βαθείς μελετητές της θεωρίας και της πράξης του συνεργατισμού.
Στην Ελλάδα, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί στα περίπου 100 χρόνια θεσμοθετημένης παρουσίας τους έχουν να επιδείξουν σοβαρά επιτεύγματα αλλά και ηχηρές αποτυχίες. Η γνώση της ιστορικής τους πορείαςi είναι πολλαπλώς πολύτιμη, διότι μπορούν να αντληθούν σπουδαία συμπεράσματα για τον τρόπο χειρισμού των θεμάτων που αντιμετωπίζουν σήμερα. Τα συμπεράσματα αυτά, σε συνδυασμό με τις σημερινές συνθήκες και τις εξελίξεις στην οικονομία και στην κοινωνία της Ευρώπης αλλά και στην τεχνολογία, θα αποτελέσουν το υπόβαθρο του προβληματισμού που θα αναπτυχθεί στη συνέχεια, σε μια προσπάθεια καταξίωσης του συνεταιριστικού θεσμού μέσω της επιχειρηματικής ανάδειξης των φορέων του.
Καταληκτικός στόχος του παρόντος εγχειρήματος επιδιώκεται να είναι αφενός η αντιμετώπιση των σημερινών προβλημάτων των συνεταιριστικών οργανώσεων των αγροτών και αφετέρου η παροχή δυνατότητας για ένα νέο ξεκίνημα σε όσους από τους αγρότες αντιλαμβάνονται την ανάγκη στήριξης στις δικές τους δυνάμεις για την επιβίωση των επιχειρήσεών τους μέσω της συνεργασίας. Πιστεύεται ότι τα περιθώρια επιτυχίας του στόχου αυτού είναι πολλά αλλά και οι απαιτήσεις σημαντικές.

Α. Τα δεδομένα

Ως δεδομένα του προβληματισμού, που θα βοηθήσουν στην αναζήτηση της προσφορότερης διαδικασίας, μπορούν να αναφερθούν τα ακόλουθα:

  1. Η παγκοσμιοποίηση και ο ανταγωνισμός
Η παγκοσμιοποίηση των αγορών έχει δώσει τη δυνατότητα σε μεγάλες πολυεθνικές επιχειρήσεις λιανεμπορίου να προμηθεύονται γεωργικά προϊόντα (και όχι μόνο) από οποιοδήποτε σημείο του πλανήτη μπορούν να τα προμηθευτούν με τη χαμηλότερη τιμή και να τα διοχετεύουν στο μεγάλο δίκτυο των καταστημάτων τους. Οι τιμές στις οποίες μπορούν να τα προσφέρουν στη συνέχεια είναι κατά κανόνα πολύ χαμηλότερες από τις τοπικές, παρά το γεγονός ότι χρειάζεται να μεταφερθούν από μεγάλες αποστάσεις. Οι παραγωγοί της χώρας μας διαμαρτύρονται, διότι δεν μπορούν να απορροφηθούν τα όμοια δικά τους προϊόντα, των οποίων το κόστος παραγωγής είναι ψηλότερο από την τιμή πώλησης των εισαγόμενων. Αναγκάζονται συνεπώς να πουλούν σε τιμές κάτω του κόστους, με αρνητικές επιπτώσεις στο εισόδημά τους. Σε πολλές περιπτώσεις τα τοπικά προϊόντα καταστρέφονται, διότι δεν βρίσκουν αγοραστές ακόμη και σε πολύ χαμηλές τιμές, διότι δεν υπάρχει μηχανισμός επαφής του παραγωγού με τον καταναλωτή.
Ακόμη και οι τοπικοί χονδρέμποροι δεν κρίνονται επαρκείς ως προμηθευτές, από τις μεγάλες αλυσίδες πολυκαταστημάτων, διότι δεν είναι σε θέση να εγγυηθούν σταθερή τροφοδοσία σε συγκεκριμένες ποιότητες και τιμές. Οι αλυσίδες αυτές συνάπτουν συνήθως πολυετείς συμβάσεις εφοδιασμού με μεγάλες επιχειρήσεις παραγωγής που ανταποκρίνονται στα επιθυμητά χαρακτηριστικά. Ακόμη και στις σχέσεις αυτές οι συμβάσεις είναι συχνά λεόντειες, ιδίως όταν οι επιχειρήσεις παραγωγής δεν έχουν εναλλακτικές διεξόδους διάθεσης των προϊόντων τους.
Σε ορισμένες περιπτώσεις κρίνεται χρήσιμο από τους ειδικούς του μάρκετινγκ των πολυεθνικών επιχειρήσεων λιανεμπορίου να εμπλουτίζεται η ποικιλία των προϊόντων με τοπικά προϊόντα. Αυτό γίνεται για να ικανοποιούνται οι ειδικές απαιτήσεις ενός μέρους των πελατών ή επειδή οι τοπικές τιμές έχουν πέσει σε τόσο χαμηλό επίπεδο που μπορούν να αποτελούν κράχτες ή επειδή το τοπικό προϊόν έχει κάποια ιδιαιτερότητα που το καθιστά ελκυστικό για τον πελάτη. Υπάρχουν ακόμη περιπτώσεις κατά τις οποίες οι αλυσίδες λιανεμπορίου ορίζουν ότι ένα ποσοστό των προϊόντων που διαθέτουν πρέπει να προέρχεται από τη χώρα στην οποία δραστηριοποιούνται, για να ικανοποιείται ο ‘εθνικός εγωισμός’ των πελατών.
Γενικά, μπορεί να λεχθεί ότι ο μικροπαραγωγός που προσπαθεί μόνος του ή με τον μικρό περίγυρό του να επιβιώσει επαγγελματικά δεν μπορεί να τρέφει πολλές ελπίδες, εκτός αν παράγει κάτι διαφορετικό που παρουσιάζει ειδική ζήτηση στην περιοχή και δεν επηρεάζεται από τη γενικότερη κατάσταση. Η σύμπραξη όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού παραγωγών είναι συνεπώς επιβεβλημένη. Ως εκ τούτου δεν είναι ‘σοφό’ να αποκοπούν παραγωγοί από τη συγκροτημένη συνεταιριστική προσπάθεια που πρέπει να καταβληθεί.

  1. 2. Οι τάσεις των καταναλωτών.

Η συγκέντρωση του πληθυσμού σε αστικά κέντρα και, κατά το πλείστον, σε μεγάλες πόλεις έχει διευκολύνει την ίδρυση πολυκαταστημάτων στις πόλεις αυτές. Οι πραγματικά (ή και εικονικά μέχρι να κατακτήσουν τους καταναλωτές) χαμηλότερες τιμές τους, οδηγούν τους καταναλωτές στις συνήθειες του εποχούμενου καταναλωτή, ο οποίος αγοράζει τα περισσότερα συνήθη καταναλωτικά αγαθά από ένα κατάστημα και τα μεταφέρει με το αυτοκίνητο στο σπίτι του.
Τα προϊόντα- κράχτες, η διαφήμιση, οι προσφορές4, το ελκυστικό περιβάλλον, η εξοικονόμηση χρόνου αλλά και η ψευδαίσθηση ότι έτσι έχουμε προσεγγίσει την εικόνα του Ευρωπαίου καταναλωτή, αποτελούν παράγοντες που ισχυροποιούν τις αλυσίδες των πολυκαταστημάτων.

3.Οι ανοργάνωτοι καταναλωτές.

Σε ορισμένες χώρες οι καταναλωτές έχουν οργανωθεί για να αντιμετωπίσουν τη μεγάλη δύναμη που έχουν αποκτήσει οι αλυσίδες λιανεμπορίου. Για την άμυνά τους χρησιμοποιούν δύο τρόπους. Ο ένας είναι η δημιουργία συνεταιρισμών των καταναλωτών, οι οποίοι με δικά τους καταστήματα αποτελούν ένα αντίβαρο στην αγορά, επηρεάζοντας τη διαμόρφωση των τιμών. Ο άλλος τρόπος είναι η κινητοποίηση και το μποϋκοτάζ εκ μέρους των καταναλωτών στις περιπτώσεις που διαπιστώνονται παραβάσεις των κανόνων της αγοράς ή της νομοθεσίας κλπ. (π.χ. διαφορές ανάμεσα στην τιμή στο ράφι και στην τιμή στο ταμείο, παραπλανητική διαφήμιση, κλπ.).
Στην Ελλάδα, ενώ εμφανίζονται πολλές οργανώσεις των καταναλωτών, στην πραγματικότητα εκπροσωπούν μικρό αριθμό φυσικών προσώπων και συνεπώς διαθέτουν μικρή δύναμη για την άσκηση πίεσης.

4. Οι ανοργάνωτοι αγρότες παραγωγοί.

Εξίσου ανοργάνωτοι εμφανίζονται οι γεωργοί, παρά το γεγονός ότι οι γεωργικοί τους συνεταιρισμοί εμφανίζονται να περιλαμβάνουν το σύνολο σχεδόν των παραγωγών γεωργικών προϊόντων. Ο μεγάλος κλονισμός της οικονομικής τους υπόστασης εξαιτίας της σώρευσης υπέρογκων χρεών, δεν τους εκτόπισε μόνο από την αγορά, σε όσες περιπτώσεις είχαν καταλάβει ένα αξιοπρόσεκτο μερίδιο, αλλά καταρράκωσε και το κύρος τους, διότι θεωρήθηκαν ως επιχειρηματικά αποτυχημένοι φορείς ή ακόμη και ως φορείς που εξυπηρετούν αλλότριες σκοπιμότητες.
Οι εξελίξεις αυτές οδήγησαν σε αποστασιοποίηση και εκείνων των μελών που αναγνώριζαν τη σημασία της συνεταιριστικής δράσης για την προστασία του εισοδήματος των αγροτών.

5. Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί

Είναι γεγονός ότι στον τόπο μας οι ελεγκτικοί μηχανισμοί ή δεν είναι επαρκείς ή δεν είναι αποτελεσματικοί. Η διακίνηση των προϊόντων επιτρέπει την υπέρμετρη επιβάρυνση κατά τη διαμεσολάβηση μεταξύ παραγωγού και καταναλωτή, δηλαδή μιας διαδικασίας την οποία, καλώς εχόντων των πραγμάτων, θα μπορούσαν να διαχειρίζονται οι συνεταιρισμοί. Όμως, ούτε οι τοπικές (ή οι περιφερειακές) αγορές έγιναν ούτε οι συνεταιρισμοί κατόρθωσαν να εκτοπίσουν τους μεσάζοντες μεταξύ παραγωγών και καταναλωτών, αφού οι ελεγκτικοί μηχανισμοί δεν είναι σε θέση να επιβάλουν τους κανόνες του υγιούς ανταγωνισμού στην αγορά των γεωργικών προϊόντων.

6. Περιορισμένη σημασία του γεωργικού τομέα

Ο γεωργικός τομέας στην Ευρωπαϊκή Ένωση δεν έχει πλέον τη σημασία που είχε στο παρελθόν από την άποψη της συμβολής του στη διαμόρφωση του Ακαθάριστου Εγχωρίου Προϊόντος και στην απασχόληση. Η δυνατότητά του να επηρεάζει τη διαμόρφωση των μέτρων πολιτικής είναι πλέον μικρή, ενώ αντίθετα η δύναμη των καταναλωτών (που είναι όλοι οι κάτοικοι) έχει ισχυροποιηθεί και μπορεί να επηρεάζει τις λαμβανόμενες αποφάσεις. Η «πολιτική βαρύτητα» των αγροτών, που για τους πολιτικούς ισοδυναμεί με τον αριθμό ψήφων, είναι εκ των πραγμάτων περιορισμένη. Σε μια Ευρώπη της οποίας ο γεωργικός τομέας παράγει λιγότερο από 2% του ΑΕΠ και απασχολεί λιγότερο από 5% του συνόλου των απασχολουμένων (βλ. Πίνακα 1), φαίνεται ότι οι πιο ψύχραιμες απόψεις για τον ιδιάζοντα χαρακτήρα της γεωργίας δεν λαμβάνονται επαρκώς υπόψη.
Επιπλέον, δεδομένου ότι η συλλογικότητα και η αλληλεγγύη μεταξύ των κρατών μελών της Ε.Ε. αποτελεί σχεδόν κενό λόγο και κάθε κράτος μέλος μεριμνά για την άντληση όσο το δυνατόν περισσότερων ωφελημάτων για το ίδιο, είναι επόμενο οι ισχυρές οικονομίες να επιβάλλουν τελικά τη βούλησή τους, παρά το γεγονός ότι οι Συνθήκες διατηρούν κάποια ισορροπία, έστω συνεχώς απομειούμενη.
Συνάγεται από την εικόνα αυτή ότι μόνο με αυτενέργεια και με αυτευθύνη μπορούν να ελπίζουν σε παραμονή και ευημερία στο γεωργικό τομέα οι επαγγελματίες παραγωγοί, οι οποίοι επιθυμούν να παραμείνουν στην ύπαιθρο και να αντλούν το εισόδημά τους από αξιοπρεπή επιχειρηματική δραστηριότητα. Συνάγεται, επίσης, ότι οι διαμαρτυρίες και οι κινητοποιήσεις θα έχουν στο εξής περιορισμένη αποτελεσματικότητα, διότι και αν ακόμη η ΚΑΠ οδηγηθεί σε περιορισμένη ή εκτεταμένη εθνικοποίηση, οι οικονομικές δυνατότητες της Ελλάδας δεν θα επιτρέπουν τη στήριξη που απολάμβανε ο γεωργικός τομέας στο παρελθόν.

Πίνακας 1: Συμμετοχή του γεωργικού τομέα στο Α.Ε.Π. και στην απασχόληση



Ε.Ε. - 27
% γεωργικού τομέα στο Α.Ε.Π.
% απασχολουμένων στη γεωργία
Στοιχεία Eurostat5 2005
Στοιχεία Παγκόσμιας Τράπεζας6 2006
Στοιχεία Eurostat 2005
1
Αυστρία
1,6
1,7
5,5
2
Βέλγιο
1,1
1,0
2,0
3
Βουλγαρία
9,3
8,5
8,9
4
Γαλλία
2,2
2,0
3,6
5
Γερμανία
1,0
1,0
2,4
6
Δανία
1,5
1,6
3,2
7
Ελλάδα
5,2
3,3
12,4
8
Εσθονία
3,7
3,2
5,3
9
Ηνωμένο Βασίλειο
0,9
0,9
1,4
10
Ιρλανδία
2,5
2,1*
5,9
11
Ισπανία
3,3
3,1
5,3
12
Ιταλία
2,3
2,1
4,2
13
Κύπρος
2,9
..
4,7
14
Λετονία
4,1
3,7
11,8
15
Λιθουανία
5,7
5,3
14,0
16
Λουξεμβούργο
0,4
0,4
1,7
17
Μάλτα
2,5
..
2,0
18
Ολλανδία
2,2
2,3
3,3
19
Ουγγαρία
4,3
4,2
4,9
20
Πολωνία
4,8
4,5
17,4
21
Πορτογαλία
2,8
2,8
11,8
22
Ρουμανία
10,1
10,5
32,3
23
Σλοβακία
4,3
3,6
4,8
24
Σλοβενία
2,5
2,3
9,1
25
Σουηδία
1,2
1,4
2,3
26
Τσεχία
2,9
2,7
4,0
27
Φινλανδία
2,9
2,6
4,8

Ε.Ε. – 25**
1,9
..
4,9
Στοιχεία 2005
** Πλην Βουλγαρίας και Ρουμανίας


7. Τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ελληνικού γεωργικού τομέα

Κοινό τόπο αποτελεί για τους ασχολούμενους με το γεωργικό τομέα ότι η ελληνική γεωργία χαρακτηρίζονται από το μικρό μέγεθος και τον πολυτεμαχισμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων. Το μέσο μέγεθος σε χρησιμοποιούμενη γεωργική έκταση είναι 44,2 στρέμματα, σε 6,3 αγροτεμάχια7.
Επειδή η στρεμματική έκταση δεν αποτελεί ικανοποιητικό δείκτη του μεγέθους, στην Ε.Ε. χρησιμοποιείται η Ευρωπαϊκή Μονάδα Μεγέθους (ΕΜΜ), η οποία αντιστοιχεί με Τυπικό Ακαθάριστο κέρδος 1.200 ευρώ8.
Σύμφωνα με τη Eurostat9 οι 711.100 γεωργικές εκμεταλλεύσεις, που είχαν μέγεθος τουλάχιστον 1 ΕΜΜ, είχαν την κατανομή του Πίνακα 2:

Πίνακας 2: Κατανομή των ελληνικών γεωργικών εκμεταλλεύσεων
κατά μέγεθος σε ΕΜΜ

Μέγεθος σε Ευρωπαϊκές Μονάδες Μεγέθους
% επί του συνόλου
Από 1 μέχρι κάτω από 8 ΕΜΜ
69,5
Από 8 μέχρι κάτω από 16 ΕΜΜ
17,6
Από 16 μέχρι κάτω από 40 ΕΜΜ
10,7
Από 40 μέχρι κάτω από 100 ΕΜΜ
2
100 ΕΜΜ και άνω
0,3

ΣΥΝΟΛΟ

100,0



Η κατανομή των γεωργικών εκμεταλλεύσεων ανάλογα με την απαιτούμενη εργασία σε μονάδες γεωργικής εργασίας έχει την ακόλουθη εικόνα:

Πίνακας 3. Οι ελληνικές γεωργικές εκμεταλλεύσεις
κατά απαιτήσεις σε απασχόληση

Εργασία σε ετήσιες μονάδες εργασίας

% επί του συνόλου
Κάτω από 1 ετήσια μονάδα εργασίας
70,8
Από 1 μέχρι κάτω από 2 μονάδες
22
Από 2 μέχρι κάτω από 3 μονάδες
5,6
3 μονάδες και άνω
1,5

Από τα στοιχεία των πινάκων αυτών φαίνεται ότι το 70% των γεωργικών εκμεταλλεύσεων που έχουν οικονομικό μέγεθος τουλάχιστον 1 ΕΜΜ, ανήκει στην κατώτατη κατηγορία, δηλαδή έχουν Τυπικό Ακαθάριστο Κέρδος μεταξύ 1.200-9.600 ευρώ και απαιτούν εργασία λιγότερη από τη διατιθέμενη από ένα άτομο το χρόνο.
Ειδικότερα, όσον αφορά την απασχόληση, μόνο το 11,8% των απασχολουμένων στη γεωργία χρησιμοποιεί το 100% του χρόνου του στη γεωργία. Το 20,4% χρησιμοποιεί το 50%-100% και το 67,9% χρησιμοποιεί λιγότερο από 50%. Με άλλα λόγια, αν κάπου χρησιμοποιηθεί το κριτήριο των κατά κύριο επάγγελμα γεωργών, στην κατηγορία αυτή θα περιληφθεί μόνο το 32,2 % των απασχολουμένων στη γεωργία (δηλαδή όσοι χρησιμοποιούν τουλάχιστον το 50% του εργάσιμου χρόνου τους στη γεωργία).
Τα χαρακτηριστικά αυτά της ελληνικής γεωργίας δείχνουν την πενιχρή ως ασήμαντη ανταγωνιστικότητα και διαπραγματευτική δύναμη που μπορεί να διαθέτει το μέγιστο μέρος των γεωργικών εκμεταλλεύσεων, όταν ενεργεί μεμονωμένα. Η αναγκαιότητα συλλογικής δράσης είναι, συνεπώς, αναμφισβήτητη.
Η υψηλή μέση ηλικία των απασχολουμένων στη γεωργία, σε συνδυασμό με την αλλαγή του καθεστώτος ενίσχυσης (εισαγωγή της ενιαίας ενίσχυσης), απομακρύνει από τη γεωργία σημαντικό ποσοστό αγροτών ενώ η είσοδος νέων είναι περιορισμένη. Φαίνεται όμως ότι το μορφωτικό επίπεδο πολλών από τους νέους είναι υψηλότερο, οπότε αυξημένη είναι και η προσδοκία κατανόησης του συμφέροντος για συνεργασία. Εντούτοις, επειδή ο συνεταιριστικός θεσμός έχει συκοφαντηθεί, συχνά δεν ερευνάται το ισχύον θεσμικό πλαίσιο και αναζητούνται εταιρικοί θεσμοί συνεργασίας. Η παρουσία πολλών προβληματικών ή αδρανών συνεταιριστικών μονάδων επιτείνει την εντύπωση ότι ο συνεταιριστικός θεσμός είναι παρωχημένος.
Μια ανασύνταξη της αγροτικής συνεταιριστικής κίνησης είναι εκ των πραγμάτων επιβεβλημένη.

8. Η κατάσταση των αγροτικών συνεταιρισμών

Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί στην Ε.Ε. παίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στην προάσπιση των συμφερόντων των αγροτών. Στις χώρες που οι μεγάλες δυνατότητες των συνεταιρισμών έχουν εκτιμηθεί και αξιοποιηθεί, υπάρχουν μεγάλες συνεταιριστικές επιχειρήσεις ως αντίβαρο στις μεγάλες συμβατικές επιχειρήσεις. Ο πίνακας που ακολουθεί δείχνει ότι, σε αντίθεση με την εικόνα που έχει επικρατήσει στην Ελλάδα, οι συνεταιρισμοί μπορούν άριστα να ανταγωνίζονται τις συμβατικές επιχειρήσεις, εξασφαλίζοντας παράλληλα προστιθέμενη αξία στα μέλη τους.

Πίνακας 4: Οι 30 μεγαλύτερες συνεταιριστικές επιχειρήσεις στην Ε.Ε.
(στοιχεία 2003)


Επωνυμία

Κράτος
Τομέας
Κύκλος
Εργασιών
(εκατ.€)
1.
Metsaliitto
Φινλανδία
Δασικά προϊόντα
8.300
2.
Bay Wa
Γερμανία
Εφόδια
5.891
3.
Arla Foods
Σουηδία-Δανία
Γαλακτοκομικά
5.460
4.
Danish Crown
Δανία
Κρέατα
5.420
5.
Friesland Coberco Dairy Foods
Ολλανδία
Γαλακτοκομικά
4.575
6.
Kerry
Ιρλανδία
Γαλακτοκομικά
3.693
7.
Campina
Ολλανδία
Γαλακτοκομικά
3.655
8.
Agravis
Γερμανία
Εφόδια
3.380
9.
Svenska Lantmanen
Σουηδία
Εφόδια
3.100
10.
Terrena
Γαλλία
Εφόδια
2.973
11.
Union IN VIVO
Γαλλία
Σιτηρά, Εφόδια
2.727
12.
Humana Milchunion
Γερμανία
Γαλακτοικομικά
2.444
13.
Nordmilch
Γερμανία
Γαλακτοκομικά
2.226
14.
Glanbia
Ιρλανδία
Γαλακτοκομικά
2.110
15.
SOCOPA
Γαλλία
Κρέατα
1.930
16.
Flora Holland
Ολλανδία
Κηπευτικά
1.919
17.
DLG
Δανία
Εφόδια
1.880
18.
Sodiaal
Γαλλία
Γαλακτοκομικά
1.870
19.
Irish Dairy Board
Ιρλανδία
Γαλακτοκομικά
1.791
20.
TEREOS
Γαλλία
Ζάχαρη
1.729
21.
Valio group
Φινλανδία
Γαλακτοκομικά
1.600
22.
Bloemenveiling
Ολλανδία
Κηπευτικά
1.598
23.
The Greenery
Ολλανδία
Κηπευτικά
1.570
24.
RWZ Rhein-Main
Γερμανία
Εφόδια
1.543
25.
RWA
Αυστρία
Εφόδια
1.530
26.
Sodra
Σουηδία
Δασικά προϊόντα
1.400
27.
Bretagne
Γαλλία
Πολλαπλού σκοπού
1.370
28.
CECAB
Γαλλία
Πολλαπλού σκοπού
1.348
29.
AGRIAL
Γαλλία
Πολλαπλού σκοπού
1.328
30.
Cosun-Breda
Ολλανδία
Πολλαπλού σκοπού
1.321

Πηγή: COGECA, E. Blamonde Noche, “Agricultural Cooperatives in the European Union”, power-point presentation, Madrid, 22.11.2005

Είναι αξιοσημείωτο ότι από τις 30 μεγαλύτερες συνεταιριστικές επιχειρήσεις της Ε.Ε. καμία δεν ανήκει σε χώρα της Νότιας Ευρώπης (Ισπανία, Πορτογαλία, Ιταλία, Ελλάδα). Οι 8 βρίσκονται στη Γαλλία, 6 στην Ολλανδία, 5 στη Γερμανία, 3 στην Ιρλανδία, 2 στη Φινλανδία, 2 στη Δανία, 2 στη Σουηδία, 1 σε Σουηδία-Δανία και 1 στην Αυστρία.
Η συγκριτική πολυδιάσπαση των συνεταιρισμών στην Ελλάδα είναι εμφανής στον ακόλουθο πίνακα που παρουσίασε το 2005 ο τότε Πρόεδρος της COGECA E. Blamonde Noche για 11 από τις τότε 15 χώρες μέλη της Ε.Ε. (Δεν περιλαμβάνονται η Αυστρία, το Λουξεμβούργο, η Πορτογαλία και το Ηνωμένο Βασίλειο):


Κράτος - μέλος
Κύκλος Εργασιών σε εκ. €
Αριθμός συνεται-ρισμών
Αριθμός μελών σε χιλ.
Απασχο-λούμενοι
(χιλ.)
Κύκλος εργασιών ανά συν/σμό
(εκ. €)
Αριθμός μελών ανά συν/σμό
Κύκλος εργασιών ανά μέλος ((χιλ. €)
Απασχο-λούμενοι ανά συν/σμό
Απασχο-λούμενοι ανά μέλος
Βέλγιο
2750
355
35,8
20,0
7,75
101
76,82
56,3
0,6
Δανία
18850
14
81,5
35,0
1346,43
5821
231,29
2500,0
0,4
Γερμανία
37000
3286
2385,0
120,0
11,26
726
15,51
36,5
0,1
Ελλάδα
1040
6370
714,0
..
0,16
112
1,46
..
..
Ισπανία
14190
4175
932,1
78,4
3,40
223
15,22
18,8
0,1
Φινλανδία
13300
48
215,0
45,2
277,08
4479
61,86
941,7
0,2
Γαλλία
67000
3500
580,0
150,0
19,14
166
115,52
42,9
0,3
Ιρλανδία
12400
99
197,9
35,3
125,25
1999
62,66
356,5
0,2
Ιταλία
27070
5164
783,8
86,1
5,24
152
34,54
16,7
0,1
Ολλανδία
45160
44
143,1
59,6
1026,36
3253
315,50
1354,5
0,4
Σουηδία
12600
34
300,0
30,0
370,59
8824
42,00
882,4
0,1

Σύνολο

251360

23089

6368,3

659,6

10,89

276

39,47

28,6

0,1
Η προβληματικότητα της ελληνικής περίπτωσης διαπιστώνεται από τα στοιχεία αυτά. Η Ελλάδα εμφανίζεται να διαθέτει 6370 συνεταιρισμούς, όταν τέσσερις από τις αναφερόμενες χώρες (Δανία, Φινλανδία, Ολλανδία, Σουηδία) έχουν φθάσει σε διψήφιο αριθμό, οι δε μεγάλες χώρες (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία) έχουν λιγότερους συνεταιρισμούς από την Ελλάδα.
Επιπλέον, ο μεγάλος αριθμός συνεταιρισμών συνδέεται με τον ασυγκρίτως μικρότερο κύκλο εργασιών αυτών των συνεταιρισμών. Αυτή η σχέση, οδηγεί σε κύκλο εργασιών ανά συνεταιρισμό στην Ελλάδα κατά 68 φορές μικρότερο από τον μέσο όρο των 11 κρατών-μελών. Αν εξαιρεθεί η Ελλάδα από το σύνολο, τότε ο μέσος συνεταιρισμός των υπόλοιπων κρατών μελών έχει περίπου 100 φορές μεγαλύτερο κύκλο εργασιών από τον μέσο ελληνικό συνεταιρισμό (για την ακρίβεια 94 φορές μεγαλύτερο).
Αυτά τα μεγέθη τα έχουν πετύχει οι συνεταιρισμοί των άλλων κρατών με συγχωνεύσεις, όταν έγινε αντιληπτό ότι η βιωσιμότητα των μικρών μονάδων ήταν αδύνατη στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού ανταγωνισμού. Τώρα που με την παγκοσμιοποίηση ο ανταγωνισμός είναι κατά πολύ οξύτερος, η πορεία συγχωνεύσεων και συνεργασιών συνεχίζεται και φαίνεται ότι πρέπει να επιταχυνθεί και να φθάσει στις ταχύτητες που ακολουθούν οι μεγάλες ανταγωνίστριες συμβατικές επιχειρήσεις. Μέχρι στιγμής, το πιο γνωστό παράδειγμα είναι της Coop Norden10.
Ο ανταγωνισμός δικαιολογεί τη δημιουργία της Coop Norden. Όπως αναφέρεται στην ιστοσελίδα της επιχείρησης “Επειδή τα περιθώρια κέρδους είναι μικρά, η κερδοφορία των επιμέρους επιχειρήσεων εξαρτάται από τον μεγάλο όγκο πωλήσεων και την αποτελεσματικότητα της λειτουργίας. Οι μεγάλες επιχειρήσεις μπορούν να προσφέρουν μια μεγάλη γκάμα προϊόντων και διαθέτουν πλεονεκτήματα κατά την προμήθεια, τη διανομή, το μάρκετινγκ και τη χρηματοδότηση. Οι μικρές επιχειρήσεις μπορούν να ανταγωνίζονται αποτελεσματικά εάν προσφέρουν εξειδικευμένα προϊόντα, εάν εξυπηρετούν την τοπική αγορά ή εάν παρέχουν ανωτέρου επιπέδου εξυπηρέτηση.”
Όταν αυτό το μήνυμα εκπέμπουν οι πιο μεγάλοι και πιο επιτυχημένοι συνεταιρισμοί της Ευρώπης, είναι αυτονόητο το τι οφείλουν να πράξουν οι ελληνικοί συνεταιρισμοί.
Στην προαναφερθείσα παρουσίαση, ο τέως Πρόεδρος της COGECA παρέχει πρόσθετες πληροφορίες και υποδείξεις, όπως:
  • Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί της Ευρώπης διαχειρίζονται το 50% της βιομηχανίας αγρο-τροφίμων στην Ε.Ε.-25 (πάνω από 60% στην Ε.Ε.-15).
  • Η νομοθεσία απαιτεί συμπληρώσεις αναφορικά με τις αυξανόμενες επιχειρηματικές σχέσεις των συνεταιρισμών με τρίτους (μη-μέλη).
  • Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί δεν έχουν εισέλθει στον τομέα του λιανεμπορίου. Αυτό το θέμα οφείλει να το εξετάσει η COGECA.
  • Ο προβληματισμος είναι έντονος για τη διαδικασία συγκέντρωσης ισχύος στον τομέα του λιανεμπορίου και ιδιαίτερα στις εκπτωτικές λιανεμπορικές επιχειρήσεις11. Η χρηματοδότηση των συνεταιρισμών από εξωτερικές πηγές αυξάνει τον κίνδυνο απώλειας της αυτονομίας τους. Ως εναλλακτικές περιπτώσεις που πρέπει να εξεταστούν είναι η χρηματοδότηση από τα μέλη, προσφέροντας ελκυστικό επιτόκιο και η έκδοση ομολόγων διαπραγματεύσιμων μεταξύ των μελών.
  • Η εξειδικευμένη κατάρτιση των μελών των διοικητικών συμβουλίων είναι αναγκαία.12
  • Με τη νέα ΚΑΠ αναμένεται μείωση των τιμών και του κύκλου εργασιών των συνεταιρισμών.
  • Οι συνεταιρισμοί πρέπει να στραφούν περισσότερο προς την αγορά. Η συσπείρωση με σκοπό τη μείωση του κόστους και την πραγματοποίηση επενδύσεων είναι όλο και πιο πολύ αναγκαία.
  • Οι συνεταιρισμοί οφείλουν να τηρούν ενήμερους τους πολιτικούς και την κοινωνία συνολικά για τις ιδιαιτερότητες των συνεταιρισμών και τον κοινωνικοοικονομικό τους ρόλο.


Β. Ο στόχος

Είναι προφανές ότι οι ελληνικοί αγροτικοί συνεταιρισμοί δεν έχουν την πολυτέλεια να επιλέξουν ανάμεσα από πολλές λύσεις για τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν. Από περιορισμένο αριθμό μελετών που έχουν γίνει αλλά και από τις μαρτυρίες όλων όσοι ασχολούνται με τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, ο μεγαλύτερος αριθμός των υφιστάμενων πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών είναι αδρανείς και θεωρούνται ως “αγροτικοί συνεταιρισμοί σφραγίδες”.
Από την άλλη πλευρά, η αναγκαιότητα συσπείρωσης των αγροτών είναι περισσότερο από ποτέ αναγκαία, ακόμη και για απλή επιβίωση στον αγροτικό χώρο.
Συνάγεται ότι η ανασυγκρότηση των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων της Ελλάδας αποτελεί μονόδρομο. Ως επιλογή προσφέρεται μόνο ο τρόπος ανασυγκρότησης. Ο δρόμος που θα ακολουθηθεί θα πρέπει:
- να προκαλεί τις μικρότερες δυνατές αναταράξεις,
- να εξασφαλίζει την ουσιαστική συσπείρωση,
- να διατηρεί την εθελοντικότητα που χαρακτηρίζει τους συνεταιρισμούς,
- να εξασφαλίζει την ισοτιμία στη μεταχείριση των μελών,
- να περιλαμβάνει δεσμεύσεις οι οποίες θα αποφασίζονται και θα τηρούνται από τα μέλη,
- να μην αποκλείεται κανείς παραγωγός εάν ενδιαφέρεται να χρησιμοποιήσει τις υπηρεσίες του συνεταιρισμού,
- να επιβραβεύεται η προσφορά στην επίτευξη των στόχων του συνεταιρισμού,
- να διαθέτει ο συνεταιρισμός επιχειρηματική ευελιξία,
- να επιδιώκεται η μέγιστη δυνατή συσπείρωση των συνεταιρισμών σε εθνικό και ακόμη σε υπερεθνικό επίπεδο.

Ο στόχος αυτός είναι φιλόδοξος και δύσκολα επιτεύξιμος. Αλλά αποτελεί τη μόνη διέξοδο.
Πολλά σενάρια θα μπορούσαν να διαμορφωθούν για την επίτευξη οτυ στόχου. Τρία από αυτά εξετάστηκαν ως ενδεχόμενα από την ΠΑΣΕΓΕΣ:

Σενάριο 1: Διαγραφή αδρανούντων πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών και ειδική εκκαθάρισή τους

Σενάριο 2: Μετατροπή Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς και προαιρετική ειδική εκκαθάριση πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών

Σενάριο 3: Μετατροπή των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς και οικονομική και λειτουργική ενσωμάτωση (προαιρετική) των υφιστάμενων πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών στην ΕΑΣ.

Η ΠΑΣΕΓΕΣ επιλέγει το Σενάριο 3, το οποίο αιτιολογείται και παρουσιάζεται στη συνέχεια.
Το Σενάριο 3, είναι και το πλέον σύνθετο, αλλά επιλέγεται με την πεποίθηση ότι είναι το πλέον λειτουργικό και ανταποκρίνεται στις σημερινές συνθήκες και αναγκαιότητες.




Ορισμένες από τις παραμέτρους που προαναφέρθηκαν δεν χαρακτηρίζουν μόνο την ελληνική πραγματικότητα. Ιδιαίτερα οι επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης των αγορών και οι τάσεις των καταναλωτών επηρεάζουν όλες τις κοινωνίες. Είναι, συνεπώς, επόμενο να έχουν προβληματίσει τους παραγωγούς και τους καταναλωτές και άλλων χωρών και να έχουν προκαλέσει σχετικές αντιδράσεις. Το παράδειγμα της Coop Norden που προαναφέρθηκε, είναι χαρακτηριστικό.
Παραδείγματα τόνωσης της συσπείρωσης (αλλά και διάλυσης αλυσίδων) καταναλωτικών συνεταιρισμών υπάρχουν και σε άλλες χώρες. Στην Ελλάδα, αρκετοί είναι οι φορείς που αναφέρονται ως εκπρόσωποι των καταναλωτών αλλά είναι περιορισμένη η απήχησή τους, διότι συγκεντρώνουν μικρό αριθμό καταναλωτών.
Η πλευρά των παραγωγών είναι εξίσου ανοργάνωτη. Μικρός αριθμός Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών που διαθέτουν σούπερ-μάρκετ έχουν συσπειρωθεί στην «Ελληνική Διατροφή», η οποία λειτουργεί ως όμιλος αγορών για τα μέλη της, που αποτελούνται κυρίως από συνεταιρισμούς παντοπωλών και μεμονωμένα παντοπωλιακά καταστήματα (περίπου 500 φορείς με περίπου 1500 καταστήματα στο σύνολο της χώρας).
Γενικεύοντας, μπορεί να λεχθεί ότι η πλευρά των παραγωγών εκφράζεται σήμερα κυρίως μέσω των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών σε τοπικό επίπεδο και σε ορισμένες περιπτώσεις μέσω Κεντρικών Ενώσεων και Συνεταιριστικών Εταιρειών σε εθνικό επίπεδο.
Σε παλαιότερες εποχές, όταν οι αποστάσεις των αγροτικών κοινοτήτων μεταξύ τους και μεταξύ των κοινοτήτων αυτών και των πλησιέστερων πόλεων ήταν μεγάλες (ή και απαγορευτικές) λόγω της ανυπαρξίας ή της κακής ποιότητας του οδικού δικτύου, ιδρύονταν χωριστοί αγροτικοί συνεταιρισμοί σε κάθε Κοινότητα ή ακόμη και σε κάθε οικισμό.
Με την πάροδο του χρόνου και με τη βελτίωση του οδικού δικτύου οι αποστάσεις έχουν ‘μικρύνει’ και οι επαφές των κατοίκων των μικρών κοινοτήτων με τα αστικά κέντρα είναι συχνές. Συνεπώς, η πρόσβαση των αγροτών σε προϊόντα και υπηρεσίες είναι ευχερής και πολύμορφη και δεν απαιτείται η μεσολάβηση του συνεταιρισμού. Σε πολλές περιπτώσεις (ίσως στις περισσότερες), η Ένωση Αγροτικών Συνεταιρισμών, που στο παρελθόν αποτελούσε τον πρώτο σταθμό για τη μεταφορά των εισροών στους αγρότες, με δεύτερο σταθμό τον τοπικό συνεταιρισμό, λειτουργεί πλέον ως μοναδικός σταθμός και εξυπηρετεί απ’ ευθείας τους αγρότες.
Επίσης, στην αγροτική πίστη ο τοπικός συνεταιρισμός λειτουργούσε ως το μακρύ χέρι της ΑΤΕ, στην οποία ο Πρόεδρος του Συνεταιρισμού προσερχόταν με τον πίνακα των αιτούντων για να εγκριθούν και να χορηγηθούν τα δάνεια των μελών. Σήμερα αυτή η ανάγκη έχει εντελώς εκλείψει και οι παραγωγοί δανείζονται απ’ ευθείας από την ΑΤΕ.
Ανάλογες μεταβολές υπάρχουν στην επεξεργασία των προϊόντων. Ενώ στο παρελθόν ή επιτόπια επεξεργασία ήταν ο κανόνας (π.χ. τοπικό ελαιοτριβείο ή τοπικό οινοποιείο), η επίτευξη οικονομιών κλίμακας αλλά και η πρόοδος της τεχνολογίας επέβαλαν τη δημιουργία μεγαλύτερων μονάδων, συνήθως στο επίπεδο της Ένωσης. Ακόμη, το κόστος των προσφερόμενων υπηρεσιών διαφέρει όταν προσφέρονται σε ένα κεντρικό σημείο σε σύγκριση με π.χ. 50 περιφερειακά σημεία (παραδείγματα: η λογιστική εξυπηρέτηση, το ενοίκιο των αποθηκών, το κόστος των αποθηκαρίων, κλπ).
Στο θέμα των επιδοτήσεων και της επιστροφής ΦΠΑ, η ανάγκη και μόνο για συγκροτημένη λογιστική υπηρεσία, που κατά κανόνα μόνο οι Ενώσεις διαθέτουν, καθιστά και πάλι τις Ενώσεις διαχειριστές των δικαιωμάτων των παραγωγών.
Οι εξελίξεις αυτού του είδους περιόρισαν σταδιακά τον ρόλο των πρωτοβάθμιων αγροτικών συνεταιρισμών και σε πολλές περιπτώσεις ο συνεταιρισμός δεν ασκεί καν δραστηριότητες επ’ ονόματί του. Όμως, εξακολουθεί να είναι εγγεγραμμένος στην Ένωση και να στέλνει αντιπροσώπους, οι οποίοι συμμετέχουν και ψηφίζουν στη Γενική Συνέλευση, αφού με τον νόμο 2810/2000 (άρθρο 27, παρ. 2) κάθε υφιστάμενος συνεταιρισμός μπορεί να είναι μέλος στην Ένωση, αποκτώντας μία μερίδα και διαθέτοντας μία ψήφο, ανεξάρτητα από το επίπεδο των δραστηριοτήτων του. Εναπόκειται στο καταστατικό να ορίσει εάν θα μπορούν οι συνεταιρισμοί μέλη να αποκτήσουν πρόσθετες ψήφους, με βάση το ύψος των συναλλαγών του συνεταιρισμού με την Ένωση, καθορίζοντας και τις απαιτούμενες μερίδες για κάθε πρόσθετη ψήφο.
Επειδή πολλοί συνεταιρισμοί δεν αναπτύσσουν δραστηριότητες, επειδή τα μέλη τους εξυπηρετούνται κατ’ ευθείαν από την Ένωση (ή επειδή δεν χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες της Ένωσης), πλανάται το ερώτημα εάν θα πρέπει οι συνεταιρισμοί αυτοί να εξακολουθούν να υφίστανται ως νομικά πρόσωπα ή εάν θα πρέπει να μετέχουν και να ψηφίζουν στην Ένωση. Με άλλα λόγια, ‘στα χαρτιά’ εμφανίζεται μια συνεταιριστική κίνηση συμπαγής και μεγάλου μεγέθους ενώ στην πραγματικότητα πρόκειται για εικονική πραγματικότητα.
Η αντιμετώπιση του θέματος δεν επιδέχεται σπασμωδικές ‘λύσεις’ του τύπου όποιος συνεταιρισμός δεν έχει δραστηριότητες να διαλυθεί ή να υποχρεωθεί να συγχωνευθεί με άλλον. Προτιμότερο είναι να αναλυθεί το φαινόμενο και να αναζητηθούν λύσεις που να συνδέονται με μια σύγχρονη αναπτυξιακή προσπάθεια, η οποία να συνδυάζει την συμμετοχική διαδικασία με την αναπτυξιακή, με βάση την κατανόηση των σημερινών συνθηκών της αγοράς και των διαγραφόμενων προοπτικών.
Αν γίνει δεκτό ότι οι Ενώσεις θα αποτελούν στο μέλλον τους τοπικούς φορείς οικονομικής συνεταιριστικής δραστηριότητας, θα πρέπει το ‘Πρόγραμμα Ανασυγκρότησης των Αγροτικών Συνεταιρισμών’ της ΠΑΣΕΓΕΣ, να επεξεργαστεί τους λόγους οι οποίοι καθιστούν αναγκαία την ανασυγκρότηση, τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν και τη νέα δομή και λειτουργία που θα αντικαταστήσει την υφιστάμενη.
Εκ των προτέρων πρέπει να απαντηθούν ορισμένα ερωτήματα τα οποία αποτελούν το πλαίσιο για τον σχεδιασμό της ανασυγκρότησης. Ως πρώτο βήμα είναι ανάγκη να εξηγηθούν οι επιδιώξεις του προγράμματος ανασυγκρότησης:


1.2 Επιδιώξεις

  • Να ισχυροποιηθεί η διαπραγματευτική δύναμη των αγροτών, με συγκέντρωση της προσφοράς αγροτικών προϊόντων και της ζήτησης αγροτικών εφοδίων.

Θεωρείται δεδομένη η επιδίωξη των αγροτών να επιβιώσουν13 στο σημερινό κλίμα του έντονου ανταγωνισμού το οποίο ευνοεί τις μεγάλες επιχειρήσεις, αφού αυτές κατορθώνουν να διαμορφώνουν χαμηλό κόστος αλλά και να κυριαρχούν λόγω του όγκου και της επιβολής των όρων τους στους συναλλασσόμενους με αυτές. Σήμερα θεωρείται δεδομένο ότι ο μεμονωμένος μικροπαραγωγός δεν έχει προϋποθέσεις επιβίωσης εκτός αν προσφέρει κάποιο προϊόν ή κάποια υπηρεσία με ιδιαιτερότητα και συγκεκριμένη ζήτηση.
Όσο μεγαλύτερη είναι η συγκέντρωση της προσφοράς τόσο περισσότερο μπορεί το όργανο εκπροσώπησης του συνόλου να διαπραγματευθεί τους όρους διάθεσης. Βέβαια, δεν πρέπει να νομισθεί ότι ακόμη και αν συγκεντρωθεί το σύνολο ενός συμβατικού προϊόντος, ο φορέας διαχείρισής του θα κυριαρχεί στην αγορά. Η σχεδόν καθολική κατάργηση των εμποδίων διακίνησης προϊόντων έχει καταστήσει τον ανταγωνισμό παγκόσμιο, γεγονός που σημαίνει τουλάχιστον δύο πράγματα: Πρώτο ότι η τιμή στην οποία προσφέρεται το προϊόν θα πρέπει να είναι ανταγωνιστική σε σύγκριση με προϊόν της ίδιας ποιότητας που μπορεί να έρθει στην αγορά και δεύτερον ότι ο φορέας θα βρει διέξοδο στην λιανεμπορική αγορά. Αυτά τα δύο δεν συμπίπτουν. Δηλαδή η προσφορά προϊόντος σε ανταγωνιστική τιμή δεν σημαίνει ότι το προϊον θα βρεθεί στα ράφια των πολυεθνικών αλυσίδων λιανεμπορίου14.
Οι αλυσίδες αυτές συνάπτουν μακροχρόνιες συμφωνίες με μεγάλους προμηθευτές για παράδοση προϊόντων στα πολυάριθμα σημεία των καταστημάτων τους σε συγκεκριμένη ημέρα, ποσότητα και τιμή. Αυτά θα πρέπει να τα λαμβάνει υπόψη του ο φορέας διαχείρισης της συγκεντρωμένης προσφοράς. Σε κάθε περίπτωση, η συσπείρωση του συνόλου (ει δυνατόν) των παραγωγών, είναι το μέγιστο δυνατό μέσο προάσπισης των συμφερόντων των παραγωγών.

  • Φορείς της ισχυροποίησης να αποτελέσουν οι αγροτικοί συνεταιρισμοί.

Η κατασυκοφάντηση του συνεταιριστικού θεσμού στην Ελλάδα – αναίτια ή και σκοπίμως κατά ένα μέρος αλλά και υπαίτια κατά μεγάλο μέρος – έχει οδηγήσει πολλούς στο συμπέρασμα ότι ο συνεταιριστικός θεσμός είναι ξεπερασμένος. Ότι είναι απολίθωμα του παρελθόντος στο οποίο ταιριάζει μόνο η ευθανασία. Στη θέση των συνεταιρισμών προτείνεται ο θεσμός των εταιρειών διαφόρων κατηγοριών (Α.Ε., Ε.Π.Ε., Ο.Ε., κλπ). Πολλές κυβερνήσεις και τα πολιτικά κόμματα έχουν μεγάλη ευθύνη για την εικόνα που δημιουργήθηκε για τους συνεταιρισμούς και ειδικότερα για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Οι αλλεπάλληλες νομοθετικές και διοικητικές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων στους αγροτικούς συνεταιρισμούς και η κομματικοποίηση μέσω της νομοθεσίας και των ενεργειών των κομμάτων, έχουν βλάψει καιρίως τους συνεταιρισμούς. Αντίστοιχες παρεμβάσεις δεν παρατηρούνται στις εταιρείες, οι οποίες αφήνονται ήσυχες στο επιχειρηματικό τους έργο.
Η κατάσταση αυτή οδηγεί και καλόπιστους θιασώτες του συνεταιριστικού θεσμού να θεωρούν ότι οι αγροτικοί συνεταιρισμοί δεν μπορούν να επιβιώσουν επιχειρηματικά στην Ελλάδα. Στηρίζουν την άποψή τους αυτή στο γεγονός ότι στους αγροτικούς συνεταιρισμούς άλλαξε ο βασικός νόμος 5 φορές σε μια εικοσαετία, ενώ η κομματική εμπλοκή υπήρξε τόση, ώστε υπήρξε περίοδος κατά την οποία τα κομματικά επιτελεία θριαμβολογούσαν για “νίκες” στους αγροτικούς συνεταιρισμούς όταν εκλέγονταν οι κομματικά υποδεικνυόμενοι υποψήφιοι.
Όμως, η πραγματικότητα είναι ότι ο συνεταιριστικός θεσμός “θριαμβεύει” ακόμη και στα προπύργια του καπιταλισμού. Ο πίνακας που παρουσιάστηκε ανωτέρω με τις μεγαλύτερες συνεταιριστικές επιχειρήσεις στην Ευρώπη αποτελεί αψευδή μάρτυρα. Ανάλογος πίνακας θα μπορούσε να γίνει για τις Η.Π.Α., όπου οι συνεταιρισμοί έχουν να παρουσιάσουν τεράστιο έργο, αλλά και για αναπτυσσόμενες χώρες.
Στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα, η χρησιμοποίηση του συνεταιριστικού θεσμού προσφέρεται περισσότερο για τον αγροτικό χώρο σε σύγκριση με την εταιρική μορφή. Τα κύρια χαρακτηριστικά των διαθέσιμων εταιρικών μορφών είναι τα ακόλουθα:

Στην ανώνυμη εταιρεία κυρίαρχοι είναι εκείνοι που διαθέτουν περισσότερο κεφάλαιο με τη μορφή μετοχών. Κάθε μετοχή αντιστοιχεί με μία ψήφο. Όταν η διασπορά μετοχών είναι μεγάλη, ένας μικρός αριθμός μετόχων ή και ένας μέτοχος παίζει αποφασιστικό ρόλο. Οι πολλοί, μικροί και ασυντόνιστοι μέτοχοι δεν έχουν δύναμη να επηρεάσουν τη λήψη αποφάσεων. Τα κέρδη διανέμονται στους μετόχους ανάλογα με το κεφάλαιο που έχουν διαθέσει και όχι ανάλογα με τις συναλλαγές. Το κεφάλαιο μπορεί να το κατέχουν οποιοιδήποτε κεφαλαιούχοι και όχι οι χρήστες των υπηρεσιών και μπορεί να μεταβιβάζεται σε οποιονδήποτε.
Η Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης (Ε.Π.Ε.) προσφέρεται για μικρό αριθμό εταίρων. Το κεφάλαιο υποδιαιρείται σε μερίδια. Οι σχέσεις μεταξύ των εταίρων καθορίζεται από το καταστατικό, το οποίο ορίζει και τις σχέσεις μεταξύ κεφαλαίου, ψήφων και κερδών. Η διαχείριση της ΕΠΕ γίνεται από τον διαχειριστή, ο οποίος ορίζεται από το καταστατικό.
Η Ομόρρυθμη Εταιρεία (Ο.Ε.) αποτελείται από ομόρρυθμους εταίρους, οι οποίοι όλοι εγγυώνται με το σύνολο της περιουσίας τους στους δανειστές τους. Για τον λόγο αυτόν αυτή η νομική μορφή προσφέρεται για πολύ μικρό αριθμό ατόμων συνδεόμενων στενά μεταξύ τους
Η Εττερόρρυθμη Εταιρεία (Ε.Ε.) έχει έναν τουλάχιστον ομόρρυθμο εταίρο, ο οποίος σχεδόν πάντοτε είναι ο διαχειριστής. Οι ετερόρρυθμοι εταίροι ευθύνονται μόνο μέχρι το ποσό που έχουν διαθέσει.
Σε αντίθεση με τα ανωτέρω, στον συνεταιρισμό τα μέλη εφαρμόζουν δημοκρατικές διαδικασίες για την εκλογή των διαχειριζομένων τις συλλογικές υποθέσεις. Η συμμετοχή στο κεφάλαιο είναι ίση ή περίπου ίση για όλους και η διανομή των ωφελημάτων είναι ανάλογη με τη συμβολή καθενός στη δημιουργία αυτών των ωφελημάτων. Να προστεθεί ότι ο νόμος που ισχύει για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς φαίνεται να παρέχει στους συνεταιρισμούς την αναγκαία ευελιξία στη λήψη αποφάσεων και στη διαχείριση των υποθέσεων, εάν αυτό επιλέξουν τα μέλη.
Στους αγροτικούς συνεταιρισμούς υπάρχει ειδικό καθεστώς φορολόγησης. Όταν οι συναλλαγές με τα μέλη τους αφήνουν πλεόνασμα, αυτό μπορεί να επιστραφεί στα μέλη διότι όταν προέρχεται από την πώληση προϊόντων των μελών αποτελεί συμπλήρωμα της τιμής για τα προϊόντα τους ενώ όταν προέρχεται από προμήθεια εφοδίων αποτελεί την έκπτωση που πέτυχε ο συνεταιρισμός με τη συλλογική ενέργεια. Έτσι, ο συνεταιρισμός συνδυάζει την περιορισμένη ευθύνη των Α.Ε. Και Ε.Π.Ε. Με την συμμετοχή όλων στη διαμόρφωση των αποφάσεων και την αναλογική απόδοση του οφέλους σε εκείνους που το δημιούργησαν με τη συναλλαγή τους με τον συνεταιρισμό.

  • Η συνεργασία των μελών με τη συνεταιριστική οργάνωση να είναι ουσιαστική, με πραγματική δέσμευση (περιορισμός της κυριαρχίας του μέλους , αύξηση της κυριαρχίας της ομάδας).

Ενώ ο συνεταιριστικός θεσμός παρέχει τη δυνατότητα δημιουργίας ενός συλλογικού οργάνου – του συνεταιρισμού – από τα μέλη για τη δική τους εξυπηρέτηση, η χρήση αυτού του οργάνου στην ελληνική πράξη δεν διακρίνεται από τήρηση του αυτονόητου. Ο συνεταιρισμός στη χώρα μας χρησιμοποιείται από τα μέλη κατά βούληση. Τα μέλη αφήνονται ελεύθερα να χρησιμοποιούν ή όχι τις υπηρεσίες του συνεταιρισμού τους. Αυτό μοιάζει με επιχειρηματία που ανοίγει κατάστημα αλλά ο ίδιος δεν ψωνίζει από το κατάστημά του.
Η δέσμευση των μελών να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του συνεταιρισμού οφείλει να αναφέρεται στο καταστατικό και να τηρείται με αυστηρότητα. Διαφορετικά, ο συνεταιρισμός, αργά ή γρήγορα, θα καταστεί περιττός και θα διαλυθεί. Εναλλακτικά, όταν ο συνεταιρισμός αποφασίζει να αναλάβει μια δραστηριότητα, εφόσον αποφασίζει η γενική συνέλευση, τα μέλη πρέπει να υποχρεώνονται να υπογράψουν δέσμευση χρησιμοποίησης των υπηρεσιών του ή να αποχωρήσουν. Η μη τήρηση της δέσμευσης να συνεπάγεται αποζημίωση για την προκαλούμενη βλάβη και διαγραφή.

  • Η δέσμευση του μέλους να είναι εθελοντική (μέσω του καταστατικού) και όχι επιβαλλόμενη από τη νομοθεσία.

Συχνά υποστηρίζεται ότι ο νόμος θα πρέπει να επιβάλλει την υποχρέωση των μελών να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του συνεταιρισμού και τη δέσμευση του συνεταιρισμού να προσφέρει συγκεκριμένες υπηρεσίες στα μέλη. Κάτι τέτοιο δεν εξασφαλίζει την επιτυχία του συνεταιρισμού. Αυτό αποδείχθηκε και με τις σχετικές διατάξεις του νόμου 1541/1985, που επέβαλαν την υποχρέωση των μελών να παραδίδουν τα παραγόμενα προϊόντα για μεταποίηση και εμπορία στον συνεταιρισμό και την παράλληλη υποχρέωση του συνεταιρισμού να παραλαμβάνει τα προϊόντα. Οι διατάξεις αυτές αδράνησαν, αφού οι περισσότεροι συνεταιρισμοί δεν είχαν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν. Οι αυτονόητες αυτές ρυθμίσεις γίνονται από τους ίδιους τους συνεταιρισμούς, οι οποίοι είναι σε θέση να κρίνουν αν έχουν τη δυνατότητα να αναλάβουν ανάλογο ρόλο. Η γενική νομοθετική ρύθμιση δεν αποτελεί τη λύση όπου τα άτομα δεν είναι σε θέση να προστατεύσουν τον εαυτό τους.

  • Η νομοθεσία να διευκολύνει την ανασυγκρότηση που θα επιδιωχθεί, παρέχοντας το κατάλληλο νομοθετικό πλαίσιο και ει δυνατόν κίνητρα.

Η ανασυγκρότηση μιας δομής που οικοδομήθηκε επί περίπου 100 χρόνια και που στη διάρκεια αυτή γνώρισε πολλές περιόδους ακμής και παρακμής ή ευνοϊκής και κακής μεταχείρισης εκ μέρους της πολιτείας, δημιουργώντας αντίστοιχες εμπειρίες και αντιδράσεις, δεν είναι εύκολη υπόθεση. Παρ’ ότι οι συνεταιρισμοί αντιμετωπίσθηκαν συχνά ως προέκταση του κρατικού μηχανισμού, η επιδιωκόμενη ανασυγκρότηση πρέπει να αποτελέσει αποτέλεσμα της δικής τους επιλογής και όχι κρατικής επιβολής. Όμως στην πορεία αυτή χρειάζεται η συμπόρευση του κράτους.
Τη δημιουργία ευνοϊκού κλίματος για την ανάπτυξη των συνεταιρισμών εισηγούνται τα Ηνωμένα Έθνη15 και η Ευρωπαϊκή Ένωση16 αλλά υποδεικνύει και ο κοινός νους, εάν το ενδιαφέρον μιας πολιτείας είναι να ενθαρρύνει τις πρωτοβουλίες των ενεργών πολιτών, την κοινωνικοποίησή τους μέσω της συνεργασίας αλλά και τη δημιουργία ισορροπίας συμφερόντων στην αγορά. Οι συνεταιρισμοί των ενδιαφερομένων πολιτών, οι οποίοι συμμετέχουν με τους ίδιους όρους στον ανταγωνισμό της ελεύθερης οικονομίας της αγοράς, συντηρούν και γονιμοποιούν τον ανταγωνισμό και ακόμη συμβάλλουν στην πιο ισόρροπη διανομή του πλούτου.
Συνάγεται ότι η πολιτεία έχει συμφέρον να υπάρχουν ισχυρές συνεταιριστικές πρωτοβουλίες και για τη δημιουργία τους μπορεί να συμβάλει με το κατάλληλο θεσμικό πλαίσιο. Ρυθμιστικές ενισχύσεις, ουσιαστικά για την καλύτερη λειτουργία της αγοράς είναι καθ’ όλα δικαιολογημένες. Δεν δικαιολογούνται ούτε επιζητούνται από τους συνεταιρισμούς διαρκείς ‘ενέσεις’ επιβίωσης, με τη μορφή ‘τεχνητής αναπνοής’ πριν από την εκπνοή. Οποιεσδήποτε διευκολύνσεις ή κίνητρα οφείλουν να εξετάζονται από την οπτική του αντίστοιχου κοινωνικού οφέλους.


2. Προσανατολισμός της ανασυγκρότησης

Η ανασυγκρότηση της συνεταιριστικής κίνησης δεν πρέπει να νομισθεί ότι θα γίνει με το πάτημα ενός κουμπιού. Πρέπει να αποτελέσει επιλογή των ενδιαφερομένων, αφού εξηγηθεί το συνολικό σχήμα και οι διαδικασίες που θα ακολουθηθούν. Ακόμη, θα χρειαστεί να εξασφαλιστεί η σύμφωνη γνώμη της Πολιτείας για τις αναγκαίες θεσμικές ρυθμίσεις.
Στη συνέχεια αναφέρονται οι κύριοι άξονες της προτεινόμενης ανασυγκρότησης:

  • Οι Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΑΣ) να αποτελέσουν πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς και να εξυπηρετούν απ’ ευθείας τα μέλη τους.

Με βάση την αιτιολόγηση που προαναφέρθηκε, φαίνεται ότι είναι ώριμες οι συνθήκες να αναγνωριστεί μια πραγματικότητα που υπάρχει σε αρκετή έκταση, δηλαδή να αναγνωριστούν οι Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών ως πρωτοβάθμιοι συνεταιρισμοί, που έχουν ως μέλη φυσικά και νομικά πρόσωπα και εξυπηρετούν απ’ ευθείας τα μέλη τους ως προς τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Δεν παραβλέπεται ότι υπάρχουν περιπτώσεις σημαντικών και δραστήριων πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών. Όμως ο αριθμός τους είναι περιορισμένος και σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να εξαναγκαστούν να προχωρήσουν σε μη επιθυμητές επιλογές.
Με τη μετατροπή των ενώσεων σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς θα παρουσιαστεί η πραγματική εικόνα της ελληνικής συνεταιριστικής κίνησης, ενώ σήμερα “ευημερούν οι αριθμοί αλλά πάσχουν οι άνθρωποι”, όπως έλεγε ο Γεώργιος Παπανδρέου.

  • Οι γενικές συνελεύσεις να είναι λειτουργικές, με περιορισμένη αριθμό μελών, ώστε να γίνεται ουσιαστικός διάλογος.

Με τη μετατροπή των Ενώσεων σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς, ο αριθμός των μελών (φυσικών και νομικών προσώπων) θα είναι μεγάλος, όπως συμβαίνει σήμερα στα περισσότερα κράτη μέλη της Ε.Ε. Επόμενο είναι να ακολουθηθούν οι τρόποι που χρησιμοποιούνται σε άλλες χώρες, ώστε παρά τον μεγάλο αριθμό μελών που απαρτίζουν τη γενική συνέλευση, η συνέλευση να είναι ταυτόχρονα λειτουργική. Το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού αποτελεί οδηγό για την αντιμετώπιση του θέματος17.
Για να είναι λειτουργική μια γενική συνέλευση πρέπει να αποτελείται από σχετικά περιορισμένο αριθμό προσώπων. Ηχεί ελκυστική η ιδέα της συμμετοχής όλων των μελών στις συνελεύσεις συλλογικών οργάνων, ταυτόχρονα όμως η πείρα έχει δείξει ότι οι πολυάνθρωπες συνελεύσεις δεν αποτελούν συναθροίσεις για ουσιαστικό διάλογο. Ο χρόνος που μπορεί να διατεθεί για την έκφραση απόψεων είναι αντιστρόφως ανάλογος προς τον αριθμό των συμμετεχόντων. Όταν παρατείνεται επί ημέρες η διάρκεια μιας γενικής συνέλευσης για να δοθεί σε περισσότερους συμμετέχοντες η δυνατότητα διατύπωσης των απόψεών τους, το κόστος μεγεθύνεται αλλά και καθυστερεί η λήψη αποφάσεων. Όμως, η ανάγκη ανταγωνιστικής αντιπαράθεσης των συνεταιρισμών προς τις συμβατικές επιχειρήσεις δεν επιτρέπει καθυστερήσεις.
Για να αυξηθεί περαιτέρω η ευελιξία των συνεταιρισμών στη λήψη αποφάσεων, πρέπει να περιορίζονται τα θέματα που εντάσσονται στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης, με την εξουσιοδότηση χειρισμού των περισσότερων από το διοικητικό συμβούλιο ή τον γενικό διευθυντή. Η εκχώρηση αυξημένων αρμοδιοτήτων σε ολιγομελή όργανα, σχολιάζεται συχνά αρνητικά και θεωρείται ως περιορισμός της δημοκρατίας στους συνεταιρισμούς. Δεδομένου όμως ότι η γενική συνέλευση κρίνει και αξιολογεί και επιβραβεύει ή αποδοκιμάζει τις ενέργειες των εξουσιοδοτηθέντων οργάνων, κατά τον ετήσιο απολογισμό, η εξουσία διατηρείται στο κορυφαίο όργανο των μελών. Άλλωστε, όπως προαναφέρθηκε, η επιβίωση και επικράτηση των συνεταιρισμών στο κλίμα έντονου ανταγωνισμού έχει καταστεί επιδίωξη ύψιστης προτεραιότητας.
  • Οι υφιστάμενοι πρωτοβάθμιοι συνεταιρισμοί να αποτελέσουν Τμήματα της νέας ΕΑΣ, στα οποία να λειτουργούν Τμηματικές Συνελεύσεις για την εκλογή αντιπροσώπων στη νέα ΕΑΣ.

Οι υφιστάμενοι συνεταιρισμοί, ακόμη και εάν αδρανούν, αποτελούνται από φυσικά πρόσωπα τα οποία θα κληθούν να ενταχθούν στην Ένωση που θα μετατραπεί σε πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό. Η μετατροπή αυτή θα αποτελέσει ευκαιρία εκκαθάρισης του μητρώου των συνεταιρισμών από άτομα τα οποία είτε έχουν αποβιώσει είτε έχουν εγκαταλείψει τη γεωργία. Ταυτόχρονα, θα πρέπει να γίνουν ρυθμίσεις τέτοιες ποιυ να αποθαρρύνουν εγγραφές σκοπιμότητας, όπως είχαν γίνει στο παρελθόν.
Με τη δέσμευση του μέλους να χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του συνεταιρισμού του (της σημερινής Ένωσης), δεν θα έχουν λόγο εγγραφής (ή αν εγγραφούν θα διαγράφονται) όσοι δεν χρησιμοποιούν τις προσφερόμενες υπηρεσίες επί οριζόμενο στο καταστατικό διάστημα. Εκείνοι που κατά τη διάρκεια ενός έτους δεν έχουν χρησιμοποιήσει υπηρεσίες ενός κατώτατου επιπέδου δεν πρέπει να έχουν δικαίωμα ψήφου στη γενική (ή τμηματική ή τομεακή) συνέλευση, ώστε να μην επηρεάζουν αποφάσεις που αφορούν τα ενεργά μέλη.
Μετά την εκκαθάριση του μητρώου, τα απομένοντα ενεργά μέλη κάθε υφιστάμενου σήμερα συνεταιρισμού, εφόσον υπερβαίνουν έναν καθοριζόμενο από το καταστατικό της νέας ΕΑΣ αριθμό18, θα αποτελούν τμήμα της πρωτοβάθμιας πλέον ΕΑΣ, από το οποίο θα εκλέγονται αντιπρόσωποι στη γενική συνέλευση.
Θετικά θα λειτουργήσει για την επιδιωκόμενη ανασυγκρότηση η διατήρηση σε ισχύ των κινήτρων συγχώνευσης που περιλαμβάνει ο νόμος 2810/2000 στο άρθρο 21, αφού εξειδικευθούν, όπου απαιτείται, καθώς και η ρύθμιση των εκκρεμοτήτων των αδρανούντων συνεταιρισμών που αντιμετωπίζουν προβλήματα με την Εφορία λόγω παραμέλησης υποβολής δηλώσεων Φόρου Προστιθέμενης Αξίας.

  • Στη νέα ΕΑΣ να γίνονται δεκτά και νομικά πρόσωπα ως μέλη, εάν το προβλέπει το καταστατικό, με την προϋπόθεση ότι δεν θα ασκούν παρόμοιες ή ανταγωνιστικές δραστηριότητες.

Το καταστατικό εκφράζει τη βούληση των μελών, η οποία όμως οφείλει να κινείται εντός των ορίων του νόμου. Η παρ. 2 του άρθρου 5 του νόμου 2810/2000 αφήνει στο καταστατικό να ορίσει αν θα γίνονται μέλη του συνεταιρισμού νομικά πρόσωπα τα οποία ασχολούνται με τις δραστηριότητες που εξυπηρετεί ο συνεταιρισμός. Κρίνεται, στην προκείμενη περίπτωση να υπάρχει διάταξη στο καταστατικό της νέας ΕΑΣ (πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού) που να δέχεται τη συμμετοχή νομικών προσώπων και ιδιαίτερα άλλων πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών. Η διάταξη αυτή θα διευκολύνει τη συμμετοχή στην νέα ΕΑΣ και συνεταιρισμών που δεν επιθυμούν να χάσουν την οντότητά τους, επικαλούμενοι επιχειρηματικούς ή άλλους λόγους. Με τη συμμετοχή και αυτών, θα μεγεθυνθεί ο όγκος των δραστηριοτήτων του νέου συνεταιρισμού (π.χ. όγκος προϊόντων που θα διαχειρίζεται), με τα συνακόλουθα πλεονεκτήματα.
Πολλές συζητήσεις έχουν γίνει κατά καιρούς εάν θα πρέπει να συμμετέχουν στους συνεταιρισμούς μόνο οι κατά κύριο επάγγελμα γεωργοί ή οι κατά κύριο και αποκλειστικό επάγγελμα γεωργοί ή όλοι όσοι μπορούν να εξυπηρετηθούν από τις δραστηριότητες του συνεταιρισμού. Η τελευταία επιλογή έχει υιοθετηθεί από τον νόμο 2810/2000 (άρθρο 5, παρ. 1).
Η επιλογή του νόμου κρίνεται συμφέρουσα και στην προκείμενη περίπτωση, διότι αποκτά μεγαλύτερη ισχύ ο συνεταιρισμός όταν διαχειρίζεται μεγάλες ποσότητες και όταν δεν απορρίπτει παραγωγούς, οι οποίοι, επειδή έχουν αποκλειστεί, τελικά χρησιμοποιούνται από ιδιώτες ανταγωνιστές ως κράχτες αποστασίας μελών του συνεταιρισμού, διότι οι ιδιώτες ανταγωνιστές τους επιφυλάσσουν εξαιρετική μεταχείριση, μέχρι να πετύχουν τον σκοπό τους.
Εξ άλλου, η ιδιότητα του κατά κύριο επάγγελμα γεωργού έχει χρησιμοποιηθεί από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε μερικές συγκεκριμένες περιπτώσεις, που ήταν και δυνατό να ελεγχθούν κατά πόσο πληρούν τα κριτήρια σε μια δεδομένη περίοδο, δηλαδή να χρησιμοποιούν στη γεωργία τουλάχιστον το 50% του εργάσιμου χρόνου και να αντλούν από τη γεωργία τουλάχιστον το 50% του εισοδήματός τους. Με τον μεγάλο αριθμό των γεωργικών εκμεταλλεύσεων στην Ελλάδα, η συγκέντρωση αξιόπιστων στοιχείων για τις παραμέτρους αυτές είναι πρακτικά αδύνατη. Αλλά και αν αυτό καταστεί εφικτό, έχει τόση μεταβλητότητα από χρόνο σε χρόνο ώστε θα απαιτούσε πολυάνθρωπο μηχανισμό και συνεχείς ελέγχους, απαιτήσεις δυσανάλογες για το αποτέλεσμα που προσδοκάται και μάλιστα σε μια χώρα που δεν πετυχαίνει κάτι αντίστοιχο ούτε για τη φορολόγηση των πολιτών.
Όπως αναφέρθηκε σε προηγούμενο σημείο, αν χρησιμοποιηθεί το κριτήριο των κατά κύριο επάγγελμα γεωργών, στην κατηγορία αυτή από την άποψη της απασχόλησης θα περιληφθεί μόνο το 32,2 % των απασχολουμένων στη γεωργία (δηλαδή όσοι χρησιμοποιούν τουλάχιστον το 50% του εργάσιμου χρόνου τους στη γεωργία). Αν προστεθεί και το κριτήριο του εισοδήματος, το ποσοστό αυτό θα είναι ακόμη μικρότερο.
Εκείνοι που θα πρέπει να αποκλείονται από τον συνεταιρισμό είναι όσοι ασκούν ανταγωνιστικές δραστηριότητες ή γενικότερα όσοι αντιστρατεύονται τους στόχους των συνεταιρισμών.

  • Οι Κεντρικές Ενώσεις να αποτελέσουν δευτεροβάθμιους συνεταιρισμούς.

Εφόσον οι Ενώσεις καταστούν πρωτοβάθμιοι συνεταιρισμοί, ερωτάται ποια θα είναι η θέση των Κεντρικών Ενώσεων. Είναι προφανές ότι το συνεταιριστικό σύστημα θα περιλαμβάνει πλέον μόνο δύο επίπεδα: πρωτοβάθμιους και δευτεροβάθμιους συνεταιρισμούς. Οι Κεντρικές Ενώσεις θα αποτελούν τους δευτεροβάθμιους συνεταιρισμούς και επιθυμητό θα είναι να είναι εξειδικευμένοι και εθνικού επιπέδου, για να επιτυγχάνεται η μέγιστη δυνατή συσπείρωση των παραγωγών.

  • Συνεταιριστικές Εταιρείες να συνεχίσουν να υπάρχουν και να είναι μέλη της ΠΑΣΕΓΕΣ.

Οι Συνεταιριστικές Εταιρείες δεν υπάρχει λόγος να υποστούν οποιαδήποτε μεταβολή. Αποτελούν φορείς των συνεταιριστικών οργανώσεων, που κρίθηκε ότι εξυπηρετούν καλύτερα τους στόχους τους με αυτή τη νομική μορφή. Στις Συνεταιριστικές Εταιρείες η πλειονότητα των μετοχών ή των εταιρικών μεριδίων ανήκει σε συνεταιριστικές οργανώσεις ή συνεταιριστικές εταιρείες και συνεπώς ελέγχονται από αυτές.

  • Η ΠΑΣΕΓΕΣ να παραμείνει κορυφαία οργάνωση συντονισμού και εκπροσώπησης της συνεταιριστικής κίνησης.

Η ΠΑΣΕΓΕΣ δεν χρειάζεται να αλλάξει όνομα ή ρόλο. Θα παραμείνει το κορυφαίο όργανο συντονισμού και εκπροσώπησης, με μέλη πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς (τις προηγούμενες ΕΑΣ) και πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς που δεν έχουν ενταχθεί σε ΕΑΣ, με κανόνες εκπροσώπησης ίδιους με των Ενώσεων που έχουν μετατραπεί σε πρωτοβάθμιους. Όπως είναι αναμενόμενο, εάν κριτήριο που θα καθορίζει τη δύναμη σε ψήφους θα είναι π.χ. ο κύκλος εργασιών ή το διαχειριστικό υπόλοιπο της χρήσης (δηλ. πλεονάσματα και κέρδη)19, η δύναμη σε ψήφους των μικρών συνεταιρισμών θα είναι εξίσου μικρή. Στην ΠΑΣΕΓΕΣ θα μετέχουν επίσης οι Κεντρικές Ενώσεις (ως δευτεροβάθμιοι συνεταιρισμοί) και Κοινοπραξίες, με τον τρόπο και τη δύναμη σε ψήφους ανάλογη με τη σημερινή.

  • Η ΠΑΣΕΓΕΣ να εγκαταλείψει την επαγγελματική εκπροσώπηση των αγροτών.

Παρά το γεγονός ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ ανέκαθεν αποτελούσε μια ευπρόσωπη παρουσία στις Βρυξέλλες, τόσο στην COGECA όσο και στην COPA, κρίνεται πλέον σκόπιμο να εγκαταλείψει την επαγγελματική εκπροσώπηση των αγροτών και να περιοριστεί στην εκπροσώπηση μόνο των συνεταιρισμών. Η εξέλιξη του συνδικαλισμού σε φορείς διαμαρτυρίας στην Ελλάδα και η (καλή ή κακή) συμπεριφορά πολλών συνεταιριστικών στελεχών ως εκπροσώπων των αγροτών, ενδεχομένως για να γίνουν γνωστά και να προωθήσουν τις φιλοδοξίες τους για ανάδειξη σε άλλα αξιώματα, έχουν συντελέσει στη δημιουργία της εντύπωσης ότι και οι συνεταιρισμοί αποτελούν σκαλοπάτι για ανάδειξη σε άλλα αξιώματα.
Επιπλέον, το γεγονός ότι τόσο ο αγροτικός συνδικαλισμός όσο και πληθώρα συνεταιριστικών στελεχών έχουν συνδεθεί, αμέσως ή εμμέσως, με πολιτικά κόμματα, οι πολιτικές παρατάξεις εκλαμβάνουν τους “ημέτερους” συνεταιρισμούς ως κομματικά φέουδα και συμπεριφέρονται αναλόγως σε αυτούς και στους συνδεόμενους με άλλα κόμματα.
Η ΠΑΣΕΓΕΣ θα πείσει για την ειλικρίνεια των προθέσεών της να αναλάβει την ανασυγκρότηση της συνεταιριστικής κίνησης, αν αποποιηθεί τον, έστω και καλώς εννοούμενο, συνδικαλιστικό της ρόλο και εάν αυτοί που την εκφράζουν αποφασίσουν να απέχουν από κομματικές εκδηλώσεις και κομματικές διασυνδέσεις και εξαρτήσεις.
Επίσης, θα πείσει εάν η ηγεσία της συστηματικά προβάλλει τον επιχειρηματικό χαρακτήρα των συνεταιρισμών και επιδιώκει να γίνονται γνωστά τα αποτελέσματα που προέρχονται από τις επιχειρηματικές πρωτοβουλίες των συνεταιρισμών. Η προσφορά υπηρεσιών προς τους αγρότες κατ’ ανάθεση από την Ε.Ε. ή το ελληνικό δημόσιο, παρ’ ότι πολύ χρήσιμες, πρέπει να θεωρείται υποδεέστερο έργο σε σύγκριση με τον καθαυτό επιχειρηματικό ρόλο των συνεταιρισμών.
Οι συνεταιρισμοί, ως επιχειρήσεις, δεν επιτρέπεται να προσεταιρίζονται πολιτικά κόμματα, ούτε τα πολιτικά κόμματα να εναγκαλίζονται ή να αντιπαρατάσσονται προς τους συνεταιρισμούς ανάλογα με τα πρόσωπα που έχουν εκλεγεί στην ηγεσία τους.
  • Να γίνει απορρόφηση των περιουσιακών στοιχείων των συνεταιρισμών, με συμφωνία ΕΑΣ-συνεταιρισμών, ύστερα από αποτίμηση από ανεξάρτητο όργανο, χωρίς να προηγηθεί ειδική εκκαθάριση, αλλά με ειδική διάταξη νόμου δυνητικής εφαρμογής.

Ένα από τα σοβαρότερα θέματα που ανακύπτουν από την πρόταση μετατροπής των ΕΑΣ σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς είναι η τύχη των περιουσιακών στοιχείων των συνεταιρισμών που θα ενταχθούν στον νέο πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό που προκύπτει από την μετατροπή της ΕΑΣ.
Κατ΄ αρχήν, οι περισσότεροι αγροτικοί συνεταιρισμοί έχουν ζωή αρκετών δεκαετιών, μέχρι και ενός αιώνα. Η περιουσία που σήμερα διαθέτουν έχει δημιουργηθεί με τη συμβολή διαδοχικών γενεών και δεν είναι αποτέλεσμα των δραστηριοτήτων των σημερινών μελών, ώστε να ανήκει σε αυτά. Γι' αυτό ο καθιερωμένος γενικός κανόνας, που εφαρμόζεται σε περιπτώσεις διάλυσης ενός συνεταιρισμού, είναι να διατίθεται το υπόλοιπο που απομένει μετά την εκκαθάριση για σκοπούς παρόμοιους με του συνεταιρισμού ή για τη δημιουργία άλλου συνεταιρισμού.
Το καταστατικό για τον Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό ορίζει (άρθρο 75) ότι "το καθαρό ενεργητικό διανέμεται σύμφωνα με την αρχή της αφιλοκερδούς διανομής, ή, εάν το επιτρέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους της καταστατικής έδρας του, σύμφωνα με άλλη ρύθμιση που ορίζεται από το καταστατικό του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού".
Ο νόμος 2810/2000 για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς στο άρθρο 25, παρ. 3, ορίζει ότι "το υπόλοιπο του ενεργητικού που απομένει, διατίθεται σύμφωνα με όσα ορίζονται στο καταστατικό".
Ο νόμος 1667/1986 ορίζει στο άρθρο 10, παρ. 2, ότι "το υπόλοιπο διανέμεται στους συνεταίρους ανάλογα με τις μερίδες τους, εκτός αν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό".
Στην προκείμενη περίπτωση είναι σκόπιμο να μην προκληθεί τάση εκποίησης της περιουσίας των συνεταιρισμών που θα κληθούν να ενσωματωθούν στον νέο πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό (δηλ. στην τωρινή ΕΑΣ). Η εμπειρία που αποκτήθηκε από τις αναγκαστικές συγχωνεύσεις που είχε προβλέψει ο νόμος 1541/1985, όταν επιδιώχθηκε να συγχωνευθούν "πλούσιοι" με "φτωχούς" συνεταιρισμούς, οδηγεί στην επιδίωξη αναγνώρισης της περιουσιακής κατάστασης κάθε συνεταιρισμού. Συμπεραίνεται ότι θα πρέπει να γίνει αντικειμενική αποτίμηση της περιουσίας κάθε ενδιαφερόμενου συνεταιρισμού και να αποκτηθούν αντίστοιχα δικαιώματα, σύμφωνα με τη διαδικασία που αναφέρεται στη συνέχεια.
Μεταξύ άλλων, οι κανόνες που χρειάζεται να καθοριστούν από τη νομοθεσία είναι οι ακόλουθοι:
  • Αν οι ενσωματούμενοι συνεταιρισμοί έχουν ανεξόφλητα δάνεια, αυτά να εξοφληθούν εις βάρος της μεταβιβαζόμενης περιουσίας. Αν οι οφειλές δεν καλύπτονται από την αξία της περιουσίας, να επιδιωχθεί ρύθμιση με την ΑΤΕ ή να επιβληθεί έκτακτη εισφορά στα μέλη του οφειλέτη συνεταιρισμού.
  • Η αποτίμηση της περιουσίας που οδηγεί σε αναπροσαρμογή της αξίας των παγίων να απαλλάσσεται από φόρο αναπροσαρμογής αξίας παγίων.
  • Τα περιουσιακά στοιχεία που θα μεταβιβαστούν από τους πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς στη νέα ΕΑΣ να απαλλάσσεται από φόρο μεταβίβασης.
  • Ανεξάρτητα από τα οριζόμενα στα καταστατικά των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, είναι σκόπιμο να υπάρξει ειδική διάταξη, που να ορίζει ότι η αξία εκποιούμενης περιουσίας πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού δεν διανέμεται στα μέλη.
  • Να δοθούν στους συνεταιρισμούς που μεταβιβάζουν περιουσιακά στοιχεία στην νέα ΕΑΣ, ειδικές μερίδες μελών-επενδυτών, οι οποίες θα ανήκουν στο Τμήμα που αντικατέστησε τον πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό.

Αφού γίνει η αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων, θα γίνει μεταβίβασή τους στη νέα ΕΑΣ που έχει μετατραπεί σε πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό, ενώ ταυτόχρονα θα αναγνωριστεί ότι ο συνεταιρισμός που ενσωματώνεται έχει την κυριότητα στην προσφερόμενη αξία. Αυτό θα γίνει με την αποδοχή μελών-επενδυτών στους συνεταιρισμούς, τα οποία θα έχουν και συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων, με καθορισμένο ποσοστό ψήφων. Μέλη-επενδυτές στην προκείμενη περίπτωση θα είναι τα Τμήματα, δηλαδή οι πρωτοβάθμιοι συνεταιρισμοί που ενσωματώνονται στη νέα ΕΑΣ.
Με άλλα λόγια, τα μέλη ενός συνεταιρισμού που ενσωματώνεται στη νέα ΕΑΣ (πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό):
(α) θα μετέχουν στο Τμήμα (δηλ. στον προηγούμενο τοπικό συνεταιρισμό) και θα ψηφίζουν για την εκλογή των εκπροσώπων του Τμήματος στη γενική συνέλευση της νέας ΕΑΣ και
(β) ως Τμήμα (ως συλλογικό όργανο) θα αποτελούν μέλος-επενδυτή, το οποίο θα διαθέτει πρόσθετους εκπροσώπους στη γενική συνέλευση της νέας ΕΑΣ, εάν έχει ενσωματώσει την περιουσία του στη νέα ΕΑΣ.

  • Η Τμηματική Συνέλευση (ως συλλογικό όργανο) θα έχει τη δυνατότητα να εκπροσωπείται στη γενική συνέλευση της νέας ΕΑΣ, ως μέλος-επενδυτής, με αριθμό ψήφων που θα προκύπτει από το ύψος του κεφαλαίου που μεταβίβασε στην ΕΑΣ.

Ο αριθμός ψήφων που θα διαθέτει η Τμηματική Συνέλευση ως συλλογικό όργανο θα είναι συνάρτηση του ύψους του κεφαλαίου που μεταβίβασε στην ΕΑΣ, σε σχέση με το συνολικό κεφάλαιο που έχει μεταβιβαστεί στη νέα ΕΑΣ από όλους τους συνεταιρισμούς που έχουν ενταχθεί. Δηλαδή, αν ο συγκεκριμένος συνεταιρισμός μεταβίβασε στη νέα ΕΑΣ το 10% της συνολικής αξίας που έχει μεταβιβαστεί από το σύνολο των ενταχθέντων συνεταιρισμών, θα του δοθεί το 10% των ψήφων.

  • Το σύνολο των μελών-επενδυτών να μπορεί να εκπροσωπείται στη γενική συνέλευση της νέας ΕΑΣ με αριθμό ψήφων ίσο με το 25% των ψήφων των φυσικών προσώπων μελών (περιλαμβανομένων και των νομικών προσώπων-μελών, όπως προαναφέρθηκε).

Όταν οι συνεταιρισμοί παρέχουν δυνατότητα σε μέλη-επενδυτές να ψηφίζουν στη γενική συνέλευση, χρειάζεται να προσδιορίζουν το ποσοστό ψήφων που θα διαθέτουν συνολικά τα μέλη-επενδυτές.
Το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού (Κανονισμός 1435/2003) ορίζει στην παρ. 1 του άρθρου 14, ότι "Εφόσον το επιτρέπει η νομοθεσία του κράτους μέλους της καταστατικής έδρας του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού, το καταστατικό μπορεί να ορίζει ότι πρόσωπα που δεν έχουν πρόθεση να χρησιμοποιήσουν ή να παράγουν τα αγαθά και τις υπηρεσίες του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού, μπορούν να γίνουν δεκτά ως μέλη επενδυτές (μη χρήστες). Στην περίπτωση αυτή, για την είσοδο μέλους απαιτείται έγκριση της γενικής συνέλευσης ή άλλου οργάνου εξουσιοδοτημένου προς τούτο από τη γενική συνέλευση ή από το καταστατικό."
Για το θέμα αυτό, στο άρθρο 59, παρ. 3, ορίζεται ότι "Όσον αφορά τα δικαιώματα ψήφου τα οποία μπορεί να παρέχει το καταστατικό στα μέλη μη χρήστες (επενδυτές), ο Ευρωπαϊκός Συνεταιρισμός διέπεται από το δίκαιο του κράτους μέλους της καταστατικής έδρας. Ωστόσο, μέλη μη χρήστες (επενδυτές), δεν μπορούν να έχουν συνολικά δικαιώματα ψήφου άνω του 25% των συνολικών δικαιωμάτων ψήφου".
Στην περίπτωση των ελληνικών αγροτικών συνεταιρισμών, το ποσοστό 25% εκτιμάται ότι θα μπορούσε να είναι και μεγαλύτερο, διότι στην προτεινόμενη ανασυγκρότηση μέλη επενδυτές δεν θα είναι τρίτοι μη-χρήστες επενδυτές αλλά τα ίδια τα τμήματα του ενιαίου συνεταιρισμού που θα προκύψει από την ένταξη των επιμέρους πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών. Όμως το ποσοστό αυτό δεν θα πρέπει να ξεπερνά το 50%, διότι, αν είναι μεγαλύτερο, η συμβολή σε κεφάλαιο (αφού οι ψήφοι των τμημάτων εξαρτώνται από τη συμβολή σε κεφάλαιο) θα προτάσσεται της συμμετοχής των προσώπων.
Θα πρέπει να προβλέπεται ότι ο αριθμός ψήφων των μελών-επενδυτών θα αναπροσαρμόζεται ανά τριετία, ώστε να λαμβάνονται υπόψη ενδεχόμενες μεταβολές.

  • Κάθε Τμηματική Συνέλευση θα εκλέγει αντιπροσώπους με βάση τον αριθμό των ψήφων των μελών και επιπλέον αντιπροσώπους με βάση τη συμβολή (με τα περιουσιακά στοιχεία που μεταβίβασε) στο κεφάλαιο της νέας ΕΑΣ.

Όπως εξηγήθηκε στα προηγούμενα, με την προτεινόμενη διευθέτηση, οι συνεταιρισμοί που εντάσσονται στη νέα ΕΑΣ αλλά δεν έχουν εισφέρει περιουσιακά στοιχεία, θα διαθέτουν στη γενική συνέλευση ψήφους που θα προσδιορίζονται με βάση το ύψος των συναλλαγών του Τμήματος με τη νέα ΕΑΣ20. Εκείνοι όμως οι συνεταιρισμοί που έχουν εισφέρει και περιουσιακά στοιχεία στη νέα ΕΑΣ θα έχουν πρόσθετες ψήφους που θα προσδιορίζονται με βάση το ποσοστό των εισφερθέντων κεφαλαίων επί του συνόλου των εισφερθέντων κεφαλαίων. Στο Παράρτημα 1 παρουσιάζονται παραδείγματα που αναφέρονται στον τρόπο καθορισμού του αριθμού ψήφων.

  • Στη νέα ΕΑΣ να εφαρμόζεται το Δυαδικό Σύστημα διοίκησης, στο οποίο υπάρχει Όργανο Διεύθυνσης (από διορισμένα εξειδικευμένα διευθυντικά στελέχη) και Όργανο Εποπτείας αποτελούμενο από αιρετούς εκπροσώπους των μελών. Το Όργανο Διεύθυνσης ορίζεται, εποπτεύεται και ανακαλείται από το Όργανο Εποπτείας.

Από τα δύο σχήματα διοίκησης των συνεταιρισμών που αναφέρει το Καταστατικό Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού στα άρθρα 37-44 (δηλαδή το Δυαδικό και το Μονιστικό σύστημα), προτείνεται η εφαρμογή του Δυαδικού Συστήματος διοίκησης. Στο σύστημα αυτό υπάρχει ένα Όργανο Διεύθυνσης και ένα Όργανο Εποπτείας.
Το Όργανο Διεύθυνσης αποτελείται από στελέχη εξειδικευμένα σε θέματα μάνατζμεντ (1-3 συνήθως), τα οποία επιλέγονται και τοποθετούνται στις θέσεις αυτές
από το Όργανο Εποπτείας, το οποίο έχει και τη δυνατότητα να τα ανακαλέσει. Το Όργανο Διεύθυνσης ασκεί το καθημερινό μάνατζμεντ του συνεταιρισμού και χειρίζεται όλα τα θέματα αλλά και εκπροσωπεί τον συνεταιρισμό δικαστικώς και εξωδίκως.
Το Όργανο Εποπτείας αποτελείται από μέλη του συνεταιρισμού, τα οποία εκλέγονται από τη γενική συνέλευση, με σκοπό να παρακολουθούν και να αξιολογούν την πορεία του έργου του Οργάνου Διεύθυνσης και στη συνέχεια να λογοδοτούν στη γενική συνέλευση. Το Όργανο Εποπτείας έχει τη δυνατότητα ανά πάσα στιγμή μα ζητεί πληροφορίες από το Όργανο Διεύθυνσης και να ανανεώνει ή να διακόπτει τη θητεία του.
Ο λόγος για τον οποίο επιλέγεται το Δυαδικό Σύστημα Διοίκησης είναι ότι με το οικονομικό μέγεθος που αναμένεται να αποκτήσει η νέα ΕΑΣ θα έχει ανάγκη από επαγγελματικό μάνατζμεντ, που υπερβαίνει τις συνήθεις δυνατότητες των μελών των αγροτικών συνεταιρισμών. Σήμερα, το μάνατζμεντ των επιχειρήσεων δεν είναι απλώς μια ολόκληρη επιστήμη αλλά και χρειάζεται γνώσεις, δεξιότητες, γλωσσομάθεια και κριτική ικανότητα που λίγοι διαθέτουν και γι΄ αυτό αμείβονται πολύ περισσότερο από απλούς πτυχιούχους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης.
Επιπλέον, ο διαχωρισμός των αρμοδιοτήτων της Διεύθυνσης από της Εποπτείας, συνιστά κίνητρο όχι μόνο για την επίτευξη αλλά και για υπέρβαση των καθοριζόμενων στόχων εκ μέρους του Οργάνου Διεύθυνσης, ώστε να δικαιολογείται όχι μόνο ανανέωση της θητείας αλλά και αύξηση των αμοιβών των μελών του.
Να σημειωθεί εδώ ότι το θέμα των αμοιβών των εξειδικευμένων και ικανών διευθυντικών στελεχών (των μάνατζερ) πρέπει να κρίνεται σε συνάρτηση με τα αποτελέσματα που πετυχαίνουν και όχι με τα επίπεδα των συλλογικών συμβάσεων ή των εισοδημάτων των αγροτών, παρ' ότι οι τελευταίοι είναι οι 'εργοδότες' των διευθυντικών στελεχών.

  • Να υπάρχει καταστατική διάταξη η οποία να προβλέπει ότι εάν τα 2/3 των μελών εγκρίνουν την κοινή διαχείριση προϊόντος, να υποχρεούνται όλοι να την αποδέχονται.

Δεδομένου ότι πρωταρχικός στόχος της ανασυγκρότησης της συνεταιριστικής κίνησης είναι η άντληση ωφελημάτων για τους παραγωγούς από την ευρεία συσπείρωσή τους στη διαχείριση των προϊόντων τους, η κατανόηση και αποδοχή αυτού του στόχου συνεπάγεται και ορισμένους συμβιβασμούς και υποχωρήσεις μπροστά στη βούληση της πλειοψηφίας. Πρακτική απόδειξη αυτής της κατανόησης προτείνεται να καταστεί ο κανόνας ότι εάν τα 2/3 των μελών, τα οποία διαχειρίζονται τουλάχιστον το 50% των ποσοτήτων ενός προϊόντος, συμφωνούν με την κοινή διαχείριση ενός προϊόντος, τότε τα υπόλοιπα μέλη να υποχρεώνονται να αποδεχθούν την απόφαση αυτή.
Μια τέτοια καταστατική διάταξη, που σημαίνει κοινή απόφαση των μελών, είναι χρήσιμο να υπάρχει για να μην υπάρχουν συνεχείς διαρροές με την ευκαιρία κάθε σχετικής απόφασης του συνεταιρισμού.

  • Ο ίδιος ανωτέρω κανόνας να εφαρμόζεται και στην προμήθεια γεωργικών εφοδίων (κυρίως λιπασμάτων και φαρμάκων).

Για να αυξηθούν τα γεωργικά εισοδήματα μέσω της κοινής δράσης των ενδιαφερομένων, δεν χρειάζεται μόνο να αυξηθούν οι εισροές εισοδημάτων μέσω της διαμόρφωσης καλύτερων τιμών παραγωγού για τα προϊόντα του αλλά χρειάζεται να περιοριστούν και οι διαρροές εισοδημάτων, που παρατηρούνται κατά την προμήθεια εφοδίων.
Ιδιαίτερα στη σημερινή εποχή, που παρατηρείται πτώση των τιμών των γεωργικών προϊόντων λόγω εισαγωγών και παράλληλα άνοδος των τιμών των εφοδίων λόγω του ελέγχου της αγοράς γεωργικών εφοδίων από περιορισμένο αριθμό μεγάλων ιδιωτικών επιχειρήσεων και τη διάθεση στους παραγωγούς μέσω ιδιωτικών καναλιών, η μέριμνα για συνεταιριστική προμήθεια γεωργικών εφοδίων αποκτά μεγάλη σημασία. Οι ελληνικοί συνεταιρισμοί, που στο παρελθόν είχαν στα χέρια τους το μεγαλύτερο μέρος των λιπασμάτων και των κτηνοτροφικών δημητριακών και σημαντικό μέρος της αγοράς γεωργικών φαρμάκων, έχουν ανάγκη να επανέλθουν σταδιακά στη μεγέθυνση του ρόλου τους στην αγορά εφοδίων.
Ειδικότερα είναι χρήσιμο να επισημανθεί ότι αποτελεί υποχρέωση των αγροτικών συνεταιρισμών να συμβάλουν στη μείωση του κόστους παραγωγής και με την ορθολογική χρήση των εφοδίων (κυρίως λιπασμάτων και γεωργικών φαρμάκων). Το καθεστώς που έχει ευρέως διαδοθεί, είναι να παρέχονται τεχνικές οδηγίες για τα είδη και τις ποσότητες που απαιτούνται από τους πωλητές των φαρμάκων και των λιπασμάτων. Η ταύτιση, όμως, του εμπειρογνώμονα με τον πωλητή ενέχει τον κίνδυνο υπερβολικής χρήσης λιπασμάτων και φαρμάκων. Όταν ο εμπειρογνώμονας σύμβουλος (γεωπόνος) είναι υπάλληλος του ενδιαφερομένου (μέσω του συνεταιρισμού του) έχει συμφέρον να συνταχθεί με τα συμφέροντα του εργοδότη του. Οι οδηγίες του θα συντείνουν τότε στη μείωση του κόστους παραγωγής, μέσω της ορθολογικής χρήσης των εφοδίων (δηλαδή των ειδών και των ποσοτήτων που απαιτούνται).
Να προστεθεί εδώ ότι ακόμη και στην προμήθεια μηχανημάτων οι καλά οργανωμένοι συνεταιρισμοί των παραγωγών θα μπορούσαν να κατευθύνουν τα μέλη τους κυρίως να αγοράζουν μηχανήματα του μεγέθους που έχουν ανάγκη.


3. Διαδικασία

Η διαδικασία που προτείνεται να ακολουθηθεί, περιλαμβάνει τα ακόλουθα:

  1. Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ με την οποία να υιοθετείται το Σχέδιο Ανασυγκρότησης ως πρόταση προς τη Γενική Συνέλευση της ΠΑΣΕΓΕΣ.

  1. Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης της ΠΑΣΕΓΕΣ, με την οποία να κάνει αποδεκτό το Σχέδιο Ανασυγκρότησης.

  1. Προετοιμασία Σχεδίου Νόμου, το οποίο να περιλαμβάνει όλα τα προς ρύθμιση σημεία που περιλαμβάνει το Σχέδιο Ανασυγκρότησης και παρουσίαση του Σχεδίου προς διαβούλευση.

  1. Κατάθεση του Σχεδίου Νόμου στη Βουλή για να ακολουθηθεί η διαδικασία εξέτασης, συζήτησης και ψήφισης.

  1. Απόφαση του Δ.Σ. κάθε ενδιαφερόμενης ΕΑΣ και διαμόρφωση πρότασης μετατροπής σε πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό, προς τη Γενική Συνέλευσή της.

  1. Σύγκληση της Γενικής Συνέλευσης κάθε ενδιαφερόμενης ΕΑΣ με θέμα την απόφαση «επί της αρχής», για τη μετατροπή της ΕΑΣ σε πρωτοβάθμιο συνεταιρισμό.

  1. Νέα απόφαση της Γ.Σ. επί του περιεχομένου της μελέτης. Όσοι δεν την αποδέχονται μπορούν να αποχωρήσουν.

  1. Εκκαθάριση Μητρώου μελών των υφιστάμενων πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, χωρίς διάκριση κατά κύριο επάγγελμα γεωργών.

  1. Απόφαση της Γ.Σ. κάθε ενδιαφερόμενου πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού που αποδέχεται τη συσπείρωση στην ΕΑΣ.

  1. Ορισμός εμπειρογνωμόνων για την αποτίμηση της περιουσίας των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών και καθορισμός της αμοιβής τους.



ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1


ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Α’

Ένωση με 20.000 μέλη, με ψήφους ως εξής:
15.000 x 1 = 15.000
3.000 x 2 = 6.000
2.000 x 3 = 6.000
Σύνολο 27.000 ψήφοι μελών

Οι ψήφοι μελών-επενδυτών είναι το 25% των 27.000, δηλ. 6.750

Σύνολο ψήφων στην Ένωση: 27.000 + 6.750 = 33.750.

Με 1 αντιπρόσωπο ανά 500 ψήφους, το σύνολο των αντιπροσώπων των μελών είναι 54 και το σύνολο των αντιπροσώπων των μελών-επενδυτών είναι 14.

Σύνολο αντιπροσώπων στη Γενική Συνέλευση της Ένωσης 68

Ένας συνεταιρισμός (ως τμηματική συνέλευση) διαθέτει π.χ. 2.500 μέλη, με την ακόλουθη κατανομή ψήφων:

1.500 x 1 = 1.500
700 x 2 = 1.400
300 x 3 = 900

Σύνολο ψήφων 3.800

Με 1 αντιπρόσωπο ανά 500 ψήφους, ο εν λόγω συνεταιρισμός θα διαθέτει 8 αντιπροσώπους (3.800 / 500) των μελών του.


Ως μέλος-επενδυτής, αν ο συνεταιρισμός συνέβαλε με τα περιουσιακά του στοιχεία που μεταβίβασε στην ΕΑΣ με 10% της αξίας του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από όλους μαζί τους συνεταιρισμούς που έχουν ενσωματωθεί, τότε δικαιούται το 10% των ψήφων που διαθέτουν όλα μαζί τα μέλη-επενδυτές, δηλαδή το 10% των 14 μελών, δηλαδή 1 αντιπρόσωπο.



Σύνολο αντιπροσώπων της Τμηματικής Συνέλευσης στη Γενική Συνέλευση: 9 (8+1)

ΠΑΡΑΔΕΙΓΜΑ Β’

Ένωση με 5.000 μέλη, με ψήφους ως εξής:

3.000 x 1 = 3.000
1500 x 2 = 3.000
500 x 3 = 1.500

Σύνολο 7.500 ψήφοι μελών

Οι ψήφοι μελών-επενδυτών είναι το 25% των 7.500, δηλ. 1.875

Σύνολο ψήφων 7.500 + 1.500 = 9.375

Με 1 αντιπρόσωπο ανά 200 ψήφους, το σύνολο των αντιπροσώπων των μελών είναι 38 και το σύνολο των αντιπροσώπων των μελών επενδυτών είναι 9.

Σύνολο αντιπροσώπων στη Γενική Συνέλευση 47


Ένας συνεταιρισμός (ως τμηματική συνέλευση) διαθέτει π.χ. 200 μέλη, με την ακόλουθη κατανομή ψήφων:

100 x 1 = 100
80 x 2 = 160
20 x 3 = 60

Σύνολο ψήφων 320

Με 1 αντιπρόσωπο ανά 200 ψήφους, ο εν λόγω συνεταιρισμός θα διαθέτει 2 αντιπροσώπους (320 / 200)


Αν ο συνεταιρισμός συνέβαλε με τα περιουσιακά του στοιχεία που μεταβίβασε στην ΕΑΣ με 20% της αξίας του συνόλου των περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν από όλους μαζί τους συνεταιρισμούς που έχουν ενσωματωθεί, τότε δικαιούται το 20% των ψήφων που διαθέτουν όλα μαζί τα μέλη-επενδυτές, δηλαδή το 20% των 9 αντιπροσώπων, δηλαδή 2 αντιπροσώπους.



Σύνολο αντιπροσώπων της Τμηματικής Συνέλευσης στη Γενική Συνέλευση: 4 (2+2)






ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

  1. A co-operative is an autonomous association of persons united voluntarily to meet their common economic, social, and cultural needs and aspirations through a jointly-owned and democratically-controlled enterprise.

  2. Lars Marcus, Ιδεολογία και δραστηριότητα, Συνεταιριστική Πορεία, τ. 3, Ιούλ.-Σεπτ. 1986.
  1. Βλ. π.χ. τους 6 τόμους του έργου του Αριστ. Ν. Κλήμη « Οι συνεταιρισμοί στην Ελλάδα».
  1. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που οι εντυπωσιακές και πολυδιαφημιζόμενες προσφορές αναφέρονται σε ελάχιστη ποσότητα από το προσφερόμενο προϊόν, η οποία εξαντλείται εντός μιας ώρας από το άνοιγμα του καταστήματος. Υπήρξε και περίπτωση που το προσφερόμενο είδος δεν εκτέθηκε καθόλου διότι “το είχαν αγοράσει οι υπάλληλοι”, όπως δηλώθηκε στον ενδιαφερόμενο, που είχε σπεύσει κατά το άνοιγμα του καταστήματος..
  1. Eurostat, Economy and Finance – national accounts, “Gross value added at basic prices: agriculture, hunting, forestry and fishing”, extraction date 31 Oct 2006
  1. The World Bank, 2008, World Development Indicators Online http://go.wordbank.org/ U0FSM7AQ40
  1. Στοιχεία ΕΣΥΕ για το 2000
  1. Η Ευρωπαϊκή Μονάδα Μεγέθους (ΕΜΜ) αντιστοιχεί με Τυπικό Ακαθάριστο Κέρδος (ΤΑΚ) ύψους 1.200 ευρώ
Τυπικό Aκαθάριστο Kέρδος (ΤΑΚ) είναι η αξία του ακαθάριστου κέρδους που αντιστοιχεί στη μέση κατάσταση μιας συγκεκριμένης περιοχής για κάθε κλάδο παραγωγής των γεωργικών εκμεταλλεύσεων.
Ακαθάριστο Kέρδος μιας γεωργικής εκμετάλλευσης είναι η νομισματική αξία της ακαθάριστης παραγωγής από την οποία αφαιρούνται οι αντίστοιχες ειδικές επιμεριζόμενες δαπάνες.
Η Aκαθάριστη Aξία Παραγωγής ισούται με το άθροισμα του ποσού της αξίας του (των ) βασικού (ών) και του (των) δευτερεύοντος (ων) προϊόντος (ων).
Η ακαθάριστη αξία παραγωγής περιλαμβάνει επίσης το ποσό των επιδοτήσεων που έχουν σχέση με τα προϊόντα, τις εκτάσεις ή/και με τα ζώα.

  1. Eurostat, Statistics in Focus, 96/2009, Agriculture and Fisheries
  1. H Coop Norden ιδρύθηκε το 2002. Είναι μια κοινή εταιρεία προμηθειών των καταναλωτικών συνεταιρισμών της Σουηδίας, της Νορβηγίας και της Δανίας. Ιδιοκτήτες είναι οι καταναλωτικοί συνεταιρισμοί της Δανίας, η FDB, (38%), της Σουηδίας, η KF, (42%) και της Νορβηγίας, η NKL, (20%).
Αρχικά η Coop Norden είχε ιδρυθεί με συγχώνευση των ιδρυτικών μελών, ως κοινή αλυσίδα λιανεμπορίου με περίπου 1000 καταστήματα και ετήσιο κύκλο εργασιών περίπου 90 δισ. Κορώνες Σουηδίας (το 2005). Από τον Ιανουάριο 2007, η ιδιοκτησία και η λειτουργία των αλυσίδων λιανεμπορίου έχει επανέλθει στις εθνικές οργανώσεις, οπότε η Coop Norden είναι αποκλειστικά η κοινή εταιρεία από κοινού προμήθειας. Οι εταίροι της Coop Norden κρίνουν ότι τα μεγαλύτερα οφέλη προέρχονται από τα καταναλωτικά είδη σύντομου κύκλου (FMCG – Fast Moving Consumer Goods).
Ως συνεταιριστικός όμιλος σήμερα, η Coop Norden λειτουργεί για λογαριασμό περίπου 2000 υπεραγορών, σούπερ μάρκετς και εκπτωτικών καταστημάτων (discount stores) στις Σκανδιναβικές χώρες.
Μερίδιο αγοράς σε καταναλωτικά αγαθά: Στη Σουηδία 23%, στη Δανία 37%, στη Νορβηγία 24%.
  1. Πολύ ενδιαφέρουσα και αποκαλυπτική για το θέμα αυτό είναι η “Γνωμοδότηση της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής με θέμα 'Ο κλάδος των μεγάλων λιανοπωλητών – τάσεις και αντίκτυπος σε αγρότες και καταναλωτές', Βρυξέλλες, 7 Απριλίου 2005, ΝΑΤ/262
  1. Στη Γερμανία, κατάρτιση των αιρετών προσφέρεται από ινστιτούτα συνεταιριστικής ανάπτυξης. Στην Ιρλανδία ο ICOS (αντίστοιχος της ΠΑΣΕΓΕΣ) σε συνεργασία με πανεπιστήμιο προσφέρει πρόγραμμα συνεταιριστικού μάνατζμεντ που οδηγεί σε Δίπλωμα. Στην Ολλανδία, οι αιρετοί των διοικητικών συμβουλίων μετέχουν σε ειδικό πρόγραμμα κατάρτισης που προσφέρεται από την εταιρεία NCR. Στη Φινλανδία η Pellervo (Συνομοσπονδία των συνεταιρισμών της Φινλανδίας), σε συνεργασία με την Ένωση Αγροτών και ιδιοκτητών δασών MTK, εφαρμόζει πρόγραμμα κατάρτισης στο μάνατζμεντ των συνεταιρισμών. (Αξίζει να σημειωθεί ότι στη Φινλανδία με πληθυσμό 5,2 εκατ., τα μέλη των συνεταιρισμών ανέρχονται σε 5,4 εκατομμύρια – λόγω συμμετοχής σε περισσότερους από έναν συνεταιρισμό).
  1. Ο W.Edwards Deming έλεγε ότι “η επιβίωση δεν είναι υποχρεωτική”..."It is not necessary to change. Survival is not mandatory." και αλλού "Learning is not compulsory... neither is survival." (βλ. W. Edwards Deming quotes – Mozilla Firefox)
  1. Για προϊόντα που οδηγούνται σε μεταποίηση ή χονδρική διάθεση, ισχύει το ανάλογο με τις εταιρείες χονδρεμπορίου, που για μερικά προϊόντα είναι επίσης μεγάλοι “παίχτες” διεθνούς επιπέδου.

  2. Π.χ. (α) Η Έκθεση του Γεν. Γραμματέα του ΟΗΕ για τους Συνεταιρισμούς (11 Δεκ. 1986), Συνεταιριστική Πορεία τ. 10, 1988, σελ. 124-127, τ. 12, σελ. 277-283, τ. 13, 1989, σελ. 61-63, τ. 14, σελ. 135-143 και τ. 15, σελ. 205-207.(β) Η Έκθεση του Γενικού Γραμματέα του ΟΗΕ για τους Συνεταιρισμούς, (αποτέλεσμα του ψηφίσματος 44/58 της Γενικής Συνέλευσης), Συνεταιριστική Πορεία, τ. 32, 1993, σελ. 223-234 και τ. 33, 1994, σελ. 31-42 και Ψήφισμα 47/90 της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, Συνεταιριστική Πορεία, τ. 34, 1994, σελ. 95-96.
    (γ) Έκθεση του Γεν. Γραμματέα του ΟΗΕ για τους Συνεταιρισμούς, (αποτέλεσμα του ψηφίσματος 49/155 του 1994), Συνεταιριστική Πορεία, τ. 45, 1997, σελ. 9-30 και Ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ (1997), Συνεταιριστική Πορεία, τ. 46, 1997, σελ. 119-120.
  3. Βλ. Έκθεση K-H. Mihr, με τίτλο “Η Συνεταιριστική Κίνηση στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα”, η Έκθεση Π. Αυγερινού, με τίτλο “Η Συμβολή των Συνεταιρισμών στην Περιφερειακή Ανάπτυξη” και η Έκθεση R. Trivelli, με τίτλο “ Οι Συνεταιρισμοί και η Συνεταιριστική Κίνηση στην Αναπτυξιακή Πολιτική”, στο Κ. Παπαγεωργίου, Βιώσιμη Συνεταιριστική Οικονομία, Β' Έκδοση, Αθήνα, 2007, εκδόσεις Σταμούλης, σελ. 232.
  4. Συγκεκριμένα, το Άρθρο 63 του Κανονισμού 1435/2003, με τίτλο “Τομεακές ή τμηματικές συνελεύσεις ορίζει:1. Εφόσον ο Ευρωπαϊκός Συνεταιρισμός αναλαμβάνει διαφορετικές δραστηριότητες ή δραστηριότητες σε πλείονες εδαφικές ενότητες, ή έχει πολλά καταστήματα ή περισσότερα από 500 μέλη, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τομεακές ή τμηματικές συνελεύσεις, εάν το επιτρέπει η νομοθεσία του οικείου κράτους μέλους. Το καταστατικό ορίζει τη διαίρεση σε τομείς ή τμήματα και τον αριθμό των αντιπροσώπων.
    2. Οι τομεακές ή τμηματικές συνελεύσεις εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους για μια τετραετία το πολύ, εκτός αν αποφασιστεί νωρίτερα ανάκληση. Οι αντιπρόσωποι αυτοί συγκροτούν τη γενική συνέλευση του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού και εκπροσωπούν εντός αυτού τον τομέα τους ή το τμήμα τους στο οποίο υποβάλλουν έκθεση με τα αποτελέσματα της γενικής συνέλευσης. Οι διατάξεις του τμήματος 4 του κεφαλαίου ΙΙΙ (δηλ. οι διατάξεις για τους κανόνες λειτουργίας της γενικής συνέλευσης) εφαρμόζονται στις εργασίες των τομεακών και τμηματικών συνελεύσεων.
  5. Ο ελάχιστος αριθμός μελών ή ο ελάχιστος όγκος συναλλαγών που θα απαιτείται για την εκλογή ενός αντιπροσώπου στη γενική συνέλευση θα ορίζεται από το καταστατικό, με τρόπο ώστε ο συνολικός αριθμός αντιπροσώπων στη γενική συνέλευση να κυμαίνεται μεταξύ 40 και 70 μελών (ο αριθμός αυτός εικάζεται ότι είναι ικανοποιητικός για τη λειτουργικότητα και την αποτελεσματικότητα της συνέλευσης).
  6. Βλ. Άρθρο 19 του νόμου 2810/2000
  7. Στη νέα ΕΑΣ κάθε μέλος θα διαθέτει μία ψήφο κατά τα τρία πρώτα έτη. Στη συνέχεια μέχρι 3, σε συνάρτηση με το ύψος των συναλλαγών του μέλους με τον συνεταιρισμό.