Δευτέρα 7 Ιουλίου 2014

Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή (της Ελλάδας): Αξιολόγηση Σχεδίου Νόμου: «Θεσμικό πλαίσιο για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, τις συλλογικές οργανώσεις και την επιχειρηματικότητα του αγροτικού κόσμου – Οργάνωση και εποπτεία του Κράτους»

Επιτροπή Εργασίας αποτελούμενη από τους κ.κ. Νικόλαο Σκορίνη, Χρήστο Σουλελέ, Παναγιώτη Συριόπουλο, Φώτη Κολεβέντη, Γεώργιο Γωνιωτάκη και Παναγιώτη Πεβερέτο.
Ως πρόεδρος της Επιτροπής Εργασίας ορίστηκε ο κ. Π. Πεβερέτος, Αντιπρόεδρος Ο.Κ.Ε.. Στις εργασίες της Επιτροπής Εργασίας μετείχαν ως εμπειρογνώμονες η κα Αννα Μητροπούλου και ο κ. Κώστας Παπαγεωργίου. Από πλευράς Ο.Κ.Ε. η Δρ. Αφροδίτη Μακρυγιάννη επιστημονικός σύμβουλος, είχε τον επιστημονικό συντονισμό της γνωμοδότησης και επιστημονική στήριξη παρείχε η κα Δήμητρα Λαμπροπούλου, Οικονομολόγος.


ΓΕΝΙΚΗ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧ/Ν

Το παρόν Σχ/Ν επιχειρεί να ρυθμίσει θέματα που αφορούν σε ετερογενείς συλλογικές δράσεις στον αγροτικό χώρο και να εξυγιάνει/ βελτιώσει την αγροτική συνεταιριστική δραστηριότητα.
Με βάση την πάγια θέση της ΟΚΕ οι αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις θα πρέπει να διαθέτουν θεσμικά την αναγκαία αυτονομία αλλά ταυτόχρονα να έχουν εξοπλισθεί και με τα κατάλληλα εργαλεία ώστε να επιλύουν από μόνες τους όλα τα ζητήματα που τις αφορούν.
Όσον αφορά τις ειδικότερες παρατηρήσεις/επισημάνσεις της ΟΚΕ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα ακόλουθα:
Α) Δεδομένου ότι το Σχ/Ν επιβάλλει την μετατροπή των Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών είτε σε πρωτοβάθμιους Συνεταιρισμούς είτε σε Ανώνυμες Εταιρείες, πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή στις σχετικές διατάξεις ώστε να μην εμπεριέχονται στοιχεία που αλλοιώνουν τον χαρακτήρα των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων. Θέση της ΟΚΕ είναι ότι οι συγχωνεύσεις-μετατροπές των Αγροτικών Συνεταιριστικών Οργανώσεων θα πρέπει να είναι εκούσιες, όπως ισχύει σε όλες τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, κερδοσκοπικές και μη. Η αναγκαστική συγχώνευση, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη τα ειδικά οικονομικά κριτήρια της κάθε οργάνωσης θα οδηγήσει ένα μεγάλο μέρος των οργανώσεων σε κατάρρευση. Επίσης θα δημιουργήσει επιπλοκές με το τραπεζικό σύστημα και γενικά με τους πιστωτές των συνεταιρισμών, θα επιφέρει βλάβη στη φήμη και πελατεία τους, καθώς και αναστάτωση στους εργαζομένους κατά την μεταβατική περίοδο. Τέλος, η ΟΚΕ θεωρεί ότι η εκκαθάριση των συνεταιρισμών θα πρέπει να γίνεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (αρθ.23 Ν.2810/2000) και όχι αναγκαστικά
Β) Η προβλεπόμενη από το Σχ/Ν απαγόρευση στους συνεταιρισμούς να συνιστούν ανωτέρου βαθμού συνεταιριστικές οργανώσεις έρχεται σε αντίθεση με την δυνατότητα που έχουν να επιλέγουν την συνεργασία με συγγενείς προς αυτούς οργανώσεις (συνεταιριστικές) όταν θέλουν να επιτύχουν δραστηριότητες μεγαλύτερης κλίμακας.
Γ) Ο προβλεπόμενος έλεγχος σκοπιμότητας αποτελεί ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο θέμα και θα πρέπει να επανεξετασθεί. O έλεγχος, όπως συμβαίνει σε όλες τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα, πρέπει να είναι αποκλειστικά έλεγχος νομιμότητας. Επομένως η ΟΚΕ προτείνει να αναθεωρηθεί η σχετική διάταξη που καθιστά τον έλεγχο σκοπιμότητας βασικό στοιχείο αξιολόγησης προκειμένου μια Αγροτική Συνεταιριστική Οργάνωση να εγγραφεί στο Μητρώο. Η μη εγγραφή στο Μητρώο συνεπάγεται την απαγόρευση πρόσβασης σε κίνητρα και υπαγωγής σε αναπτυξιακούς νόμους.
Δ) Η κατάργηση της Γενικής Συνέλευσης των αντιπροσώπων των μελών της ΠΑΣΕΓΕΣ και η εκλογή του Διοικητικού Συμβουλίου της από συνέδριο φυσικών προσώπων μη μελών της ΠΑΣΕΓΕΣ ενδέχεται να οδηγήσει σε καταστάσεις αδιαφάνειας κατά την εκλογική διαδικασία. Η ΟΚΕ προτείνει να διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς εκλογής από τη Γενική Συνέλευση των αντιπροσώπων των μελών της ΠΑΣΕΓΕΣ, όπως τα μέλη αυτά ορίζονται από το Καταστατικό της.
Ε) Η ΟΚΕ θεωρεί ότι για τις ομάδες παραγωγών ισχύει η γενική παρατήρηση: Να αφεθούν να λειτουργούν ως δραστηριότητα του αγροτικού συνεταιρισμού. Το ισχύον Εθνικό και κοινοτικό νομικό πλαίσιο είναι απολύτως επαρκές για την λειτουργία των Ομάδων Παραγωγών.
Στ) Η ΟΚΕ προτείνει να προστεθεί στο Σχ/Ν ότι η περιουσία των αγροτικών συνεταιρισμών, σε περίπτωση διάλυσης και εκκαθάρισης, δεν θα πρέπει να διανέμεται στα μέλη τους δεδομένου ότι αποτελεί περιουσία γενεών. Η Ο.Κ.Ε. προτείνει να ισχύσει η αρχή της αφιλοκερδούς διανομής, δηλαδή μετά το πέρας της εκκαθάρισης η περιουσία της συνεταιριστικής οργάνωσης, που απομένει να διατίθεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης για συνεταιριστικούς σκοπούς και κυρίως για την ίδρυση νέων συνεταιρισμών στην ίδια περιοχή.
Η) Τέλος, θεωρείται σκόπιμο να συμπεριληφθεί ρύθμιση σύμφωνα με την οποία τα μέλη του Συνεταιρισμού τα οποία δεν έχουν συναλλαγές με την Αγροτική Συνεταιριστική Οργάνωση να διαγράφονται.



ΚΑΤ’ ΆΡΘΡΟ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΣΧ/Ν

Αρθρο 1
Ο τίτλος του Σχεδίου Νόμου είναι «Θεσμικό πλαίσιο για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, τις συλλογικές οργανώσεις και την επιχειρηματικότητα του αγροτικού κόσμου - …» .
Στον Άρθρο 1, «Ορισμοί», αναφέρεται ότι «β) Συλλογικές Αγροτικές Οργανώσεις (ΣΑΟ) είναι: αα) οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί (ΑΣ), ββ) οι Ομάδες Παραγωγών (ΟΠ) και γγ) οι Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (ΑΕΣ).
Αφού οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί αποτελούν υποσύνολο των Συλλογικών Αγροτικών Οργανώσεων δε δικαιολογείται η αναφορά στον τίτλο του Σχ/Ν, σαν να πρόκειται για δυο διακριτά αντικείμενα.

Άρθρο 1 παρ. δ και Άρθρο 5
Η ΟΚΕ επισημαίνει ότι τόσο από το άρθρο 1 όσο και από το άρθρο 5 φαίνεται ότι οι Ομάδες Παραγωγών εκλαμβάνονται ως θεσμός διάφορος και διακριτός από το θεσμό των συνεταιρισμών. Όμως, όπως ορίζουν οι Κανονισμοί της Ε.Ε., η Ομάδα Παραγωγών οφείλει να έχει νομική προσωπικότητα, χωρίς να προσδιορίζεται το αν θα πρέπει να είναι συνεταιρισμός ή εταιρεία κάποιου είδους. Επομένως, ως Ομάδες Παραγωγών μπορούν να αναγνωριστούν τόσο οι συνεταιρισμοί που έχουν στο καταστατικό τους τα επιζητούμενα από τους Κοινοτικούς κανονισμούς χαρακτηριστικά, όσο και οποιαδήποτε άλλη νομική προσωπικότητα που τα διαθέτει.
Επίσης, η ΟΚΕ προτείνει να αναδιατυπωθεί ο ορισμός των Συλλογικών Αγροτικών Οργανώσεων (άρθρο 1), καθώς σε Ευρωπαϊκό επίπεδο στις περισσότερες περιπτώσεις οι Ομάδες Παραγωγών είναι αγροτικοί συνεταιρισμοί.

Άρθρο 1 παρ. ε, Άρθρο 6 και Αρθρο 20
Σύμφωνα με τους ορισμούς του άρθρου 1, οι Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις είναι ανώνυμες εταιρείες ή εταιρείες περιορισμένης ευθύνης. Αντίθετα, σύμφωνα με το Άρθρο 6, είναι αποκλειστικά ανώνυμες εταιρείες. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι αυτή η αντίφαση θα πρέπει να διορθωθεί.
Επίσης στο υπό αξιολόγηση Σχ/Ν υπάρχουν μόνο πρωτοβάθμιοι συνεταιρισμοί και όχι δευτεροβάθμιοι και τριτοβάθμιοι. Οι Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις υποκαθιστούν τις ενώσεις συνεταιρισμών, τις Κοινοπραξίες και τις Κεντρικές Συνεταιριστικές Ενώσεις. Οι Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών μπορούν να μετατραπούν είτε σε Αγροτικούς Συνεταιρισμούς είτε σε Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (Άρθρο 20, παρ. 2). Θέση της ΟΚΕ είναι ότι η οποιαδήποτε ρύθμιση θα πρέπει να διασφαλίσει την αυτονομία και την ανεξαρτησία των συνεταιρισμών. Στο πλαίσιο αυτό θα πρέπει οι συνεταιρισμοί να διαθέτουν την δυνατότητα στη βάση δική τους απόφαση να διασυνδέονται οριζόντια και κατακόρυφα, δημιουργώντας ανώτερου βαθμού συνεταιριστικές οργανώσεις, όπως ενώσεις, ομοσπονδίες ή συνομοσπονδίες. Η οποιαδήποτε διασύνδεση σε καμιά περίπτωση δεν θα πρέπει να έχει αναγκαστικό χαρακτήρα.
Τέλος, και όσον αφορά τις ρυθμίσεις του άρθρου 20, η ΟΚΕ θεωρεί ότι η λήψη απόφασης για μεταβολή της μορφής μίας συνεταιριστικής οργάνωσης θα πρέπει να λαμβάνεται όχι με απλή πλειοψηφία των παρόντων αλλά μετά από αυξημένη απαρτία και αυξημένη πλειοψηφία των ψήφων που συγκροτούν την απαρτία της Γενικής Συνέλευσης.

Άρθρο 2
Η ΟΚΕ επισημαίνει ότι στο άρθρο 2 που αναφέρεται στην σύσταση Εθνικού Μητρώου Συλλογικών Αγροτικών Οργανώσεων πέρα από τους φορείς που συγκαταλέγονται στις Συλλογικές Αγροτικές Οργανώσεις (άρθρο 1) περιλαμβάνονται και οι Διεπαγγελματικές Οργανώσεις.



Άρθρο 3
Στην παρ. 1 αναφέρονται ως στοιχεία αξιολόγησης, προκειμένου να εγγραφεί ένας συνεταιρισμός στο μητρώο, τα στοιχεία του άρθρου 16 παράγραφος 2 του Σχ/Ν.
Κατ’ αρχάς η Ο.Κ.Ε. εκτιμά ότι τα στοιχεία αυτά, όπως παρατίθενται στο Σχ/Ν υπό τον τίτλο δραστηριότητες, δεν αποτελούν δραστηριότητες του συνεταιρισμού. Επίσης επισημαίνεται ότι ο έλεγχος της εποπτεύουσας αρχής, όπως άλλωστε συμβαίνει σε όλα τα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα συμπεριλαμβανομένων και των αστικών συνεταιρισμών, θα πρέπει να εξαντλείται στον έλεγχο νομιμότητας της λειτουργίας του συνεταιρισμού.
Τέλος, η ΟΚΕ εκτιμά ότι η εφαρμογή της διάταξης θα δημιουργήσει τεράστια γραφειοκρατία με σημαντικό κόστος για τους συνεταιρισμούς οι οποίοι θα πρέπει να προσλάβουν εξειδικευμένο προσωπικό ώστε να μπορέσουν να ανταποκριθούν. Ανάλογη διαδικασία αξιολόγησης δεν έχει διαπιστωθεί να υπάρχει στη διεθνή συνεταιριστική πράξη.

Άρθρο 4
Η Εποπτική Αρχή των Αγροτικών Συνεταιρισμών όπως προτείνεται από το Σχ/Ν έχει ως προϊστάμενο υπάλληλο του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, του δε Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Εποπτείας Συλλογικών Αγροτικών Οργανώσεων προΐσταται ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και τα μέλη του διορίζονται με απόφαση του Υπουργού Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι η εποπτεία των συνεταιρισμών πρέπει να διενεργείται από όργανο ανεξάρτητο από την Κυβέρνηση και από τους συνεταιρισμούς.
Επίσης, θα πρέπει να αναθεωρηθεί και η διάταξη σύμφωνα με την οποία ο Εκκαθαριστής διορίζεται από τον Υπουργό Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων. Η ΟΚΕ προτείνει ο Εκκαθαριστής να διορίζεται σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία (άρθρο 24 του Ν.2810/2000).
Στην παρ.5 αναφέρεται ότι η αίτηση για θέση σε αναγκαστική εκκαθάριση του συνεταιρισμού εκδικάζεται κατά την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων. Η Ο.Κ.Ε. θεωρεί ότι η διαδικασία, πρέπει να είναι η τακτική διαδικασία, λόγω της σοβαρότητας του θέματος και επίσης θα πρέπει να διορθωθεί η διατύπωση: «η εκκαθάριση στρέφεται κατά του συνεταιρισμού και εκδικάζεται….» με το ορθό : ««η αίτηση για θέση σε εκκαθάριση στρέφεται κατά του συνεταιρισμού………..».

Άρθρο 6
Η ΟΚΕ επισημαίνει ότι στην παρ. 1 δεν καθίσταται σαφές, αν για την σύσταση μιάς ΑΕΣ απαιτείται να συμβληθεί ένας Α.Σ. και μια ΟΠ ή αν και μόνοι τους οι Α.Σ συμβαλλόμενοι, ή μόνες τους οι Ο.Π. συμβαλλόμενες, μπορούν να συνιστούν ΑΕΣ.
Επίσης αντίφαση διαπιστώνεται στην παρ. 2 όπου αναφέρεται «...ότι οι ΑΕΣ οι οποίες αναγνωρίζονται ως ΣΑΟ και καταχωρίζονται ...», ενώ προηγούμενα στο άρθρο 1 του Σχ/Ν αναφέρεται ότι οι ΑΕΣ είναι ΣΑΟ (εκ του νόμου), δηλαδή δεν απαιτείται αναγνώριση, προκειμένου να χαρακτηρισθούν ως ΣΑΟ.
Η ΟΚΕ θεωρεί ότι θα έπρεπε να αναφερθεί ότι η αναγνώριση πραγματοποιείται, εφόσον πληρούνται συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Αντίστοιχη διόρθωση θα πρέπει να υπαρξει και στο άρθρο 1. Τέλος, όπως αναφέρεται «... οι ΑΕΣ, οι οποίες για τρία (3) συνεχόμενα έτη δεν εμφανίζουν καμιά δραστηριότητα ........... διαγράφονται από το μητρώο». Σύμφωνα με την ΟΚΕ το σημείο αυτό θα έπρεπε να επανεξετασθεί, καθώς διαπιστώνεται ότι αντιμετωπίζονται με διαφορετικό τρόπο οι ανενεργοί συνεταιρισμοί σε σχέση με τις ανενεργές αγροτικές εταιρικές συμπράξεις .

Άρθρο 7
Κατ’αρχάς η OKE σημειώνει ότι η επωνυμία της ΠΑΣΕΓΕΣ είναι Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Αγροτικών Συνεταιρισμών (άρθρο 33 Ν. 2810/2000) και όχι Πανελλήνια Συνομοσπονδία Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών. Η διάταξη επομένως θα πρέπει να διορθωθεί.
Επίσης, στην παρ. 1 αναφέρεται ότι η ΠΑΣΕΓΕΣ αποτελεί την εθνική συντονιστική οργάνωση των Συλλογικών Αγροτικών Οργανώσεων ενώ στο αμέσως επόμενο εδάφιο αναφέρεται ότι «Μέλη της ΠΑΣΕΓΕΣ είναι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί», δηλαδή ένα μέρος των Συλλογικών Αγροτικών Οργανώσεων. Όπως έχει αναφερθεί προηγουμένως, σε περίπτωση που σημαντικές υφιστάμενες Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών αποφασίσουν να μετατραπούν σε Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (όπως το Σχέδιο Νόμου τους δίνει τη δυνατότητα), η δύναμη εκπροσώπησης της ΠΑΣΕΓΕΣ θα συρρικνωθεί σημαντικά και δεν θα έχει πλεόν κανένα νόημα να αποκαλείται εθνική και συντονιστική οργάνωση των συνεταιρισμών.
Επίσης, όσον αφορά την εκλογή της Διοίκησης της ΠΑΣΕΓΕΣ προβλέπεται ότι ενώ η Γενική Συνέλευση της ΠΑΣΕΓΕΣ θα αποτελείται από αντιπροσώπους των μελών των Αγροτικών Συνεταιρισμών, η Διοίκηση θα εκλέγεται από το Πανελλήνιο Συνέδριο Αντιπροσώπων, το οποίο θα συνέρχεται για το σκοπό αυτό το αργότερο κάθε τέσσερα χρόνια. Για την εκλογή των αντιπροσώπων στο συνέδριο θα ισχύει ένα εκλογικό μέτρο (όχι μεγαλύτερο των 500 ψηφοφόρων κατά αντιπρόσωπο), το οποίο όταν δεν επαρκεί για κάποιον συνεταιρισμό θα συμπληρώνεται από άλλον συνεταιρισμό, με πρόταση της ΠΑΣΕΓΕΣ, η οποία θα καταρτίζει τους εκλογικούς καταλόγους.
Η ΟΚΕ θεωρεί ότι όλα τα προαναφερόμενα καταργούν την αντιπροσωπευτικότητα και τις βασικές αρχές του αστικού κώδικα λήψης των αποφάσεων από θεσμοθετημένα αντιπροσωπευτικά όργανα. Προτείνεται επομένως να διατηρηθεί το υφιστάμενο καθεστώς εκλογής από τη Γενική Συνέλευση των αντιπροσώπων των μελών της ΠΑΣΕΓΕΣ, όπως τα μέλη αυτά ορίζονται από το Καταστατικό της.

Άρθρο 8
H OKE θεωρεί ότι η συγκεκριμένη διάταξη δεν επιλύει τα σημαντικότερα προβλήματα που οι Διεπαγγελματικές Οργανώσεις (Δ.Ο.) αντιμετωπίζουν κατά την λειτουργία τους.
Ειδικότερα και αναφορικά με το ποιάς μορφής νομικό πρόσωπο μπορεί να αποτελέσει Διεπαγγελματική Οργάνωση η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν εξυπηρετεί καθώς ουσιαστικά η Δ.Ο. έχει σύνθεση και λειτουργία σωματειακή. Όμως επειδή δεν μπορεί εύκολα να συγκεντρώσει τον αριθμό των 20 μελών που απαιτείται για την σύσταση σωματείου, έχει επιλεγεί η νομική μορφή της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας, η οποία έχει σωματειακή κυρίως διάρθρωση. Ο θεσμός όμως της αστικής μη κερδοσκοπικής εταιρείας δεν είναι απόλυτα συμβατός με μια Διεπαγγελματική Οργάνωση.
Επίσης δεν επιλύεται και το ζήτημα της χρηματοδότησης μιας Δ.Ο.. Η Ευρωπαϊκή Ένωση κατά κανόνα έχει υιοθετήσει μια μορφή «εμμέσου» φόρου (tax parafiscal) ο οποίος επιβάλλεται στο προϊόν (διακίνηση, κατανάλωση κ.λπ.). Η ΟΚΕ θεωρεί ότι ο θεσμός των Δ.Ο. είναι πολύ σημαντικός και χρειάζεται ιδιαίτερη μέριμνα.

Άρθρο 11
Οσον αφορά την ίδρυση Δημοπρατηρίων η ΟΚΕ εκφράζει εν μέρει επιφυλάξεις για την επιτυχία τους καθώς δεν θεωρεί ότι είναι διασφαλισμένη η διέλευση των προϊόντων μέσω αυτών.
Χρήσιμο κρίνεται να υπάρξει εκ των προτέρων ουσιαστική εμπλοκή και δέσμευση των συνεταιρισμών πριν από την απόφαση ίδρυσης και ουσιαστικός ρόλος των συνεταιρισμών στη διοίκηση. Επιθυμητό επίσης θα ήταν να υπάρξει και ανάλογη δέσμευση από τους εμπόρους/αγοραστές ότι θα χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες των Δημοπρατηρίων. Διαφορετικά τα αποτελέσματα θα είναι περιορισμένα και βραχύβια.

Άρθρο 16
παρ. 2γ
Σύμφωνα με το Σχέδιο Νόμου, μία από τις «βασικές αρχές» στις οποίες οφείλουν να ανταποκρίνονται τα μέλη είναι η διάθεση στην αγορά τουλάχιστον του 80% της παραγωγής τους.
Η ΟΚΕ θεωρεί ότι ως επιδίωξη και ως ευχή, η διάθεση στην αγορά του μεγαλύτερου δυνατού ποσοστού της παραγωγής των μελών συνιστά μέτρο της επιτυχίας του συνεταιρισμού. Άλλωστε τέτοιος κανόνας ισχύει και για τις Ομάδες Παραγωγών. Πρακτικά, όμως, με εξαίρεση τις Ομάδες Παραγωγών, είναι ελάχιστες οι περιπτώσεις συνεταιρισμών που μπορούν να ανταποκριθούν στο κριτήριο αυτό. Η αναφορά στο ποσοστό αυτό ως βασικής αρχής σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να αποτελέσει στοιχείο νομοθετικής ρύθμισης, αλλά καταστατικής.
παρ.3
Το Σχέδιο Νόμου προτείνει την αύξηση του αριθμού μελών που απαιτείται για την ίδρυση συνεταιρισμού από επτά, που προβλέπει ο Ν. 2810/2000, σε είκοσι. Η αιτιολόγηση είναι ότι με τον τρόπο αυτό θα αποφευχθεί ο κατακερματισμός των συνεταιριστικών δυνάμεων.
Η ΟΚΕ θεωρεί ότι ο αριθμός των μελών θα πρέπει να παραμείνει στα επτά μέλη, αριθμός ο οποίος είναι ο επικρατέστερος και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ο λόγος είναι το ότι όλοι οι συνεταιρισμοί δεν έχουν τον ίδιο σκοπό και το ίδιο έργο να επιτελέσουν. Οι μικροί αριθμοί μελών προσιδιάζουν σε δύσκολες μορφές συνεργασίας, ή σε ελάχιστα διαδεδομένους σκοπούς. π.χ. ένας συνεταιρισμός από κοινού καλλιέργειας και παραγωγής προϊόντων είναι πρακτικά αδύνατο να συγκροτηθεί από είκοσι μέλη, καθώς δύσκολα θα βρεθούν τόσοι πολλοί να συμφωνούν να εξαρτήσουν την οικονομία τους σε ένα συλλογικό όργανο και να λειτουργούν ως αρμονική οικογένεια.
παρ. 4
Το προτεινόμενο Σχ/Ν ορίζει ότι μπορούν να γίνονται μέλη στους συνεταιρισμούς μόνο άλλοι αγροτικοί συνεταιρισμοί, με τον περιορισμό να κατέχουν μόνο μία συνεταιριστική μερίδα. Επιπροσθέτως οι αντιπρόσωποι των Αγροτικών Συνεταιρισμών που θα μετέχουν δεν θα έχουν τα δικαιώματα εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
Η ΟΚΕ θεωρεί ότι αφού ο ισχύων νόμος επιτρέπει τη συμμετοχή νομικών προσώπων μόνο αν το αναφέρει το καταστατικό (άρα αν το επιθυμούν τα μέλη), δεν υπάρχει λόγος να προτείνεται από το παρόν Σχ/Ν η συμμετοχή Αγροτικών Συνεταιρισμών χωρίς δικαιώματα. Επίσης, δεν θεωρείται σκόπιμος ο αναφερόμενος περιορισμός στον αριθμό των μερίδων. Συνήθως περιορισμός αναφέρεται στον αριθμό ψήφων. Αντίθετα οι μερίδες βοηθούν στη δημιουργία συνεταιριστικού κεφαλαίου. Τέλος, από τη στιγμή που κάποια μέλη δεν έχουν δικαιώματα εκλέγειν και εκλέγεσθαι, θα πρέπει να διαγραφούν.

παρ. 6
Το Σχέδιο Νόμου προτείνει ως ελάχιστο κεφάλαιο του συνεταιρισμού το ποσό των 60.000 ευρώ. Αυτό σημαίνει 3.000 ευρώ κατά μέλος στσην περίπτωση του ελάχιστου αριθμού μελών που είναι είκοσι. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι το ποσό αυτό θα πρέπει να επανεξετασθεί, κυρίως γιατί με την ευρύτητα των αντικειμένων με τα οποία ασχολούνται οι συνεταιρισμοί, είναι αμφίβολο αν ο καθορισμός ενός ελάχιστου κεφαλαίου θα είναι χρήσιμος. Να σημειωθεί ότι υπάρχουν χώρες όπου δεν υπάρχει απαίτηση καταβολής ενός ποσού ως συνεταιριστική μερίδα, χωρίς αυτό να έχει βλάψει τη συνεταιριστική ανάπτυξη (π.χ. Γερμανία).
παρ. 11
Όπως προβλέπεται στο συγκεκριμένο άρθρο απαιτούνται δύο τουλάχιστον ορκωτοί ελεγκτές-λογιστές για κάθε περίπτωση διαχειριστικού ελέγχου. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι ο συγκεκριμένος αριθμός είναι υπερβολικός για τους μικρούς συνεταιρισμούς. Επίσης με τη συγκεκριμένη ρύθμιση εισάγεται διαφορετική μεταχείριση για τους συνεταιρισμούς σε σύγκριση με ανάλογες επιχειρήσεις εταιρικής μορφής. Η υιοθέτηση από το Σχέδιο Νόμου του κανόνα που περιλαμβάνει ο νόμος 2810/2000 συνιστά μια ρεαλιστική επιλογή.
Οσον αφορά τον έλεγχο σκοπιμότητας που περιλαμβάνεται στο έργο των ελεγκτών των συνεταιρισμών η ΟΚΕ επισημαίνει ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θα πρέπει να αναθεωρηθεί, καθώς ο έλεγχος σκοπιμότητας αποτελεί ένα πολύ ευαίσθητο θέμα. Ως οικονομική επιχείρηση ο συνεταιρισμός οφείλει να λογοδοτεί στη γενική συνέλευση, η οποία κρίνει τη σκοπιμότητα όχι μόνο δαπανών αλλά και κάθε είδους ενεργειών της διοίκησης του συνεταιρισμού.

Άρθρο 17 παρ. 8.2
Η ΟΚΕ δεν θεωρεί σκόπιμο η εκλογή των οργάνων διοίκησης των Αγροτικών Συλλόγων, των αντιπροσώπων για την αντίστοιχη Ομοσπονδία, καθώς και των αντιπροσώπων για την Συνομοσπονδία, να γίνεται από μη μέλη, όπως προβλέπεται στο παρόν Σχ/Ν.


Άρθρο 18 εδ. β
Σύμφωνα με την διάταξη αυτή από την έναρξη ισχύος του νόμου διακόπτεται κάθε λειτουργία των συνεταιρισμών. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι η διάταξη θα πρέπει να απαλειφθεί διότι η εφαρμογή της θα έχει καταστροφικές συνέπειες για τις Ενώσεις Συνεταιρισμών οι οποίες έχουν συμβατικές δεσμεύσεις εκατομμυρίων ευρώ να εκτελέσουν.

Άρθρο 19, παρ. 3 και 7
Το Σχέδιο Νόμου εξαιρεί, από την εφαρμογή των νέων ρυθμίσεων τους γυναικείους συνεταιρισμούς και τους δασικούς συνεταιρισμούς. Η ΟΚΕ συμφωνεί με την συγκεκριμένη εξαίρεση, αλλά επισημαίνει ότι και άλλες κατηγορίες συνεταιρισμών θα αντιμετωπίσουν προβλήματα με τις διαδικασίες που εισάγει το Σχ/Ν, με συνέπεια την αναγκαστική τους εκκαθάριση.

Άρθρο 20
Το άρθρο αυτό επιβάλει σε ένα μεγάλο αριθμό συνεταιριστικών οργανώσεων να μετατραπούν υποχρεωτικά σε Ανώνυμες Εταιρείες. Σύμφωνα με τον ισχύοντα νόμο (Ν.2810/2000) παρέχεται στους συνεταιρισμούς η δυνατότητα να συνιστούν εταιρείες (εκούσια) κυρίως σε συνεργασία με τρίτους για να συγκεντρώσουν κεφάλαια. Επομένως, η ΟΚΕ θεωρεί ότι δεν θα έπρεπε η οποιαδήποτε μετατροπή να είναι αναγκαστική και προτείνεται να διατηρηθούν οι ρυθμίσεις του ισχύοντα νόμου.
Επιπλέον, επισημαίνεται ότι η απλοποίηση που εισάγει το σχέδιο νόμου για λήψη απόφασης για συγχώνευση-μετατροπή με απλή πλειοψηφία των παρόντων μελών θα πρέπει να επανεξετασθεί καθώς μεταβάλλει ριζικά την μορφή μιας συνεταιριστικής οργάνωσης. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι στις περιπτώσεις αυτές πρέπει να απαιτείται πάντοτε αυξημένη απαρτία και αυξημένη πλειοψηφία.
Επίσης, όπως αναφέρεται ενδεχόμενη μη προσαρμογή συνεπάγεται αναγκαστική εκκαθάριση για τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς και τις Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών, ενώ για τις Ομάδες Παραγωγών, τις Κεντρικές Ενώσεις, τις Κοινοπραξίες και τις Συνεταιριστικές Εταιρείες οι επιπτώσεις της μη προσαρμογής είναι η μη εγγραφή ή η διαγραφή από το Μητρώο. Η ΟΚΕ προτείνει, αντί της αναγκαστικής εκκαθάρισης, να ισχύσει και για τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς και τις Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών η μη εγγραφή ή η διαγραφή τους από το Μητρώο.
Τέλος, η ΟΚΕ υπογραμμίζει ότι πολλές από τις διατάξεις του άρθρου αυτού δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν λόγω νομικών ελλείψεων όπως παραδείγματος χάρη δεν αναφέρεται το νομικό πλαίσιο με βάση το οποίο θα πραγματοποιηθούν οι συγχωνεύσεις- μετατροπές, ενώ υφίστανται κενά και σε θέματα λογιστικά, γίνεται άδικη κατανομή των μεριδίων και απαλλοτριώνεται η ιδιωτική περιουσία. Συγκεκριμένα, δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί καμία συγχώνευση και μετατροπή αν δεν εφαρμοσθεί η διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 του Ν.2810/2000, σχετικά με τις φορολογικές απαλλαγές για την μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων, σε περίπτωση συγχώνευσης. Το κενό δεν καλύπτεται από το άρθρο 15 παρ.2 του Σχ/Ν.















Π Α Ρ Α Ρ Τ Η Μ Α

Προτάσεις της ΟΚΕ αναφορικά με τις τροπολογίες επί του Σχ/Ν «Θεσμικό πλαίσιο για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, τις συλλογικές οργανώσεις και την επιχειρηματικότητα του αγροτικού κόσμου – Οργάνωση της εποπτείας του Κράτους»

Αρθρο 1, περ. δ. Το Σ/Ν θεωρεί ότι Ομάδα Παραγωγών και Αγροτικός Συνεταιρισμός είναι δύο διαφορετικά νομικά πρόσωπα. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι αυτό θα πρέπει να επανεξετασθεί καθώς στην περίπτωση που η Ομάδα Παραγωγών επιλέξει να λειτουργήσει με την νομική μορφή του συνεταιρισμού τότε Συνεταιρισμός και Ομάδα Παραγωγών ταυτίζονται απόλυτα. Γι’ αυτό εξάλλου και φορολογικά έχουν το ίδιο ΑΦΜ.

Αρθρο 1, περ. ε: Το Σ/Ν αναφέρει ότι οι Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις αποτελούν ανώνυμες εταιρείες και συγκροτούνται κατά πλειοψηφία από Αγροτικούς Συνεταιρισμούς. Όμως όταν οι μετοχές της Ανώνυμης Εταιρικής Σύμπραξης είναι ανώνυμες κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποιος κατέχει το πακέτο των μετοχών και ποιος ελέγχει την εταιρεία. Το σχέδιο νόμου δεν καθορίζει το ποιος κατέχει το υπόλοιπο των μετοχών, καθώς αναφέρεται ότι την πλειοψηφία την κατέχουν Αγροτικοί Συνεταιρισμοί. Η θέση της ΟΚΕ είναι ότι η συγκεκριμένη διάταξη θα έπρεπε να αναδιατυπωθεί ως εξής: «Αγροτικοί Συνεταιρισμοί μεταξύ τους ή και με τρίτα φυσικά ή νομικά πρόσωπα μπορούν να συνιστούν Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις οι οποίες διέπονται από το παρόντα νόμο και συμπληρωματικά από τις διατάξεις του ν 2190/1920. Οι ΑΕΣ αν προβλέπεται από το καταστατικό τους μπορεί να έχουν ως σκοπό και να αναλαμβάνουν δραστηριότητες όμοιες με εκείνες των Συνεταιρισμών. Οι ΑΕΣ μεταξύ τους μπορεί να συνιστούν άλλες ΑΕΣ. Στις ΑΕΣ την πλειοψηφία των μετοχών κατέχουν πάντα Συνεταιρισμοί ή ΑΕΣ. Οι μετοχές των ΑΕΣ είναι πάντοτε ονομαστικές και σε περίπτωση μεταβίβασης δικαίωμα προτίμησης έχουν οι συμμετέχοντες Συνεταιρισμοί και ΑΕΣ. Οι φορολογικές απαλλαγές που προβλέπονται για τους Συνεταιρισμούς ισχύουν και για τις ΑΕΣ για τις περιπτώσεις ίδρυσης, συγχώνευσης κα8ι μετατροπής.

Αρθρο 15, παρ. 11: Η ΟΚΕ επισημαίνει ότι οι ΑΕΣ εφόσον έχουν την μορφή της Ανώνυμης Εταιρίας δεν έχουν πλεονάσματα. Μόνο οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί έχουν πλεονάσματα όταν συναλλάσσονται με τα μέλη τους.

Αρθρο 16, παρ. 9: Η ΟΚΕ σημειώνει ότι με τις ισχύουσες διατάξεις η θητεία όλων των μελών του Δ.Σ. είναι ενιαία. Δηλαδή, αν παραιτηθεί ολόκληρο το Δ.Σ στη μέση της θητείας του το νέο ΔΣ εκλέγεται για νέα θητεία και όχι για το υπόλοιπο της θητείας. Αν παραιτηθεί μέλος του ΔΣ και δεν υπάρχει αναπληρωματικό τότε ορίζεται νέο μέλος για το υπόλοιπο της θητείας, ο δε ορισμός επικυρώνεται από την πρώτη Γενική Συνέλευση.

Αρθρο 18 όπως αναριθμήθηκε το αρχικό άρθρο 19, παρ. 9.
Η νέα παρ. 9 αναφέρει ότι μέχρι 30.6.2012 οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί καθώς και η ΠΑΣΕΓΕΣ θα πρέπει να έχουν ολοκληρώσει την διαδικασία εκλογής των οργάνων τους με τις διαδικασίες του παρόντος νόμου. Για το σκοπό αυτό παρατείνεται η θητεία των διοικήσεων μέχρι 30.6.2012.
Η ΟΚΕ θεωρεί ότι καταρχήν για τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς η διάταξη θα πρέπει να αναθεωρηθεί: διότι οι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί μέλη της Ένωσης Αγροτικών Συνεταιρισμών σύμφωνα με το Σχ/Ν συγχωνεύονται, απορροφώνται από την Ένωση και η Ένωση μετατρέπεται σε Πρωτοβάθμιο Συνεταιρισμό δια της τροποποιήσεως του καταστατικού της το οποίο εγκρίνεται με δικαστική απόφαση προκειμένου να ιδρυθεί το νέο νομικό πρόσωπο. Συνεπώς μετά την έγκριση του καταστατικού εκλέγεται νέο Διοικητικό Συμβούλιο το οποίο θα διοικήσει το Συνεταιρισμό για τέσσερα χρόνια. Για τον λόγο αυτό δεν γίνεται κατανοητό σε ποιά παράταση θητείας αναφέρεται το Σχ/Ν.
Οσον αφορά την παράταση της θητείας των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της ΠΑΣΕΓΕΣ η ΟΚΕ επισημαίνει, ότι όσες φορές στο παρελθόν επιχειρήθηκε παρόμοια ρύθμιση υπήρξαν εντονότατες αντιδράσεις. Και ο βασικός λόγος για αυτό είναι ότι η προτεινόμενη ρύθμιση έρχεται σε αντίθεση με τις αρχές του συνεταιριστικού θεσμού εφόσον για έξι και πλέον μήνες η διοίκηση της ΠΑΣΕΓΕΣ θα είναι διορισμένη και όχι εκλεγμένη.

Αρθρο 19 όπως αναριθμήθηκε το αρχικό άρθρο 20, παρ. 9.
Η ΟΚΕ επισημαίνει ότι στην παρ.9 του άρθρου 19 αναφέρεται ο όρος «Κλαδικοί Συνεταιρισμοί» όμως πουθενά στο Σ/Ν δεν δίδεται ο ορισμός των Κλαδικών Συνεταιρισμών.
Επίσης στην ίδια παράγραφο αναφέρεται ότι οι Κοινοπραξίες Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΚΑΣΟ) και οι Κεντρικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις (ΚΕΣΕ) μετατρέπονται σε Αγροτικό Συνεταιρισμό. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θα έπρεπε να επανεξετασθεί διότι μέλη των ΚΑΣΟ και των ΚΕΣΕ είναι ανομοιόβαθμοι Αγροτικοί Συνεταιρισμοί. Στη περίπτωση αυτή (ανομοιόβαθμων Συνεταιρισμών), και σύμφωνα με σχετικό έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών, δεν επιτρέπεται η συγχώνευση.
Τέλος, η διάταξη αναφέρει ότι μόνο ένας Κλαδικός Συνεταιρισμός ομοειδών προϊόντων μπορεί να λειτουργήσει σε εθνικό επίπεδο. Η ΟΚΕ θεωρεί ότι αυτό θα έπρεπε να επανεξετασθεί, καθώς ήδη υπάρχουν και λειτουργούν κλαδικοί Συνεταιρισμοί από παραγωγούς ομοίων προϊόντων και θα δημιουργηθούν και πολλοί άλλοι στο μέλλον.


ΟΚΕ 24 8.2011