Πέμπτη 2 Οκτωβρίου 2014

Συνεταιρισμοί και αναδιάρθρωση

Συνεταιρισμοί και αναδιάρθρωση
ΓΝΩΜΟΔΟΤΗΣΗ της Ευρωπαϊκής Οικονομικής και Κοινωνικής Επιτροπής
(γνωμοδότηση πρωτοβουλίας
Εισηγήτρια: η κ. Zvolská
Συνεισηγητής: ο κ. Olsson
Στις 14 Ιουλίου 2011, και σύμφωνα με το άρθρο 29, παράγραφος 2, του Εσωτερικού Κανονισμού της, η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή, αποφάσισε να καταρτίσει γνωμοδότηση πρωτοβουλίας με θέμα: Συνεταιρισμοί και αναδιάρθρωση.
Η Συμβουλευτική Επιτροπή Βιομηχανικών Μεταλλαγών, στην οποία ανατέθηκε η προετοιμασία των σχετικών εργασιών της ΕΟΚΕ, υιοθέτησε τη γνωμοδότησή της στις 12 Απριλίου 2012 με βάση την εισηγητική έκθεση της εισηγήτριας κ. Zvolská και του εισηγητή κ. Olsson.
Κατά την 480ή σύνοδο ολομέλειάς της, που πραγματοποιήθηκε στις 25 και 26 Απριλίου 2012 (συνεδρίαση της 25ης Απριλίου), η Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή υιοθέτησε, με 148 ψήφους υπέρ και 1 αποχή την ακόλουθη γνωμοδότηση.


1.Συμπεράσματα και συστάσεις

1.1  Οι συνεταιρισμοί συμβάλλουν στη στρατηγική «Ευρώπη 2020» τόσο εκ φύσεως όσο και μέσω του επιχειρηματικού μοντέλου που εφαρμόζουν· διαχειρίζονται την αλλαγή με τρόπο οικονομικά αποδοτικό και κοινωνικά υπεύθυνο· συντελούν στην κοινωνική και εδαφική συνοχή· οργανώνουν νέα και καινοτόμα επιχειρηματικά μοντέλα για τη μεγιστοποίηση της ανταγωνιστικότητας. Όλα αυτά είναι στοιχεία τα οποία θα πρέπει να προβληθούν κατά το 2012, το οποίο ανακηρύχθηκε Διεθνές Έτος Συνεταιρισμών.

1.2  Με την αξιοσημείωτη εξαίρεση ορισμένων τομέων, οι συνεταιρισμοί αντιπροσωπεύουν ένα περιορισμένο τμήμα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Ωστόσο, τα στοιχεία που αναφέρονται στην παρούσα γνωμοδότηση δείχνουν ότι σε περιόδους κρίσης οι συνεταιρισμοί είναι πιο ανθεκτικοί και σταθεροί απ’ ό,τι άλλες μορφές επιχειρήσεων, καθώς και ότι είναι σε θέση να αναπτύσσουν νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Το γεγονός αυτό μπορεί να αποδοθεί στην ιδιαιτερότητα των συνεταιριστικών επιχειρήσεων που συνίσταται στα εξής: στη μακρόπνοη προσέγγισή τους, στις ισχυρές εδαφικές καταβολές τους, στην προάσπιση των συμφερόντων των μελών τους, καθώς και στη σημασία που αποδίδουν στη μεταξύ τους συνεργασία. Η εκδηλούμενη συνεταιριστική αριστεία είναι σημαντικό να διαδοθεί και να προαχθεί στο πλαίσιο τόσο των εθνικών όσο και των ενωσιακών πολιτικών.

1.3  Η ποικιλομορφία των επιχειρήσεων αναγνωρίζεται από τη Συνθήκη και οι ιδιαιτερότητες του συνεταιριστικού μοντέλου έγιναν πρόσφατα δεκτές από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (Απόφαση του Δικαστηρίου (πρώτο τμήμα) της 8ης Σεπτεμβρίου 2011 – Συνεκδικαθείσες υποθέσεις C-78/08 έως C-80/08), με αποτέλεσμα να καθίσταται αιτιολογημένη η προώθηση στοχοθετημένων πολιτικών.

1.4  Επομένως, οι συνεταιρισμοί θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη σε όλες τις πολιτικές της ΕΕ που συμβάλλουν στην έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη, καθώς και στις σχετικές εμβληματικές πρωτοβουλίες της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Απαιτείται η διασφάλιση ισότιμων όρων ανταγωνισμού μεταξύ των συνεταιρισμών και άλλων μορφών επιχειρήσεων, με παράλληλη διαφύλαξη των στόχων και των μεθόδων εργασίας των συνεταιρισμών.

1.5  Για την προβολή της ιδιαίτερης συνεταιριστικής εμπειρίας σχετικά με την αναδιάρθρωση συνεταιριστικών επιχειρήσεων, θα πρέπει να επιδιωχθεί η συνεκτίμησή της στους στόχους και στις δράσεις της βιομηχανικής πολιτικής της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένης της ειδικής εμβληματικής πρωτοβουλίας.

1.6  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, καθώς και η ΕΤΕπ και το ΕΤΕ, θα πρέπει να διασφαλίσουν ότι οι μηχανισμοί χρηματοδότησης σε επίπεδο ΕΕ –συμπεριλαμβανομένου του σχεδίου δράσης για τη χρηματοδότηση των ΜΜΕ που προτείνεται στην Πράξη για την Ενιαία Αγορά – καθίστανται προσβάσιμοι από τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις· θα πρέπει δε να καταβληθεί ιδιαίτερη προσπάθεια, από κοινού με τον τραπεζικό τομέα, προκειμένου να συμβεί το ίδιο και όσον αφορά τον καθορισμό ειδικών μέσων. Ενδείκνυται επίσης να διευκολυνθεί ο διαμεσολαβητικός ρόλος των χρηματοδοτικών μέσων της ΕΤΕπ για τις μικρότερες συνεταιριστικές τράπεζες, ιδίως μέσω απλουστευμένων διοικητικών απαιτήσεων.

1.7  Κρίνεται σκόπιμο να τεθούν το συντομότερο δυνατό σε ισχύ νέοι κανόνες για τις δημόσιες συμβάσεις και τις κρατικές ενισχύσεις («πακέτο» Almunia). Οι κανόνες αυτοί και η εφαρμογή τους στα κράτη μέλη θα πρέπει να απλοποιηθούν και να συμπεριλάβουν ειδικά μέτρα για τη βελτίωση των παρεχόμενων ευκαιριών σε κοινωνικούς συνεταιρισμούς που απασχολούν άτομα με αναπηρίες ή μέλη άλλων μειονεκτουσών ομάδων, αλλά και να συνεκτιμήσουν την εμπειρία των συνεταιρισμών που διαχειρίζονται ακίνητα τα οποία έχουν κατασχεθεί από παράνομες δραστηριότητες (πρβλ. την περίπτωση των ακινήτων της μαφίας στην Ιταλία).

1.8  Θα πρέπει να ληφθούν μέτρα για τη διευκόλυνση της μεταβίβασης επιχειρήσεων στους εργαζομένους, σε συνέχεια της πρότασης της ΕΟΚΕ για τη θέσπιση πλαισίου που θα διευκολύνει την οικονομική συμμετοχή των εργαζομένων. Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων/οι εξαγορές επιχειρήσεων από εργαζομένους ενδείκνυται να ενισχύονται από ειδικό κονδύλιο του προϋπολογισμού της ΕΕ το οποίο θα πρέπει να περιλαμβάνει και χρηματοδοτικά μέσα.

1.9  Τα προγράμματα και τα ταμεία που προβλέπονται για την επικείμενη δημοσιονομική περίοδο 2014-2020 –και κυρίως τα Διαρθρωτικά Ταμεία– πρέπει να αποβούν χρήσιμα εργαλεία για τη στήριξη των συνεταιρισμών. Κατά τον καθορισμό των επιχειρησιακών προγραμμάτων, οι προτεραιότητες και τα μέτρα θα πρέπει να εστιάζουν στην παροχή στήριξης στη βιώσιμη επιχειρηματική ανάπτυξη και στην υπεύθυνη αναδιάρθρωση, αλλά και να εμπεριέχουν μέτρα όπως οι μεταβιβάσεις επιχειρήσεων στους εργαζομένους, οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί, η τοπική ανάπτυξη και η κοινωνική καινοτομία μέσω καθολικών επιχορηγήσεων και άλλων χρηματοδοτικών μέσων.

1.10  Η ΕΟΚΕ ζητά να εγκριθεί εντός του 2012 ένας απλοποιημένος κανονισμός για την ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρεία, σε συνδυασμό με την επικαιροποίηση του τρόπου εφαρμογής των διεθνών συνεταιριστικών αρχών στις εθνικές νομοθεσίες.

1.11  Η ΕΟΚΕ καλεί το Ευρωπαϊκό Ίδρυμα για τη Βελτίωση των Συνθηκών Διαβίωσης και Εργασίας (Eurofound) –και, ειδικότερα, το Ευρωπαϊκό Κέντρο Παρακολούθησης των Αλλαγών που διαθέτει το Ίδρυμα αυτό– να συνεργαστεί με τον συνεταιριστικό τομέα για την ενδελεχή εξέταση του ρόλου των συνεταιρισμών στην αναδιάρθρωση.

1.12  Το επικείμενο ερευνητικό πρόγραμμα «Ορίζοντας 2020» θα πρέπει επίσης να περιλαμβάνει ειδικά στοιχεία αναφοράς για τη μελέτη των παραγόντων στους οποίους οφείλεται η ανθεκτικότητα σε περιόδους κρίσης.

1.13  Χάρη στους στόχους και στο μοντέλο διοίκησής τους, οι συνεταιρισμοί αποτελούν αυτονόητο ενδιαφερόμενο φορέα στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας για την κοινωνική επιχειρηματικότητα που ανέλαβε πρόσφατα η Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Οι βασικές δράσεις που προτείνονται θα πρέπει επομένως να στοχεύουν και τον συνεταιριστικό τομέα, ενώ είναι επιτακτικό να συνεκτιμηθεί η εμπειρία που διαθέτουν οι συνεταιρισμοί όσον αφορά εξατομικευμένα χρηματοδοτικά μέσα και στην πρόσφατη πρόταση σχετικά με τα ευρωπαϊκά ταμεία κοινωνικής επιχειρηματικότητας.

1.14  Σύμφωνα με τη σύσταση 193/2002 της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας (ΔΟΕ) σχετικά με την προώθηση των συνεταιρισμών, τα κράτη μέλη θα πρέπει, αφενός, να διαμορφώσουν ένα ευνοϊκό περιβάλλον για την αναγνώριση και την ανάπτυξη των συνεταιρισμών σε όλα τα πεδία και τους τομείς και, αφετέρου, να υιοθετήσουν μια συνολική πολιτική για την προαγωγή του συνεταιριστικού επιχειρηματικού μοντέλου. Τα κράτη μέλη οφείλουν, ειδικότερα, να ενθαρρύνουν την εκπαίδευση και κατάρτιση σχετικά με τους συνεταιρισμούς τόσο για τους σπουδαστές όσο και για τους εργαζομένους, να βελτιώσουν τα στατιστικά δεδομένα με σκοπό τον προσδιορισμό και την περαιτέρω προβολή του συνεταιριστικού τομέα, να εκσυγχρονίσουν τη νομοθεσία περί συνεταιρισμών, να διαμορφώσουν ενδεδειγμένα εργαλεία χρηματοδότησης και να αναγνωρίσουν τον ρόλο των συνεταιρισμών στον εθνικό κοινωνικό διάλογο. Τα κράτη μέλη θα πρέπει επίσης να εξετάσουν τη δυνατότητα εισαγωγής στη νομοθεσία τους του συστήματος των αδιαίρετων αποθεματικών ή «παγώματος των περιουσιακών στοιχείων» για τους συνεταιρισμούς, το οποίο εφαρμόζεται ήδη σε σημαντικό αριθμό κρατών μελών της ΕΕ και έχει αποδειχθεί ότι αποτελεί αξιόλογο εργαλείο ανάπτυξης.

1.15  Η ΕΟΚΕ προτρέπει τις εθνικές ΟΚΕ να μεριμνήσουν για την υιοθέτηση γνωμοδοτήσεων στο πλαίσιο του Διεθνούς Έτους Συνεταιρισμών.

1.16  Οι συνεταιρισμοί θα πρέπει να κάνουν περισσότερο αισθητή την παρουσία τους και να ενισχύσουν την αμοιβαία μάθηση τόσο εντός όσο και εκτός του συνεταιριστικού κινήματος. Εντός του κινήματος αυτού, θα πρέπει να επικεντρωθούν στη «συνεργασία μεταξύ συνεταιρισμών», να καταρτίσουν κατευθυντήριες γραμμές και να επιδιώξουν ενεργά τη διάδοση ορθών πρακτικών, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στη διαχείριση της αλλαγής. Εκτός του κινήματος αυτού, οι συνεταιρισμοί θα πρέπει να συμμετάσχουν σε εταιρικές σχέσεις με άλλες ιδιωτικές επιχειρήσεις, δημόσιες αρχές και άλλους φορείς. Η δημοσίευση εκθέσεων εταιρικής κοινωνικής ευθύνης (ΕΚΕ σύμφωνα με τους συνεταιρισμούς) από τους συνεταιρισμούς πιστεύεται ότι θα αποδειχθεί εξαιρετικά σημαντικό μέσο για την προβολή και την προώθησή τους.

1.17  Ο συνεταιριστικός τομέας θα πρέπει επίσης να θεσπίσει κανόνες περί χρηστής διακυβέρνησης και αυστηρού εσωτερικού ελέγχου για την αποτροπή ενδεχόμενης κατάχρησης της συνεταιριστικής μορφής επιχείρησης.


2.Εισαγωγή

2.1  Στόχος της παρούσας γνωμοδότησης είναι να αναδείξει τον τρόπο με τον οποίο οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις, λόγω του ιδιαίτερου επιχειρηματικού μοντέλου και της αντικυκλικής συμπεριφοράς τους, προβλέπουν και διαχειρίζονται τις αλλαγές στη βιομηχανία και στις υπηρεσίες κατά την τρέχουσα κρίση που έχει ιδιαίτερα σοβαρό αντίκτυπο στην απασχόληση, όπως επισημάνθηκε σε πρόσφατες εκθέσεις της ΔΟΕ. Η γνωμοδότηση αποσκοπεί στη μεγαλύτερη προβολή του ρόλου των συνεταιρισμών, μιας μορφής επιχείρησης που διανοίγει νέες προοπτικές κοινωνικής καινοτομίας και συνεισφέρει στη βιώσιμη δημιουργία και διανομή του πλούτου.

2.2  Το συνεταιριστικό επιχειρηματικό μοντέλο είναι ανθρωποκεντρικό. Η συνεταιριστική επιχείρηση ορίζεται από τη Διεθνή Συνεταιριστική Ένωση (International Cooperative Alliance - ICA) –και αναγνωρίζεται από διάφορους διεθνείς οργανισμούς (ΟΗΕ, ΔΟΕ, ΕΕ)– ως «αυτόνομη ένωση προσώπων, τα οποία συνεταιρίζονται εθελοντικά, προκειμένου να ικανοποιήσουν τις κοινές τους οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές φιλοδοξίες και ανάγκες, μέσω μιας επιχείρησης η ιδιοκτησία της οποίας είναι συλλογική και στην οποία η εξουσία ασκείται με δημοκρατικές διαδικασίες». 
2.2.1  Η γνωμοδότηση θα πρέπει επίσης να τροφοδοτήσει με στοιχεία τις τρέχουσες εργασίες της ΣΕΒΜ σχετικά με την αναδιάρθρωσηi

2.3  Η συνεταιριστική ταυτότητα ενισχύεται από τις αξίες της δημοκρατίας, της ισότητας, της ισοτιμίας, της αλληλεγγύης, της διαφάνειας και της κοινωνικής ευθύνης. Η Διεθνής Συνεταιριστική Ένωση (ICA) έχει θεσπίσει επτά αρχές που οφείλουν να εφαρμόζουν οι συνεταιρισμοί: «εθελοντική και ανοικτή συμμετοχή· δημοκρατικός έλεγχος από τα μέλη· οικονομική συμμετοχή των μελών· αυτονομία και ανεξαρτησία· εκπαίδευση, κατάρτιση και ενημέρωση· συνεργασία μεταξύ των συνεταιρισμών και μέριμνα για την κοινότητα».

2.4  Το συνεταιριστικό επιχειρηματικό μοντέλο είναι απολύτως σύμφωνο με τις αξίες της Συνθήκης της ΕΕ και τους στόχους της στρατηγικής «Ευρώπη 2020». Με την επιδίωξη τόσο οικονομικών όσο και κοινωνικών στόχων, οι συνεταιρισμοί αποτελούν αναπόσπαστο τμήμα της «κοινωνικής οικονομίας της αγοράς».

2.5  Οι συνεταιρισμοί έχουν ως μακροπρόθεσμο στόχο την επίτευξη οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητας, ενισχύοντας τα άτομα, προβλέποντας τις αλλαγές και βελτιστοποιώντας τη χρήση των πόρων. Τα κέρδη τους δεν χρησιμοποιούνται για τη μεγιστοποίηση της αμοιβής του κεφαλαίου, αλλά για τη διανομή ωφελημάτων με σκοπό την πραγματοποίηση βιώσιμων επενδύσεων.

2.6  Η συνεταιριστική επιχείρηση, η οποία θέτει στο επίκεντρό της τον άνθρωπο και ελέγχεται από τα μέλη της, έχει βαθιές τοπικές ρίζες, πράγμα το οποίο δεν έρχεται σε αντίθεση με την ικανότητά της να λειτουργεί σε εθνικές και διεθνείς αγορές.

2.7  Η ευελιξία και η δημιουργικότητα της συνεταιριστικής μεθόδου έδωσε στους συνεταιρισμούς τη δυνατότητα να λειτουργούν σε όλους τους τομείς της οικονομίας, τόσο στους παραδοσιακούς όσο και στους νεοεμφανιζόμενους.

2.8  Στην Ευρώπη υπάρχουν 160.000 συνεταιριστικές επιχειρήσεις που ανήκουν σε 123 εκατομμύρια μέλη και προσφέρουν απασχόληση σε 5,4 εκατομμύρια άτομα.

2.9  Η μορφή της συνεταιριστικής επιχείρησης δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή ούτε στο ευρύ κοινό ούτε στους τομείς των ιδιωτικών επιχειρήσεων και της δημόσιας διοίκησης. Σε ορισμένες χώρες ο όρος «συνεταιρισμός» έχει ακόμα και αρνητική χροιά, ιδίως στις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης. Οι συνεταιρισμοί δεν χαίρουν αναγνώρισης ως ολοκληρωμένες εταιρείες όπως συμβαίνει με τις συμβατικές επιχειρήσεις. Σε ορισμένα κράτη μέλη τα εμπόδια που παρακωλύουν την ανάπτυξη των συνεταιρισμών έχουν πολλαπλασιαστεί κατά τα τελευταία χρόνια (όπως π.χ. στην Πολωνία, όπου έγινε μια απόπειρα περιορισμού της αυτονομίας και της ανεξαρτησίας των συνεταιρισμών με τη θέσπιση νέας νομοθεσίας περί συνεταιρισμών, και στην Ιταλία, όπου μειώθηκαν δραστικά τα φορολογικά πλεονεκτήματα για την αντιστάθμιση του κοινωνιακού ρόλου των συνεταιρισμών).

2.10  Η πρόσβαση σε επιχειρηματικό κεφάλαιο και πιστώσεις στη συμβατική κεφαλαιαγορά είναι δύσκολη για τους συνεταιρισμούς.

2.11  Δεν υφίστανται πάντοτε ισότιμοι όροι ανταγωνισμού δεδομένου ότι τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των συνεταιρισμών δεν λαμβάνονται υπόψη στην εθνική και ευρωπαϊκή νομοθεσία, αλλά ούτε και στα προγράμματα για τη στήριξη των επιχειρήσεων.


3.Προκλήσεις όσον αφορά την αναδιάρθρωση επιχειρήσεων στην Ευρώπη



3.1  Ως συνέπεια της κρίσης που πλήττει την ευρωπαϊκή οικονομία, βιώνουμε μια ευρείας κλίμακας αναδιάρθρωση. Οι στρατηγικές κοινωνικά υπεύθυνης αναδιάρθρωσης είναι απαραίτητες ώστε να αντιμετωπιστούν οι συνέπειες της παρούσας κρίσης, να αποφευχθούν τα περαιτέρω κρούσματα διακοπής λειτουργίας και πτώχευσης επιχειρήσεων, να διατηρηθεί η απασχόληση και να οργανωθεί η κοινωνική ευημερία με την τόνωση της ανταγωνιστικότητας και της τοπικής ανάπτυξης.

3.2  Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή θεωρεί ότι η αναδιάρθρωση αφορά μια ευρύτερη αντίληψη της επιχειρηματικής καινοτομίας, η οποία θα πρέπει να αποτελεί «μέρος ενός μακροπρόθεσμου οράματος της εξέλιξης και της κατεύθυνσης της ευρωπαϊκής οικονομίας, ώστε οι αλλαγές να είναι πράγματι ένα μέσο για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητάς της», συμπεριλαμβάνοντας οργανωτικές και κοινωνικές δομές για την επίτευξη βιώσιμης εδαφικής ανάπτυξης. Για τον σκοπό αυτό, η Επιτροπή θεωρεί ότι η καινοτομία παράγεται «όχι μόνο μέσω της έρευνας και της τεχνολογίας αλλά και μέσω νέων λύσεων εμπορίας και διοίκησης επιχειρήσεων».

3.3  Η Επιτροπή έχει παρατηρήσει ότι «οι επιχειρήσεις που είναι σε θέση να διαχειριστούν την αναδιάρθρωση με κοινωνικά υπεύθυνο τρόπο είναι συχνά εκείνες με το καλύτερο ιστορικό όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα και την προσαρμοστικότητα στην αγορά»ii.
3.3.1  Η Επιτροπή έχει επίσης εκφράσει την επιθυμία να συμπεριληφθεί στην έννοια των κοινωνικά υπεύθυνων αναδιαρθρώσεων η ανάμειξη και συμμετοχή των εργαζομένωνiii. Οι κοινωνικοί εταίροι σε επίπεδο ΕΕ έχουν θεσπίσει τις αρχές των «κοινωνικά ευφυών» αναδιαρθρώσεων σε ένα κοινό κείμενο που τονίζει τη σημασία της δημιουργίας και διατήρησης θέσεων εργασίας.

3.4  Η Επιτροπή επιθυμεί να διευκολύνει τις συνθήκες μεταβίβασης επιχειρήσεων στους εργαζομένους.

3.5  Η Επιτροπή κάλεσε τα κράτη μέλη να αναπτύξουν ένα πλαίσιο για τις μεταβιβάσεις επιχειρήσεων στους εργαζομένους, βασισμένο στις βέλτιστες πρακτικές για την αποφυγή κρουσμάτων διακοπής λειτουργίας. Ενδεικτικά αναφέρονται το σύστημα «ενιαίων ενισχύσεων» (pago unico) στην Ισπανία και ο νόμος Marcora στην Ιταλία που προβλέπουν τη χρήση των επιδομάτων ανεργίας για τη χρηματοδότηση της σύστασης νέων συνεταιρισμών.


4.Η ιδιαιτερότητα της συνεταιριστικής οικονομίας: ανθεκτικότητα και ανάπτυξη ακόμη και σε περιόδους κρίσης

4.1  Σε σύγκριση με τις συμβατικές επιχειρήσεις, οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις εμφανίζονται πιο ανθεκτικές σε περιόδους κρίσης. Αυτό ισχύει ειδικότερα για τις συνεταιριστικές τράπεζες, τους συνεταιρισμούς εργαζομένων στη βιομηχανία και τις υπηρεσίες, τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς και τους συνεταιρισμούς που συστάθηκαν από ΜΜΕ. Επίσης, το μοντέλο συνεταιριστικής επιχειρηματικότητας αναδύεται σε νέους τομείς (ενέργεια, ελευθέρια επαγγέλματα κλπ.). Οι αναδιαρθρώσεις εγκαινίασαν ένα πρόσθετο πεδίο για να συνεισφέρουν οι συνεταιρισμοί σε μια πραγματική πολυμορφία της οικονομίας, και ειδικότερα των επιχειρήσεων, όταν αναζητούνται πιο βιώσιμα μοντέλα παραγωγής και κατανάλωσης.

4.2  Στην έκθεση της ΔΟΕ με τίτλο «Resilience of the Cooperative Business Model in Times of Crisis» (Ανθεκτικότητα του συνεταιριστικού επιχειρηματικού προτύπου σε περιόδους κρίσης) αναφέρεται ότι: οι χρηματοπιστωτικοί συνεταιρισμοί παραμένουν οικονομικά υγιείς· οι συνεταιρισμοί καταναλωτών εμφανίζουν ολοένα και μεγαλύτερο κύκλο εργασιών· οι συνεταιρισμοί εργαζομένων αναπτύσσονται όσο οι άνθρωποι επιλέγουν τη συνεταιριστική μορφή επιχειρηματικότητας για να ανταποκριθούν στις νέες οικονομικές πραγματικότητες.

4.3  Τα ανωτέρω είναι πασιφανέστατα στον τραπεζικό τομέα. Καμία συνεταιριστική τράπεζα δεν έχει χρεοκοπήσει ακόμη στην ΕΕ. Σύμφωνα με στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης Συνεταιριστικών Τραπεζών, οι τράπεζες αυτές έχουν μερίδιο αγοράς ύψους περίπου 20% των καταθέσεων· χρηματοδοτούν δε περίπου το 29% των ΜΜΕ στην Ευρώπη, ενώ το μερίδιό τους στην αγορά αυξήθηκε σταθερά κατά τα τελευταία χρόνια. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, οι συνεταιριστικές τράπεζες τετραπλασίασαν το μερίδιο αγοράς τους από 1,2% το 2009 σε 5% το 2010. Στην Ιταλία, την τελευταία πενταετία, οι BCC (Banche di Credito Cooperativo) παρουσίασαν αύξηση των καταθέσεων κατά 49%, των δανείων κατά 60% και της απασχόλησης κατά 17% (ενώ στον υπόλοιπο τραπεζικό τομέα της Ιταλίας η απασχόληση μειώθηκε κατά 5%). Στην Κύπρο, σύμφωνα με την αρμόδια αρχή για την εποπτεία και την ανάπτυξη συνεταιριστικών επιχειρήσεων, τα συνεταιριστικά πιστωτικά ιδρύματα αύξησαν το μερίδιό τους στην αγορά κατά το 2011 (από 35 σε 38% όσον αφορά τις καταθέσεις και από 27 σε 29% όσον αφορά τα δάνεια), επιβεβαιώνοντας έτσι το γεγονός ότι οι Κύπριοι θεωρούν τα συνεταιριστικά πιστωτικά ιδρύματα ως ασφαλές λιμάνι σε περιόδους κρίσης.

4.4  Το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο [στο έγγραφό του με τίτλο "Redesigning the Contours of the Future Financial System" (Επανασχεδιάζοντας το πλαίσιο του μελλοντικού χρηματοδοτικού συστήματος), ενημερωτικό σημείωμα ΔΝΤ, 16 Αυγούστου, 2010 SPN/10/10] τονίζει τον καθοριστικό ρόλο των συνεταιριστικών τραπεζών ως εξής: «Μπορεί επίσης να ευημερούν οι μικρότερες συνεταιριστικές εταιρείες ή οι οργανισμοί αμοιβαίας ασφάλισης. Οι τράπεζες αυτές, βασιζόμενες λιγότερο στις προσδοκίες των μετόχων, μπόρεσαν γενικά να αποφύγουν πολλά από τα λάθη που διέπραξαν τα μεγαλύτερα ιδρύματα του ιδιωτικού τομέα. Μολονότι δεν θεωρούνται πάντοτε τα πιο αποδοτικά, δυναμικά ή καινοτόμα ιδρύματα, σε πολλές χώρες καλύπτουν αξιόπιστα και με ασφάλεια τις πιστωτικές ανάγκες πολλών μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων και πολλών νοικοκυριών».

4.5  Η CECOP –η ευρωπαϊκή συνομοσπονδία συνεταιρισμών και άλλων επιχειρήσεων που ανήκουν σε εργαζομένους στον τομέα της βιομηχανίας και των υπηρεσιών– παρακολουθεί, από το 2009 και μετά, τις επιπτώσεις της κρίσης στις επιχειρήσεις που μετέχουν στο δίκτυό της. Οι συνεταιρισμοί σε χώρες με υψηλότερο αριθμό συνεταιρισμών και μεγαλύτερη εμπειρία (π.χ. Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) δείχνουν να ανθίστανται περισσότερο στην κρίση από ό,τι οι συμβατικές επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στους ίδιους τομείς και στις ίδιες περιοχές.

4.6 Τα διάφορα είδη κοινωνικών συνεταιρισμών διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στη διαδικασία των αναδιαρθρώσεων και λειτουργούν ως σημαντικό εφαλτήριο κοινωνικής καινοτομίας. Οι συνεταιρισμοί ένταξης στην εργασία απασχολούν πολλά άτομα που έχουν απολυθεί και δεν μπορούν να επανέλθουν στην κανονική αγορά εργασίας. Σε ορισμένες χώρες, οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί είναι οι κύριοι εργοδότες ατόμων με αναπηρία (π.χ. στη Βουλγαρία, στην Τσεχία, στην Πολωνία, στην Ιταλία ...). Οι συνεταιρισμοί που παρέχουν κοινωνικές υπηρεσίες δραστηριοποιούνται στις αναδιαρθρώσεις του δημόσιου τομέα. Ιδιαίτερο νέο φαινόμενο αποτελούν οι ιταλικοί συνεταιρισμοί που διαχειρίζονται δημευμένα περιουσιακά στοιχεία από παράνομες δραστηριότητες.

4.7  Σε έναν τομέα που επλήγη σοβαρά από τις κρίσεις, οι στεγαστικοί συνεταιρισμοί αποδεικνύονται πολύ πιο ανθεκτικοί από τον αντίστοιχο ιδιωτικό τομέα, όπως υπολογίζεται με βάση την κατασκευή νέων κατοικιών, και εμφανίζουν επίσης μεγαλύτερη προσήλωση στον στόχο της μείωσης των εκπομπών αερίου του θερμοκηπίου αυξάνοντας την ενεργειακή απόδοση. Ο ρόλος αυτός είναι ιδιαίτερα σημαντικός σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, π.χ. στην Τσεχική Δημοκρατία και στην Πολωνία, όπου υλοποιούνται μεγάλα συνεταιριστικά έργα ανακαίνισης τα οποία συχνά χρηματοδοτούνται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Περιφερειακής Ανάπτυξης.

4.8  Μια σύντομη επισκόπηση ορισμένων ευρωπαϊκών χωρών καταδεικνύει τις σχετικά υψηλότερες επιδόσεις των συνεταιριστικών επιχειρήσεων από πλευράς ανάπτυξης, απασχόλησης, προσδόκιμου επιβίωσης και νεοσύστατων επιχειρήσεων [βλ., μεταξύ άλλων: Zevi A., Zanotti A., Soulage F. και Zelaia A. (2011), "Beyond the crisis: Cooperatives, Work, Finance" (Πέρα από την κρίση: συνεταιρισμοί, εργασία, χρηματοδότηση), Δημοσιεύσεις CECOP, Βρυξέλλες 2011].
4.8.1  Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 2009, ο κύκλος εργασιών των συνεταιρισμών αυξήθηκε κατά 10%, ενώ η βρετανική οικονομία συρρικνώθηκε κατά 4,9%. Το 2010, ο συνεταιριστικός τομέας συνέχισε να αναπτύσσεται κατά 4,4%, σε σύγκριση με ρυθμό ανάπτυξης επί του συνόλου της οικονομίας του Ηνωμένου Βασιλείου της τάξεως του 1,9%. Ο αριθμός των συνεταιρισμών στο Ηνωμένο Βασίλειο αυξάνεται σταθερά και το 2010 ανήλθε σε ποσοστό 9%. Οι συνεταιρισμοί γνωρίζουν άνθηση σε όλους τους τομείς της οικονομίας.
4.8.2  Στη Γερμανία, ο συνεταιριστικός τομέας επεκτείνεται, ιδιαίτερα στον τομέα της ενέργειας των ΜΜΕ, και της υγειονομικής περίθαλψης. Κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών παρατηρείται τεράστια αύξηση του αριθμού των νέων συνεταιρισμών: 370 το 2011, 289 το 2010, 241 το 2009 [Genossenshaften in Deutschland, πηγή DZ-Bank]. Σύμφωνα με έκθεση της Γερμανικής Συνεταιριστικής Ομοσπονδίας (DGRV) [DGRV Geschäftsbericht 2010], η οποία βασίζεται σε στοιχεία της Creditreform-Datenbank, το 2010 ποσοστό μόλις 0,1% των επιχειρήσεων που αναγκάστηκαν να κηρύξουν στάση πληρωμών αφορούσε συνεταιριστικές επιχειρήσεις και αυτό είναι το χαμηλότερο ποσοστό για όλα τα είδη επιχειρήσεων. Εξάλλου, επιβεβαιώθηκε ότι η προσχώρηση σε έναν συνεταιρισμό μειώνει κατά πολύ τον κίνδυνο αποτυχίας των μεμονωμένων επιχειρήσεων που συμμετέχουν σε αυτόν με την ιδιότητα του μέλους.
4.8.3  Στη Γαλλία, το προσδόκιμο επιβίωσης των συνεταιρισμών εργαζομένων μετά από μία τριετία ανέρχεται σε 74% σε σύγκριση με τον εθνικό μέσο όρο που αντιστοιχεί σε 66%. Μεταξύ του 2000 και του 2009, 329 επιχειρήσεις μετατράπηκαν σε συνεταιρισμούς εργαζομένων, εκ των οποίων διασώθηκαν περισσότερες από 250. Τα διαθέσιμα στοιχεία για το 2010 επιβεβαίωσαν την ανοδική τάση που παρατηρήθηκε ιδίως κατά τη διάρκεια των τριών τελευταίων ετών· πραγματοποιήθηκαν επίσης περισσότερες από 50 νέες μετατροπές επιχειρήσεων (CG SCOP, Ετήσια έκθεση 2010).
4.8.4  Στην Ιταλία η απασχόληση σε συνεταιρισμούς αυξήθηκε κατά 3% το 2010, ενώ η συνολική απασχόληση στον ιδιωτικό τομέα σημείωσε μείωση της τάξεως του 1%. Η κρίση στον τομέα της κοινωνικής πρόνοιας έχει ως αποτέλεσμα τον πολλαπλασιασμό του αριθμού των κοινωνικών συνεταιρισμών με γοργό ρυθμό. Οι περισσότεροι νέοι συνεταιρισμοί είναι νεοσύστατες επιχειρήσεις, αλλά περίπου ένας στους τέσσερις είναι συνδεδεμένη εταιρεία που προωθείται από άλλους συνεταιρισμούς. Οι συνεταιρισμοί έχουν μεγαλύτερο προσδόκιμο επιβίωσης: το ένα τρίτο των συνεταιρισμών που συστάθηκαν μεταξύ του 1970 και του 1989 εξακολουθούν να λειτουργούν έναντι ενός τετάρτου στην περίπτωση των άλλων επιχειρήσεων. Η «θνησιμότητα» είναι χαμηλότερη: μεταξύ του 2006 και του 2009 ποσοστό 4% των συνεταιρισμών διέκοψαν τη λειτουργία τους σε σύγκριση με ποσοστό υψηλότερο του 6% στην περίπτωση των άλλων επιχειρήσεων. Η πτώχευση υπήρξε η πιο δραματική αιτία διακοπής λειτουργίας, η οποία επηρέασε το 2% των συνεταιρισμών κατά το 2009 έναντι ποσοστού 6% στις άλλες επιχειρήσεις. Η απασχόληση στους συνεταιρισμούς –υπολογιζόμενη βάσει του είδους των συμβάσεων εργασίας– είναι λιγότερο επισφαλής: το 6% των νεοπροσληφθέντων εργαζομένων έχουν συμβάσεις ορισμένου χρόνου έναντι ποσοστού 11% στις άλλες επιχειρήσεις. Κατάρτιση παρασχέθηκε στο 40% του προσωπικού συνεταιρισμών, ενώ ο εθνικός μέσος όρος αντιστοιχεί σε 26%.
4.8.5 Στην περίπτωση της Ισπανίας, η οποία έχει πληγεί σοβαρά από την κρίση, η μείωση της απασχόλησης το 2008 και το 2009 ήταν της τάξεως του 4,5% στον τομέα των συνεταιρισμών έναντι 8% στις συμβατικές επιχειρήσεις. Εντούτοις, το 2010 οι συνεταιρισμοί εργαζομένων αύξησαν τον αριθμό των θέσεων εργασίας τους κατά 0,2%, ενώ η συνολική απασχόληση στις συμβατικές επιχειρήσεις μειώθηκε κατά 3,2%.
4.8.6  Σε ορισμένες χώρες απαντάται μια παρόμοια κατάσταση με αυτή που περιγράφεται παραπάνω. Στη Σουηδία, ο αριθμός των νεοσυσταθέντων συνεταιρισμών ήταν αναλογικά υψηλότερος από εκείνον των άλλων νεοσύστατων επιχειρήσεων. Το ποσοστό «θνησιμότητας» των συνεταιρισμών είναι χαμηλότερο από αυτό των συμβατικών επιχειρήσεων. Στην Κύπρο, οι συνεταιρισμοί γνωρίζουν επίσης άνθηση. Η κυβέρνηση υπογραμμίζει ότι η συνεισφορά τους στην οικονομική και κοινωνική αναβάθμιση της κοινωνίας είναι ζωτικής σημασίας.


5.Πώς διαχειρίζονται οι συνεταιρισμοί την αλλαγή



5.1  Το συγκεκριμένο συνεταιριστικό μοντέλο διαχείρισης που βασίζεται στη συνιδιοκτησία, τη δημοκρατική συμμετοχή και τον έλεγχο από τα μέλη, καθώς και η ικανότητα των συνεταιρισμών να βασίζονται σε δικούς τους οικονομικούς πόρους και σε δικά τους δίκτυα υποστήριξης, τους καθιστά πιο ευέλικτους και καινοτόμους όταν καλούνται να διαχειριστούν τις αναδιαρθρώσεις σε βάθος χρόνου, αλλά και να δημιουργήσουν νέες επιχειρήσεις.

5.2  Το μακρόπνοο όραμα συνιστά βασικό χαρακτηριστικό γνώρισμα μιας συνεταιριστικής επιχείρησης. Η κρίση συνέβαλε ακόμη περισσότερο στην υιοθέτηση μακροπρόθεσμης προσέγγισης με στόχο την επίτευξη οικονομικής και κοινωνικής βιωσιμότητας για τα μέλη των συνεταιρισμών. Μια συνεταιριστική επιχείρηση δεν θα διστάσει να θυσιάσει την απόδοση του κεφαλαίου της προκειμένου να διατηρήσει την απασχόληση και τις επενδύσεις.

5.3  Άλλο ένα βασικό χαρακτηριστικό της διαχείρισής τους είναι ότι οι συνεταιρισμοί διαθέτουν γερές βάσεις στην περιοχή όπου δραστηριοποιούνται. Αντίθετα από τον ιδιωτικό τομέα, δεν μετεγκαθίστανται, πράγμα το οποίο δεν είναι ασυμβίβαστο με την παγκοσμιοποίηση.

5.4  Ακριβώς επειδή οι συνεταιρισμοί έχουν βαθιές τοπικές ρίζες, ο ρόλος τους στις αγροτικές περιοχές αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία καθώς προωθούν τη βιώσιμη τοπική ανάπτυξη, δημιουργούν νέες θέσεων εργασίας και επιδιώκουν, ως εκ τούτου, την επίτευξη στόχων γενικού συμφέροντος. Εφόσον η αναδιάρθρωση πραγματοποιείται σε τοπικό επίπεδο, είναι σημαντικό να αξιοποιηθεί η εμπειρία των συνεταιρισμών για την αναζήτηση ενδεδειγμένων λύσεων. Στις αγροτικές περιοχές, οι συνεταιρισμοί διαφυλάσσουν την οικονομική και κοινωνική δραστηριότητα, μειώνοντας έτσι και τη μετανάστευση.

5.5  Η τοπική τους εδραίωση και η εστίασή τους στα συμφέροντα των μελών τους (νοικοκυριά ή μικρές επιχειρήσεις) εξηγούν για ποιο λόγο οι συνεταιριστικές τράπεζες επέδειξαν ικανοποιητικές επιδόσεις κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση. Επίσης, οι συνεταιριστικές τράπεζες εστιάζουν σε πολύ μεγάλο βαθμό τις δραστηριότητές τους στη βιώσιμη και κοινωνικά υπεύθυνη χρηματοδότηση. Η στάση τους αυτή ενισχύθηκε περαιτέρω από την τάση των πελατών να μεταφέρουν τις καταθέσεις και τα δάνειά τους από ιδιωτικές σε συνεταιριστικές τράπεζες.

5.6  Οι συνεταιρισμοί προασπίζουν την απασχόληση μέσω ενός μοντέλου εσωτερικής κινητικότητας σε συνδυασμό με τη διασφάλιση των θέσεων εργασίας. Οι συνεταιρισμοί εργαζομένων και κοινωνικών υπηρεσιών προτιμούν να προσαρμόζουν το ύψος των μισθών ή τον αριθμό των ωρών εργασίας παρά να περικόπτουν θέσεις εργασίας. Όποτε έχουν τη δυνατότητα, εσωτερικεύουν δραστηριότητες τις οποίες στο παρελθόν ανέθεταν σε εξωτερικούς συνεργάτες. Η ασφάλεια των θέσεων εργασίας ενισχύεται από την ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με τις διαθέσιμες θέσεις εργασίας εντός του ίδιου συνεταιριστικού δικτύου ή ομίλου. Το μοντέλο που αποσκοπεί στη δημιουργία συνθηκών ασφάλειας για τους εργαζομένους κατά τη διαδικασία μεταβίβασης της εκάστοτε επιχείρησης υποστηρίζεται από την επαγγελματική κατάρτιση, καθώς οι συνεταιρισμοί επικεντρώνονται στην ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού τους.

5.7  Οι συνεταιρισμοί έχουν εδώ και καιρό αναπτύξει διαφόρων ειδών μεθόδους για τη μεταξύ τους συνεργασία σε μόνιμη βάση, μέσω τόσο των αντιπροσωπευτικών τους οργανώσεων σε όλα τα επίπεδα όσο και του συνδυασμού των επιχειρηματικών τους δραστηριοτήτων στο πλαίσιο ομίλων, κοινοπραξιών και δευτεροβάθμιων συνεταιρισμών. Κατά τη διάρκεια των τελευταίων ετών και δεκαετιών, παρατηρείται ισχυρή εδραίωση αυτής της τάσης, με αποδεδειγμένη θετική συσχέτιση μεταξύ της άνθισης των συνεταιρισμών και της ανάπτυξης των οργάνων που τους συνδέουν μεταξύ τους.

5.8  Οι δυνατότητες που διαθέτουν οι αντιπροσωπευτικές οργανώσεις απεικονίζονται εξαιρετικά καλά στο ιταλικό παράδειγμα. Η Ιταλία χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη ποικίλων διατομεακών ενώσεων συνεταιρισμών. Κάθε είδους συνεταιρισμοί (εργαζομένων, καταναλωτών, γεωργικοί συνεταιρισμοί, κλπ.) είναι μέλη κάποιας από αυτές τις ενώσεις, πράγμα το οποίο διευκόλυνε τη δημιουργία κοινών οικονομικών δομών μείζονος σημασίας μεταξύ των διαφόρων τομέων. Χάρη στις δυνατότητες μεταφοράς ανθρώπινου δυναμικού και χρηματοοικονομικών πόρων –αλλά και εμπειριών– από τον έναν τομέα στον άλλο, πολλές συνεταιριστικές επιχειρήσεις και τομείς είναι σε θέση να αντιμετωπίσουν ακόμη και τις πιο δύσκολες συγκυρίες.

5.9  Οι όμιλοι, οι κοινοπραξίες και οι δευτεροβάθμιοι συνεταιρισμοί παρέχουν τη δυνατότητα σε μεμονωμένες επιχειρήσεις να παραμένουν μικρών διαστάσεων, επωφελούμενες συγχρόνως από οικονομίες κλίμακας. Η Ιταλία αποτελεί καλό παράδειγμα κοινοπραξιών στον κατασκευαστικό τομέα, στον τομέα των υπηρεσιών, καθώς και στον τομέα των κοινωνικών συνεταιρισμών, οι οποίες έχουν τεράστια συμβολή στην ανάπτυξη τόσο των μικρών όσο και των νέων συνεταιρισμών. Μικρές κοινοπραξίες κοινωνικών συνεταιρισμών απαντώνται επίσης και σε άλλες χώρες όπως η Σουηδία. Σημαντικοί όμιλοι συνεταιριστικών επιχειρήσεων υπάρχουν και σε άλλους τομείς –π.χ. στον γεωργικό τομέα, στον τομέα της μεταποίησης και της διανομής, καθώς και στον τραπεζικό τομέα– σε διάφορες άλλες χώρες της ΕΕ όπως, μεταξύ άλλων, στη Γαλλία, στη Γερμανία, στην Ισπανία και στις Κάτω Χώρες.

5.10  Ο ισπανικός όμιλος Mondragon αποτελεί εξαίρετο παράδειγμα του τρόπου με τον οποίο διάφορες μεμονωμένες συνεταιριστικές επιχειρήσεις μπορούν να οργανωθούν σε εθελοντική βάση για τη δημιουργία ενός τεράστιου επιχειρηματικού ομίλου του οποίου η δράση εκτείνεται στη βιομηχανία, στη γεωργία, στη διανομή, στον χρηματοπιστωτικό τομέα, στην Ε&Α και στην ανώτερη εκπαίδευση. Εντυπωσιακή συνιστώσα του εγχειρήματος του Mondragon αποτελεί η ικανότητα διατήρησης της απασχόλησης σε παγκοσμιοποιημένους βιομηχανικούς τομείς, καθώς και η επιδίωξη της συνεχούς αναδιάρθρωσης των προϊόντων, των διεργασιών και της εξυπηρέτησης μετά την πώληση, χρησιμοποιώντας τις βιομηχανικές πλατφόρμες τους σε ολόκληρο τον κόσμο σε συνδυασμό με ένα τρίγωνο καινοτομίας αποτελούμενο από τις βιομηχανικές επιχειρήσεις του ομίλου, το πανεπιστήμιο και τα κέντρα Ε&Α.

5.11  Οι ΜΜΕ μπορούν επίσης να οργανώνονται σε συνεταιρισμούς, ακολουθώντας την ίδια λογική διεύρυνσης της κλίμακας των επιχειρήσεών τους. Παραδείγματος χάρη, η εμπειρία αυτή έχει στεφθεί με μεγάλη επιτυχία στη Γερμανία, όπου οι συνεταιρισμοί μικρών επιχειρήσεων είναι εξαιρετικά διαδομένοι στην περίπτωση των καταστημάτων λιανικού εμπορίου, όπως αρτοποιεία, κρεοπωλεία κλπ.

5.12  Νέα φαινόμενα κάνουν την εμφάνισή τους για την κάλυψη των αναγκών ορισμένων επαγγελματικών ομάδων. Οι συνεταιρισμοί που συστάθηκαν από ιατρούς στη Γερμανία, όπως προαναφέρθηκε, είναι ένα συναφές παράδειγμα. Στην Ιταλία, ειδικότερα, η νεότερη γενιά επαγγελματιών υψηλής εξειδίκευσης αρχίζει να χρησιμοποιεί το μοντέλο συνεταιριστικής επιχείρησης για την αξιοποίηση ευκαιριών της αγοράς, συνδυάζοντας έτσι την αυτοαπασχόληση με μια συνεταιριστική μορφή επιχείρησης. Πρόσφατα θεσπίστηκε στην Ιταλία ένας νόμος περί επαγγελματικών ενώσεων ο οποίος εμπίπτει στη συνολική δέσμη οικονομικών μεταρρυθμίσεων και παρέχει έρεισμα σε ανάλογες πρωτοβουλίες.

5.13  Στη Γαλλία –και σε μικρότερο βαθμό στο Βέλγιο και στη Σουηδία– έχουν συσταθεί οι επονομαζόμενοι «Συνεταιρισμοί δραστηριοτήτων και απασχόλησης» οι οποίοι δίνουν τη δυνατότητα στους ανέργους να γίνουν αυτοαπασχολούμενοι, οργανώνοντας όχι μόνο τις εμπορικές τους δραστηριότητες, αλλά και την επαγγελματική τους κατάρτιση και την κοινωνική τους ασφάλιση στο πλαίσιο μιας συνεταιριστικής επιχείρησης.

5.14  Οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν, υπό κανονικές συνθήκες, να αποκτήσουν μεγάλη ποσότητα κεφαλαίου από τα μέλη τους και δεν έχουν εύκολη πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές. Οι συνεταιρισμοί έχουν αναπτύξει τους δικούς τους μηχανισμούς χρηματοδότησης. Οι μετοχές των μελών τους δεν είναι συνήθως μεταβιβάσιμες και τα κέρδη τους δεν χρησιμοποιούνται ως αμοιβή του κεφαλαίου, αλλά επανεπενδύονται κατά κανόνα στην επιχείρηση με τη μορφή αποθεματικών, πράγμα το οποίο αντικατοπτρίζει τη μακροπρόθεσμη στρατηγική τους: προάσπιση των συμφερόντων των μελών τους με την αποφυγή υπερβολικών κινδύνων και διάθεση πόρων για την πραγματοποίηση επενδύσεων σε δραστηριότητες που εξυπηρετούν άμεσα τις συγκεκριμένες ανάγκες τους.

5.15  Σε ορισμένες χώρες της ΕΕ, όπως στη Γαλλία, στην Ισπανία και στην Ιταλία, τα αποθεματικά αυτά είναι αδιαίρετα, δηλαδή δεν μπορούν να διανεμηθούν μεταξύ των μελών ακόμη και σε περίπτωση εκκαθάρισης, αλλά επιβάλλεται να χρησιμοποιηθούν για την προαγωγή του συνεταιριστικού κινήματος. Τα αδιαίρετα αποθεματικά έχει αποδειχθεί ότι αποτελούν ισχυρό αποτρεπτικό παράγοντα για τη μετατροπή των συνεταιριστικών επιχειρήσεων σε ανώνυμες εταιρείες (demutualization).

5.16  Σε ορισμένες χώρες θεσπίστηκαν νομικές διατάξεις προκειμένου να επιτραπεί σε τρίτα μέρη να παρέχουν επιχειρηματικό κεφάλαιο σε συνεταιρισμούς, είτε με δικαίωμα ψήφου είτε άνευ [πρβλ. "socio sovventore" (χρηματοδοτικός εταίρος) σύμφωνα με τον ιταλικό νόμο αριθ. 59/1992] και συστάθηκαν ειδικοί φορείς προς το σκοπό αυτό [πρβλ. Fondi mutualistici (αναπτυξιακά ταμεία αλληλοβοήθειας) και Cooperazione Finanza Impresa (CFI) στην Ιταλία, IDES στη Γαλλία και επενδυτικές δομές του ομίλου Mondragon στην Ισπανία] με αποτέλεσμα να παρασχεθεί η δυνατότητα στους συνεταιρισμούς να βελτιώσουν το διάλογο στον οποίο προβαίνουν με άλλα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα.



Συστάσεις για τις πολιτικές της ΕΕ


Συστάσεις για τις πολιτικές των κρατών μελών


Συστάσεις προς τους συνεταιρισμούς


  • «Οι εργαζόμενοι έχουν ιδιαίτερο συμφέρον για τη βιωσιμότητα των επιχειρήσεών τους και έχουν συχνά καλή γνώση της επιχείρησης στην οποία εργάζονται. Εντούτοις, δεν έχουν συχνά τα κατάλληλα οικονομικά μέσα και την υποστήριξη για να αναλάβουν και να διοικήσουν μια επιχείρηση. Η προσεκτική και βαθμιαία προετοιμασία των μεταβιβάσεων στους εργαζομένους με τη μορφή συνεταιρισμού μπορεί να βελτιώσει τα ποσοστά επιβίωσης»iv. «Εάν δεν μπορεί να βρεθεί διάδοχος από την οικογένεια, η μεταβίβαση στους υπαλλήλους εξασφαλίζει σε μεγάλο βαθμό τη συνέχιση της επιχείρησης». Ωστόσο, «λίγα μόνο κράτη μέλη ενθαρρύνουν τέτοιες μεταβιβάσεις με ειδικές ελαφρύνσεις του φόρου εισοδήματος (…)»v.


Βρυξέλλες, 25 Απριλίου 2012

Ο Πρόεδρος
της Ευρωπαϊκής Οικονομικής
και Κοινωνικής Επιτροπής
Staffan NILSSON


i COM(2012) 7, «Αναδιάρθρωση και πρόβλεψη της αλλαγής: τα διδάγματα από την πρόσφατη εμπειρία».

ii COM(2005) 120, «Αναδιαρθρώσεις και απασχόληση - Πρόβλεψη και πλαισίωση των αναδιαρθρώσεων για την ανάπτυξη της απασχόλησης: ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης».

iii COM(2001) 366, «Προώθηση ενός ευρωπαϊκού πλαισίου για την εταιρική κοινωνική ευθύνη».

iv COM(2004) 18, «Για την προώθηση των συνεταιριστικών εταιρειών στην Ευρώπη».


v COM(2006) 117, «Εφαρμογή του κοινοτικού προγράμματος της Λισαβόνας για την ανάπτυξη και την απασχόληση: Μεταβίβαση επιχειρήσεων - Εξασφάλιση της συνέχειας με μια νέα αρχή».

Δημόσια, Ιδιωτική, ή Κοινωνική Οικονομία

Δημόσια, Ιδιωτική, ή Κοινωνική Οικονομία


Του Δημ. Μιχαηλίδη

Σφοδρή επίθεση δέχεται κάθε προσπάθεια των πολιτών να συμμετέχουν στην συνδιαμόρφωση των όρων διατροφής, εργασίας, μόρφωσης και συμμετοχής στα κοινά στη χώρα μας, ενώ σε όλον τον κόσμο γίνονται συγκλονιστικές αλλαγές, υπέρ του τρίτου τομέα της οικονομίας και υπέρ του συνεργατισμού, όπως επισημάνθηκε και το 2012, που ήταν, μετά από διακήρυξη του ΟΗΕ, το Παγκόσμιο Έτος των Συνεταιρισμών.
Οι υποστηρικτές της δημόσιας οικονομίας προσπαθούν να τα υπαγάγουν ΟΛΑ στη δημόσια σφαίρα ελέγχου, δημιουργώντας μια αυτοτροφοδοτούμενη ηγετική τάξη που διοικεί και διαχειρίζεται όλους και όλα εξ ονόματος τάχα των πολιτών, αλλά, από όσα αντιλαμβανόμαστε, όσα γίνονται αφορούν τη διατήρησή τους στην «εξουσία» και την νομή της. Από τους δημόσιους υπαλλήλους, που δεν υπέστησαν ανάλογη πίεση από την ελληνική κρίση, παρά το ότι η ελληνική κρίση οφειλόταν ακριβώς και μόνο στον δημόσιο τομέα, έως τους ανώτατους κρατικούς λειτουργούς, όπως π.χ. οι βουλευτές που δεν μειώθηκε ακόμα ο αριθμός τους, παρά το γεγονός ότι η διοίκηση αποκεντρώθηκε, εκλέγοντας «μικρούς πρωθυπουργούς»-περιφερειάρχες και παρά το ότι απέκτησαν στοιχεία αυτάρκειας οι νέοι καλλικρατικοί δήμοι, και τους δικαστικούς λειτουργούς, που φαίνεται να θεωρούν ότι η κρίση δεν μπορεί να τους αγγίζει οικονομικά.
Οι ιδιώτες επιχειρηματίες (τραπεζίτες, βιομήχανοι, ιδιοκτήτες Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης, εφοπλιστές κλπ.) κατορθώνουν μέχρι σήμερα να κερδίζουν ότι μπορούν παραπάνω σε χρήματα, να μην πληρώνουν ανάλογους φόρους (offshore, πλοιοκτήτες, μείωση ΦΠΑ τουρισμού, επιδοτούμενη απασχόληση κλπ.) και αν κάτι πάει στραβά και προκύψουν ζημίες, τότε να τα πληρώνει το κράτος (δηλαδή οι πολίτες). Κύριο εργαλείο τους ο «τεχνητά» εξευγενισμένος ανταγωνισμός, ο ατομισμός, ο πρωταθλητισμός και η κατηγοριοποίηση, πάντα με «θρησκευτική» υποταγή σε μια κάποια «ιεραρχία». Τώρα τελευταία, σε μια κοινωνία που κομμάτια της άρχισαν να αντιδρούν και να αγανακτούν με τις «ανάρμοστες τεχνικές» της οικονομίας της αγοράς, άρχισε να παρουσιάζεται ως μια εξαιρετική δραστηριότητα η επονομαζόμενη «Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη». Πρόκειται για προπέτασμα ωραιοποίησης σε κάτι, που εξ ορισμού φαίνεται ότι δεν εστιάζεται στον άνθρωπο και στην κοινωνική ευθύνη.
Η Κοινωνική Οικονομία, προϋποθέτει, όχι απλά ύπαρξη, αλλά λειτουργία μιας κοινωνίας. Και η κοινωνία έχει ηθική, διότι ηθική είναι οι κανόνες ζωής και συμπεριφοράς για να επιβιώσει μια κοινωνία. Και η κάθε κοινωνία είναι διαφορετική, και έχει διαφορετικές απαιτήσεις για να επιβιώσει. Μόνο στην Κοινωνική Οικονομία μπορεί να συναντήσεις, ως προαπαιτούμενα των δομών της, την αυτόνομη οργάνωση ανθρώπων, τα οποία συνδέονται εθελοντικά για να εξυπηρετήσουν τις οικονομικές, κοινωνικές και πολιτιστικές ανάγκες τους μέσω της συμμετοχής και του δημοκρατικού ελέγχου. Και δήμο δεν αποτελούν τα «ποσοστά» αλλά οι άνθρωποι, «ένας άνθρωπος=μια ψήφος».
Μόνο στην Κοινωνική Οικονομία επιβάλλεται ότι οι δομές της πρέπει να βασίζονται στις αξίες της αυτοβοήθειας, της αυτευθύνης, της δημοκρατίας, της ισότητας, της δικαιοσύνης και της αλληλεγγύης. Μόνο στην Κοινωνική Οικονομία πρέπει τα μέλη των δομών της να πιστεύουν στις ηθικές αξίες της εντιμότητας, της ειλικρίνειας, της κοινωνικής ευθύνης και της μέριμνας για τους άλλους. Μόνο η Κοινωνική Οικονομία στηρίζεται σε αρχές όπως οι συνεταιρισμοί, οι οποίοι διέπονται από τις επτά συνεταιριστικές αρχές, οι οποίες είναι: 1. Εθελοντική και ανοικτή συμμετοχή, 2. Δημοκρατικός έλεγχος από τα μέλη, 3. Οικονομική συμμετοχή των μελών, 4. Αυτονομία και ανεξαρτησία, 5. Εκπαίδευση-Κατάρτιση-Πληροφόρηση όλων των μελών, 6. Συνεργασία μεταξύ συνεταιρισμών και 7. Ενδιαφέρον για την Κοινότητα.
Μόνο η Κοινωνική Οικονομία υποδεικνύει ως βασικότερους άξονες των δομών της κοινωνικής πολιτικής, με την ευρύτερη έννοια, την αύξηση του εθνικού προϊόντος, την αναδιανομή του εισοδήματος και του πλούτου, την τοπική ανάπτυξη και την προώθηση προγραμμάτων κοινωνικού χαρακτήρα.
Ίσως να μην επιτυγχάνονται όλοι οι στόχοι από τις συνεταιριστικές επιχειρήσεις και μερικά προαπαιτούμενα να πληρούνται μερικώς, άλλα είναι ξεκάθαρα δομές προσανατολισμένες στον άνθρωπο και την κοινωνία και δεν αποβλέπουν στα χρηματικά κέρδη αλλά στο γενικότερο όφελος των μελών, σε αντιδιαστολή με την συντριπτική πλειοψηφία των δομών της οικονομίας της αγοράς, που θεωρούν ύψιστο (και μοναδικό?) σκοπό τους την απόδοση κέρδους στο κεφάλαιο.
Η Φινλανδία αντιμετώπισε μεγάλη κρίση (μετά την περεστρόϊκα στην τότε ΕΣΣΔ) και η ανεργία της έφθασε στο αστρονομικό 22% … Το αντιμετώπισε με τη δημιουργία 1600 Συνεργατικών δομών μέσα σε ένα χρόνο, και σήμερα η Φινλανδία ευημερεί. Οι περιοχές της Ανατολικής Γερμανίας μετά την συνένωση της Γερμανίας αντιμετώπισαν καταστροφική ανεργία και την αντιμετώπισαν με τη δημιουργία 400 συνεταιρισμών εργασίας μέσα σε ένα χρόνο, με αποτέλεσμα η σημερινή Γερμανία να «κουνά το δάκτυλο» για οικονομικά θέματα σε όλα τα κράτη της ευρωπαϊκής Ένωσης.
Το Διεθνές Γραφείο Εργασίας-ILO, μετά την παγκόσμια χρηματο-τραπεζική κρίση του 2008, μελέτησε τη δημιουργηθείσα κατάσταση και επεσήμανε ότι όσα κράτη είχαν αναπτυγμένη Κοινωνική Οικονομία (Συνεταιρισμούς, Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις, Ηθικές Τράπεζας, Ταμεία Αλληλοβοήθειας στην Υγεία, Κοινωνικά Υποστηριζόμενη Γεωργία, Κοινωφελείς Εταιρείες κλπ.) επέδειξαν αυξημένη ανθεκτικότητα. Έτσι ξεκίνησε μια συντονισμένη, σε παγκόσμιο επίπεδο προσπάθεια υποστήριξης του συνεργατισμού από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών και βέβαια και από την Ευρωπαϊκή Ένωση, με κορύφωση το 2012, που χαρακτηρίσθηκε από τον ΟΗΕ Παγκόσμιο Έτος των Συνεταιρισμών. Η Ελλάδα δεν έχει κάποιον συνεταιριστικό οργανισμό (ούτε την ΠΑΣΕΓΕΣ) που να είναι μέλος της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης (ICA-International Co-operative Alliance).
Το 2011 η Ελληνική Βουλή ψήφισε τον νόμο 4019, ως ένα δυνατό εργαλείο για την υποστήριξη της απασχόλησης και οι Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις-ΚοινΣΕπ ξεκίνησαν. Η πρώτη ΚοινΣΕπ ήταν η ΚοινΣΕπ ΠΙΕΡΙΩΝ ΜΟΥΣΕΣ στην Κατερίνη. Λίγο μετά δημιουργήθηκε η ΚοινΣΕπ ΜΑΙΝΑΛΟ στην Αρκαδία. Η ΚοινΣΕπ ΓΑΛΗΝΟΣ στην Καβάλα σήμερα διατηρεί το Δημοτικό Ιατρείο. Η ΚοινΣΕπ ΜΥΓΔΟΝΙΑ καλλιεργεί, μεταποιεί και προσφέρει τελικά προϊόντα (σαπούνια, βοτανόλαδα κλπ.) στον Λαγκαδά Θεσσαλονίκης. Η ΚοινΣΕπ VictoryFarm στην Θεσσαλονίκη ασχολείται με καινοτόμες καλλιέργειες για την αξιοποίηση μεγάλων περιοχών. Η ΚοινΣΕπ GreenWays οργανώνει και προσφέρει ειδικές μορφές τουρισμού (κυρίως με ποδήλατα). Η ΚοινΣΕπ ΜΕΡΙΜΝΑ ΥΓΕΙΑΣ στο Φίλυρο Θεσσαλονίκης δραστηριοποιείται στο χώρο των ψυχικά ασθενών. Η ΚοινΣΕπ ΕΥΖΕΙΝ από τον Βαθύλακο Θεσσαλονίκης είναι συνεταιρισμός τεχνιτών εξειδικευμένος σε ενεργειακά θέματα.
Μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί στο Υπουργείο Εργασίας περίπου 530 ΚοινΣΕπ, από τις οποίες περίπου 60 στην περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας. Κάποιες καταγράφουν ήδη πολύ επιτυχημένες διαδρομές στις περιοχές τους. Κάποιες είναι σε διάφορα στάδια ανάπτυξης, χωρίς σημαντική ακόμα συμμετοχή στο κοινωνικό γίγνεσθαι. Και οι περισσότερες προσπαθούν σκληρά μέσα σε ένα άγονο κοινωνικά οικοσύστημα, μια αλλοτριωμένη από την οικονομία της αγοράς κοινωνία, να ενημερώσουν, να αναγνωρισθούν, να επιβιώσουν, ΠΑΝΤΑ για το καλό της κοινωνίας, μέσα στην οποία δραστηριοποιούνται.
Ταυτόχρονα κάποιοι προσπαθούν να δημιουργήσουν ιεραρχικές «υπερκατασκευές» για να εντάξουν τις ΚοινΣΕπ της Κοινωνικής Οικονομίας σε μια κάποιας μορφής «ιεραρχία». Οι ΚοινΣΕπ οφείλουν να φροντίσουν ώστε οι υπερδομές αυτές να αποτελούν πραγματικά την κοινή τους έκφραση και εκπροσώπηση και να μην αλωθούν από κομματικούς μηχανισμούς, οι οποίοι εξυπηρετούν τις ιδιοτελείς τους βλέψεις.
Δυστυχώς τα ξαναέζησε όλα αυτά η ελληνική κοινωνία με την «βιομηχανία» των σεμιναρίων των ευρωπαϊκών προγραμμάτων από τα τότε Κέντρα Επαγγελματικής Κατάρτισης-ΚΕΚ. Τα ξαναέζησε η ελληνική κοινωνία με τις Αστικές Μη Κερδοσκοπικές Εταιρείας-ΑΜΚΕ, που στήθηκαν για να καταστρατηγήσουν κοινωνικές πολιτικές. Τα ξαναζήσαμε με μερικές Μη Κυβερνητικές Οργανώσεις-ΜΚΟ, που έγιναν για να προωθήσουν Κυβερνητικές πολιτικές στον κόσμο. Τα ζήσαμε ή ζούμε με κάποιες περίεργες Αναπτυξιακές Συμπράξεις, που παρά την πλουσιοπάροχη διάθεση πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινωνικού Ταμείου-ΕΚΤ, με δικαιολογία τους ανέργους, κινείται και μισθοδοτείται ένας ολόκληρος «στρατός» ειδικών, εισηγητών, καθηγητών, συμβούλων, επιχειρήσεων (κερδοσκοπικών ή μη), το αποτέλεσμα των οποίων πρέπει να ελεγχθεί, και πολύ φοβάμαι ότι θα δείχνει ότι οι «ωφελούμενοι» άνεργοι βγαίνουν στην κοινωνία μετά από το πρόγραμμα και κάποιο χρονικό διάστημα, ΑΝΕΡΓΟΙ πάλι, και ίσως και χρεωμένοι με διάφορα πρόσθετα έξοδα, που δεν θα τα είχαν εάν δεν είχαν «επιλεγεί» για να «βοηθηθούν».
Οι ωφελούμενοι από την οικονομία της αγοράς και τα μέλη του δημόσιου τομέα έχουν επιδοθεί το τελευταίο εξάμηνο σε «κατά ριπάς» επιθέσεις στις δομές της κοινωνικής οικονομίας, αντιλαμβανόμενοι ότι ο κόσμος έχασε την εμπιστοσύνη του, όπως καταγράφεται σε δημοσκοπήσεις, τόσο στο χρηματοπιστωτικό σύμπλεγμα και τους διαπλεκόμενους με αυτό, όσο και στο πελατειακό κράτος.
Καταγράψαμε μια σφοδρή υπόγεια επίθεση, τάχα, μέσω των ελεγχόμενων από την αγορά, Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας, κατά των Μη Κερδοσκοπικών Οργανώσεων, μέσω στοιχείων των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων που ήταν εγγεγραμμένες στο Υπουργείο Εξωτερικών, πριν μερικούς μήνες. Καταγράψαμε μια νέα απίθανη φοβική επίθεση από δημόσιο λειτουργό, ο οποίος πιθανόν δεν καταλαβαίνει την λειτουργία της Κοινωνικής Οικονομίας (όπως οι περισσότεροι στην Ελλάδα), εναντίον των Κοινωνικών Συνεταιριστικών Επιχειρήσεων.
Η λειτουργία Κοινωνικής Οικονομίας, προαπαιτεί ΚΟΙΝΩΝΙΑ πάνω στην οποία θα στηριχθεί και με την οποία θα συν-λειτουργήσει. Η μόνη συνάθροιση ανθρώπων στην Ελλάδα με στοιχεία κοινωνίας είναι η αγροτική κοινωνία, για ιστορικούς λόγους. Για τους ίδιους λόγους, οι συσσωρεύσεις ανθρώπων στις πόλεις δεν αποτελούν, εξ ορισμού, κοινωνίες ανθρώπων.
Τις τελευταίες δεκαετίες γίνονται συντονισμένες προσπάθειες, και η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει διαθέσει πολλούς πόρους, για να αναπτυχθεί ο τρίτος τομέας της οικονομίας και οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών στην Ελλάδα (και στις νότιες χώρες: Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία). Και οι καινοφανείς δομές που υφίστανται βασανιστική κριτική, είναι στην ουσία οι προπομποί της νέας προοπτικής, του τρίτου τομέα της οικονομίας, της ωρίμασης των συνθηκών για την εφαρμογή της κοινωνικής οικονομίας. Και όπως κάθε νέα διαδικασία απαιτεί πολλαπλάσια μέσα και πόρους και προσπάθεια για να αποδώσει λίγο, έτσι ήταν αναμενόμενο, να συμβεί και με την προώθηση της κοινωνικής οικονομίας. Οι άλλοι τομείς της οικονομίας βρίσκονται στην φάση λίγο πριν τον κορεσμό, και σε όσους δεν μπορούν να δουν την συνολική εικόνα, μοιάζει σαν σπατάλη πόρων για λίγο αποτέλεσμα. Είναι όμως το απαραίτητο στάδιο ωρίμανσης στην νέα προοπτική.
Είναι επιτακτική ανάγκη να ενημερωθεί το οικοσύστημα των ΚοινΣΕπ, να ενημερωθούν οι πολίτες για τον συνεργατισμό, να ενημερωθούν οι υπηρεσίες του κράτους για την Κοινωνική Οικονομία, να διαμορφωθούν τουλάχιστον ομόλογες δομές για να επιτρέψουν στα εργαλεία της Κοινωνικής Οικονομίας να αναπτυχθούν και να αποδώσουν. Είναι η μόνη εμφανής ελπίδα στην Ελλάδα. Είναι η μόνη εμφανής ελπίδα για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία εκφράστηκε με την Οδηγία της 14 Ιαν. 2014, η οποία επιβάλει ότι μέχρι το τέλος 2015 (από 1/1/2016) όλα τα κράτη-μέλη θα πρέπει να έχουν περιλάβει στη διαδικασία Δημοσίων Συμβάσεων (μέχρι σήμερα στην Ελλάδα ΠΔ 60/2007) κριτήρια για προτίμηση ανάθεσης σε κοινωνικές-κοινωφελείς επιχειρήσεις.
Είναι η μόνη εμφανής ελπίδα για όλα τα κράτη, όπως προβλέπει το κείμενο με συστάσεις κοινωνικής αλληλέγγυας οικονομίας για την μετά-2015 ατζέντα ανάπτυξης του ΟΗΕ, την πρωτοβουλία του οποίου πήρε το RIPESS-Διηπειρωτικό Δίκτυο για την Προώθηση της Κοινωνικής Αλληλέγγυας Οικονομίας (Social Solidarity Economy recommendations for the Post-2015 Development Agenda)1,
Είναι η μόνη εμφανής ελπίδα για όλο τον κόσμο όπως γράφει ο Jeremy Rifkin στο βιβλίο του «Η Τρίτη Βιομηχανική Επανάσταση», όπου επισημαίνει «πως η οριζόντια ισχύς (και όχι οι υπερκατασκευές και η κάθετη οργάνωση) μεταμορφώνει τους ενεργειακούς πόρους, την οικονομία και τον κόσμο» σηματοδοτώντας το τέλος των πυραμιδικών ιεραρχιών «από την παλαιά ιεραρχική ισχύ στην νέα οριζόντια ισχύ».



Σύγχυση στην συνεταιριστική ορολογία

ΣΥΓΧΥΣΗ ΣΤΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΟΡΟΛΟΓΙΑi
των Κ.Λ. Παπαγεωργίουii και Ολ. Κλήμη-Καμινάρηiii
Όταν το 2003 δημοσιεύθηκε ο Κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής Ε.Ε.) για τον Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό (SCE), ένα αίσθημα ανακούφισης αισθάνθηκαν όσοι είχαν βιώσει τις παλινδρομήσεις του σχεδίου, που λίμναζε στα συρτάρια του Συμβουλίου και της Επιτροπής, επί περισσότερο από 20 χρόνια, εξαιτίας των διαφωνιών των επιμέρους κρατών μελών.. Ο συνεταιριστικός θεσμός, ο οποίος σε παγκόσμιο επίπεδο έχει τις ίδιες συνεταιριστικές αρχές, είχε, στην πορεία του χρόνου, αντιμετωπισθεί με διαφορετικούς τρόπους. Σε λειτουργικό επίπεδο, οι χειρισμοί από την πλευρά της νομοθεσίας κυμαίνονταν από την απόλυτη αυτορρύθμιση μέχρι την λεπτομερειακή ρύθμιση από την εθνική νομοθεσία, οπότε η σύγκλιση ήταν σχεδόν αγεφύρωτη.
Ο Κανονισμός 1435/2003 κατόρθωσε να συγκεράσει τις διαφορές, είτε αφήνοντας στην εθνική νομοθεσία να ρυθμίζει ορισμένα ζητήματα είτε παρέχοντας τη δυνατότητα επιλογών. Σκοπός ήταν η προώθηση της συνεργασίας σε διακρατικό επίπεδο, δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα ίδρυσης συνεταιρισμών με μέλη προερχόμενα από περισσότερα του ενός κράτη της Ε.Ε.iv
Ο Κανονισμός 1435/2003 συνοδευόταν από την Οδηγία 2003/72/ΕΚ, ως συμπλήρωμα του Κανονισμού, που αναφερόταν ειδικά στο ρόλο των εργαζομένων στον Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό.
Σε όλες τις χώρες μέλη, τόσο ο Κανονισμός όσο και η Οδηγία αναφερόταν στον ίδιο θεσμό, στους συνεταιρισμούς. Η Ελλάδα απετέλεσε την έκπληξη, όπως φαίνεται από την αντιστοίχιση σε 5 ευρωπαϊκές γλώσσες:
Γλώσσα

Κανονισμός
Οδηγία
Αγγλική
On the Statute for a European Cooperative Society
Supplementing the Statute for a European Cooperative Society
Γαλλική
1relatif au statut de la société cooperative1 européenne (SEC)
complétant le statut de la société 1cooperative européenne
Γερμανική
über das Statut der Europäischen Genossenschaft (SCE)
zur Ergänzung des Statuts der Europäischen Genossenschaft
Ιταλική
1relativo allo statuto della Società 1cooperativa europea (SCE)
Che completa lo statuto della società 1cooperativa europea
Ελληνική
περί του καταστατικού της ευρωπαϊκής συνεταιριστικής εταιρείας
για τη συμπλήρωση του καταστατικού του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού

Δηλαδή, στην ελληνική μετάφραση ο Κανονισμός αναφέρεται σε Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία, η δε Οδηγία σε Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό, παρά το γεγονός ότι είναι προφανές το μεταφραστικό λάθος, αφού υπάρχουν αναφορές του ενός κειμένου στο άλλο και μάλιστα με τον αριθμό σελίδας στο ίδιο τεύχος της Επίσημης Εφημερίδας της Ε.Ε.v
Δεν θα άξιζε να γίνεται περισσότερος λόγος για ένα μεταφραστικό λάθος αν αυτό γινόταν κατανοητό από τον ελληνικό υπηρεσιακό μηχανισμό. Το αντίθετο συνέβη. Το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο κατά κύριο λόγο χειρίσθηκε το θέμα στο ευρωπαϊκό επίπεδο, έκρινε ότι η Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία αποτελεί νέο ευρωπαϊκό θεσμό. Έτσι, σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του να καταρτίσει Προεδρικό Διάταγμα, στο οποίο να περιλαμβάνονται τα αναφερόμενα στην Οδηγία 2003/72/ΕΚ και οι επιλογές που είχαν αφεθεί να ρυθμίζονται από τα κράτη μέλη, ανταποκρίθηκε με το Π.Δ. 44/2008 (ΦΕΚ Α’ 72/24.4.2008), με τίτλο «Συμπλήρωση του καταστατικού της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής Εταιρείας όσον αφορά το ρόλο των εργαζομένων, σύμφωνα με την Οδηγία 2003/72/22.7.2003».vi
Χαρακτηριστικό της πεποίθησης του Υπουργείου ότι πρόκειται για διαφορετικό θεσμό, είναι το γεγονός ότι στο άρθρο 1 παρ. 1 του Π.Δ. αναφέρει, σε εισαγωγικά, τον πρωτότυπο τίτλο της Οδηγίας «για τη συμπλήρωση του καταστατικού του ευρωπαϊκού συνεταιρισμού …», για να συνεχίσει στην παρ. 2: «Το παρόν Π.Δ. ισχύει για τις ευρωπαϊκές συνεταιριστικές εταιρίες, στο εξής ΕΣΕτ, που αναφέρονται ως «ευρωπαϊκοί συνεταιρισμοί» στην Οδηγία 2003/72/ΕΚ. …» Στη συνέχεια του Π.Δ. γίνεται αναφορά αποκλειστικά σε Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία. Η ορολογία αυτή μεταφέρθηκε και σε μεταγενέστερα νομοθετήματα.vii
Η μεταφραστική διαφοροποίηση στους τίτλους του Κανονισμού και της συνοδευτικής Οδηγίας, αποτέλεσαν την αφορμή περαιτέρω διερεύνησης της απόδοσης στην ελληνική και σε άλλες ευρωπαϊκές γλώσσες των λειτουργικών όρων των συνεταιρισμών, δηλ. όρων των οποίων η μετάφραση επηρεάζει την οικονομική συμπεριφορά τους. Η διερεύνηση επικεντρώθηκε στους όρους «πλεόνασμα» και «επιστροφή πλεονάσματος» σε αντιδιαστολή με τους όρους «κέρδος» και «μέρισμα», οι οποίοι έχουν και σημαντικό ενδιαφέρον από φορολογικής απόψεως για τους συνεταιρισμούς.

Ο ορισμός σημαντικών συνεταιριστικών όρων
Η ιδιαιτερότητα του συνεταιριστικού μάνατζμεντ έχει οδηγήσει στην υιοθέτηση δύο όρων που δεν εμφανίζονται στο μάνατζμεντ των συμβατικών ιδιωτικών επιχειρήσεων. Οι όροι αυτοί είναι το «πλεόνασμα» και η «επιστροφή πλεονάσματος».viii
Οι συνεταιρισμοί δημιουργούνται από ομάδες ανθρώπων με σκοπό την εξυπηρέτηση των αναγκών τους. Ο συνεταιρισμός αποτελεί την κοινή επιχείρηση, της οποίας τα μέλη είναι ταυτόχρονα επιχειρηματίες και πελάτες Αυτή η συνύπαρξη των δύο ιδιοτήτων στα αυτά πρόσωπα, έχει μεγάλη ερμηνευτική σημασία.
Ως παράδειγμα, ας χρησιμοποιηθεί ένας αγροτικός συνεταιρισμός, ο οποίος αποφασίζει να προμηθευθεί λιπάσματα συλλογικά. Η αγορά μεγάλης ποσότητας από τη βιομηχανία λιπασμάτων επιτυγχάνει έκπτωση π.χ. 30%. Ο συνεταιρισμός θα υποστεί και δαπάνες διαχείρισης και διανομής των λιπασμάτων στα μέλη, οπότε το τελικό όφελος για τα μέλη θα είναι π.χ. 25% σε σύγκριση με την τιμή που θα προμηθεύονταν το λίπασμα από την αγορά
Μετά το αποτέλεσμα αυτό, ο συνεταιρισμός έχει δύο δυνατότητες:
Α) Να διαθέσει στα μέλη τα λιπάσματα στην τιμή κόστους, δηλ. κατά 25% κατώτερη από την τιμή που θα τα αγόραζαν τα μέλη από την αγορά. Στην περίπτωση αυτή, στο τέλος της χρήσης ο συνεταιρισμός θα ισοζυγίσει τις δαπάνες με τις εισπράξεις στο λογαριασμό λιπάσματα. Οι εισπράξεις θα είναι ίσες με τις δαπάνες και τα μέλη θα έχουν κερδίσει τη διαφορά από την τιμή που επικρατεί στην αγορά, καθένα ανάλογα με την ποσότητα που προμηθεύθηκε.
Β) Να διαθέσει στα μέλη τα λιπάσματα στην τιμή που θα τα αγόραζαν τα μέλη από την αγορά, δηλ. ουσιαστικά σε τιμή κατά 25% ανώτερη από το κόστος. Στην περίπτωση αυτή, στο τέλος της χρήσης θα εμφανισθεί στο ταμείο ένα ποσό ίσο με το γινόμενο της έκπτωσης επί τα κιλά του λιπάσματος. Το ποσό αυτό είναι η παρακράτηση εκ μέρους του συνεταιρισμού ποσού που ανήκει στα μέλη και ονομάζεται «πλεόνασμα»ix. Από κάθε μέλος που προμηθεύθηκε λίπασμα, παρακρατήθηκε ένα ποσό ίσο με το γινόμενο της έκπτωσης επί τα κιλά που προμηθεύθηκε. Αυτό το ποσό δεν είναι παρά παρακράτηση για την οποία συμφώνησαν τα μέλη, ή, με άλλα λόγια, προσωρινή εισφορά των μελών, μέχρι να αποφασίσει η γενική συνέλευση (αν δεν έχει προαποφασίσει) αν θα επιστραφεί στα μέλη, ολόκληρη ή ένα μέρος της. Το μέρος που επιστρέφεται αποτελεί και ονομάζεται «επιστροφή πλεονάσματος».
Είναι προφανές ότι η έννοια του πλεονάσματος δεν έχει καμιά σχέση με την έννοια του κέρδους στις συμβατικές επιχειρήσεις. Το κέρδος αποτελεί αμοιβή του επιχειρηματία για την αξιοποίηση των ικανοτήτων, του χρόνου και των πόρων του προς ικανοποίηση των πελατών του. Αντίθετα, στην περίπτωση των συνεταιρισμών επιχειρηματίες και πελάτες είναι τα ίδια πρόσωπα, οπότε δεν νοείται η ύπαρξη κέρδους από την συναλλαγή ενός προσώπου με τον εαυτό του. Το συλλογικό όργανο που ονομάζεται συνεταιρισμός αποτελεί τη συσπείρωση των μελών για να αποκτήσουν τα πλεονεκτήματα της μεγάλης επιχείρησης (καλύτεροι όροι συναλλαγής).
Είναι επίσης προφανές ότι η «επιστροφή πλεονάσματος» δεν έχει καμιά σχέση με την καταβολή μερίσματος στους μετόχους μιας εταιρείας. Η επιστροφή πλεονάσματος αποτελεί απόδοση ενός παρακρατηθέντος ποσού, ενώ το μέρισμα συνιστά μέρος του κέρδους.
Όμως, στην πράξη, οι συνεταιρισμοί μπορούν να εξυπηρετούν και μη-μέλη. Εάν οι συνεταιρισμοί προμηθεύθηκαν από τρίτους προϊόντα και τα πωλούν σε τρίτους σε τιμή ψηλότερη από το κόστος, τότε εξομοιώνονται με τις συμβατικές ιδιωτικές επιχειρήσεις και πραγματοποιούν κέρδη, τα οποία υπόκεινται και οφείλουν να υπόκεινται σε φορολογία. Η επιστροφή πλεονάσματος, αφού το πλεόνασμα δεν αποτελεί κέρδος αλλά επιστροφή παρακρατηθέντος ποσού, δεν πρέπει να υπόκειται σε φορολογία.
Τη διάκριση μεταξύ πλεονάσματος και κέρδους εφάρμοσε ο νόμος 2810/2000 για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, ο οποίος προσδιόρισε τους δύο όρους και τον τρόπο λογιστικού καθορισμού τους, ώστε να είναι δυνατή η εξεύρεση της φορολογητέας ύλης.x Μεταγενέστερος νόμος ανέτρεψε τη διάκριση μεταξύ πλεονάσματος και κέρδους και μαζί τον τρόπο φορολόγησης των αγροτικών συνεταιρισμών.xi Επακολούθησε αποκατάσταση με νεώτερο νόμοxii, για να αποδειχθεί τόσο η άγνοια όσο και η προχειρότητα χειρισμού σημαντικών θεμάτων εκ μέρους των νομοθετών.
Επειδή και ο Κανονισμός 1435/2003 έδωσε την προαναφερόμενη αφορμή, διερευνάται στη συνέχεια κατά πόσον υπάρχει εναρμόνιση των όρων «πλεόνασμα» και «επιστροφή πλεονάσματος» έναντι των όρων «κέρδος» και «μέρισμα» στην ελληνική και σε τέσσερις ακόμη Ευρωπαϊκές γλώσσες, καθόσον εκτιμάται ως σημαντική η εναρμόνιση σε ευρωπαϊκό επίπεδο τουλάχιστον σε αυτούς τους σημαντικούς όρους, από τους οποίους εξαρτάται και η φορολογική μεταχείριση των συνεταιρισμών.

Η απόδοση του όρου «πλεόνασμα» (surplus)
Αν γίνει δεκτό ότι το αρχικό κείμενο του Κανονισμού 1435/2003 έχει συνταχθεί στην αγγλική, η απόδοση του όρου “surplus” στη γαλλική, στη γερμανική, στην ιταλική και στην ελληνική γλώσσα εμφανίζεται στον Πίνακα 1. Η πρώτη στήλη αναφέρει τη θέση του όρου στον Κανονισμό 1435/2003:
Πίνακας 1
Με βάση το αγγλικό ως πρωτότυπο

Οι όροι που χρησιμοποιούνται στη μετάφραση του αγγλικού όρου
Θέση στον Κανονισμό
(άρθ./παρ.)
Ο όρος στην Αγγλική
Απόδοση στη Γαλλική
Απόδοση στη Γερμανική
Απόδοση στην Ιταλική
Απόδοση στην Ελληνική
4.1.b
surplus
résultat
Ergebniss
utili
πλεόνασμα
5.4.8η παύλα
surplus
excédent
Überschuss
utili
πλεόνασμα
22.1.d
surplus
résultat
Überschuss
avanzo di bilanzio
υπεραξία
65.1
surplus
excédent
Jahresüberschus
avanzo di bilancio
πλεόνασμα
65.2
surplus
excédent
Überschuss
avanzo di bilancio
πλεόνασμα
67
surplus
excédent
Ergebniss
avanzo di bilancio
πλεόνασμα
67.1
surplus
excédent
Überschuss
utili riportati
κέρδος
67.2
surplus
excédent
Ergebniss
avanzo
πλεόνασμα

Από τον πίνακα προκύπτει ότι δεν υπάρχει συνέπεια στην απόδοση του όρου “surplus” στις άλλες γλώσσες. Στη γαλλική επικρατεί μεν η ορθή απόδοση “excédent” αλλά σε δύο περιπτώσεις χρησιμοποιείται ο όρος “résultat”. Στη γερμανική, στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιείται η ορθή απόδοση “Überschuss” ενώ στις υπόλοιπες χρησιμοποιείται ο όρος “Ergebniss”. Στην ιταλική επίσης στις περισσότερες περιπτώσεις χρησιμοποιείται ο όρος “avanzo” ή “avanzo di bilancio”, ενώ στις υπόλοιπες ο όρος “utili”. Τέλος στην ελληνική υπερισχύει ο όρος «πλεόνασμα», ενώ σε μία περίπτωση χρησιμοποιείται ο όρος “υπεραξία” και στην άλλη ο όρος “κέρδος”. Αξιοπρόσεκτο είναι το γεγονός ότι οι αποκλίσεις από την αγγλική δεν ακολουθούν ένα συγκεκριμένο πρότυπο,
Αν γίνει δεκτό ότι το αρχικό κείμενο έχει συνταχθεί στη γαλλική, η απόδοση του όρου “excédent”, στις άλλες γλώσσες εμφανίζεται στον Πίνακα 2
Πίνακας 2
Με βάση το γαλλικό ως πρωτότυπο


Οι όροι που χρησιμοποιούνται στη μετάφραση του γαλλικού όρου
Θέση στον Κανονισμό
Ο όρος στη γαλλική
Απόδοση στην Αγγλική
Απόδοση στη γερμανική
Απόδοση στην ιταλική
Απόδοση στην Ελληνική
5.4.8th dash
excédent
surplus
Überschuss
utili
πλεόνασμα
65.1
excédent
surplus
Jahresüberschus
avanzo di bilancio
πλεόνασμα
65.2
excédent
surplus
Überschuss
avanzo di bilancio
πλεόνασμα
67
excédent
surplus
Ergebniss
avanzo di bilancio
πλεόνασμα
67.1
excédent
surplus
Überschuss
utili riportati
κέρδος
67.2
excédent
surplus
Ergebniss
avanzo
πλεόνασμα

Στην περίπτωση που το γαλλικό είναι το αρχικό κείμενο, υπάρχει απόλυτη ταύτιση στην απόδοση στην αγγλική, όπου το “excédent” αποδίδεται ως “surplus”. Όμως, δεν συμβαίνει το ίδιο με τις άλλες τρεις γλώσσες. Στις δύο από τις έξι περιπτώσεις υπάρχει διαφοροποίηση τόσο στη γερμανική όσο και στην ιταλική γλώσσα και σε μία περίπτωση στην ελληνική, όπου αντί “πλεόνασμα” χρησιμοποιείται ο όρος “κέρδος”.
Αν γίνει δεκτό ότι το αρχικό κείμενο έχει συνταχθεί στη γερμανική, η απόδοση του όρου “Überschuss” στις άλλες γλώσσες εμφανίζεται στον Πίνακα 3.
Πίνακας 3
Με βάση το γερμανικό ως πρωτότυπο


Οι όροι που χρησιμοποιούνται στη μετάφραση του γερμανικού όρου
Θέση στον Κανονισμό
Ο όρος στη γερμανική
Απόδοση στην αγγλική
Απόδοση στη γαλλική
Απόδοση στην ιταλική
Απόδοση στην ελληνική
5.4.8th dash
Überschuss
surplus
excédent
utili
πλεόνασμα
22.1.d
Überschuss
surplus
résultat
avanzo
υπεραξία
65.1
Jahresüberschus
surplus
excédent
Avanzo di bilancio
πλεόνασμα
65.2
Überschuss
surplus
excédent
Avanzo di bilancio
πλεόνασμα
67.1
Überschuss
surplus
excédent
Utili riportati
κέρδος

Στην περίπτωση που το γερμανικό εκλαμβάνεται ως αρχικό κείμενο, υπάρχει και στην περίπτωση αυτή απόλυτη ταύτιση της απόδοσης στην αγγλική, όπου το “Überschuss” αποδίδεται ως “surplus”. Οι διαφορές της απόδοσης στη γαλλική περιορίζονται σε μία περίπτωση από τις πέντε, όπου αντί του όρου “excédent” χρησιμοποιείται ο όρος “résultat”, ενώ στην ιταλική σε δύο περιπτώσεις αντί του όρου “avanzo” χρησιμοποιείται ο όρος “utili” και στην ελληνική σε δύο επίσης περιπτώσεις αντί του όρου “πλεόνασμα” χρησιμοποιούνται οι όροι “υπεραξία” και “κέρδος”..

Αν γίνει δεκτό ότι το αρχικό κείμενο έχει συνταχθεί στην ιταλική, η απόδοση του όρου “avanzo” ή “avanzo di bilancio στις άλλες γλώσσες εμφανίζεται στον Πίνακα 4.
Πίνακας 4
Με βάση το ιταλικό ως πρωτότυπο


Οι όροι που χρησιμοποιούνται στη μετάφραση του ιταλικού όρου
Θέση στον Κανονισμό
Ο όρος στην ιταλική
Απόδοση στην αγγλική
Απόδοση στη γερμανική
Απόδοση στη γαλλική
Απόδοση στην Ελληνική
22.1.d
avanzo
surplus
Überschuss
résultat
υπεραξία
65.1
avanzo di bilancio
surplus
Jahresüberschus
excédent
πλεόνασμα
65.2
avanzo di bilancio
surplus
Überschuss
excédent
πλεόνασμα
67
avanzo di bilancio
surplus
Ergebniss
excédent
πλεόνασμα
67.2
avanzo
surplus
Ergebniss
excédent
πλεόνασμα

Και στην περίπτωση αυτή, σύμπτωση υπάρχει μεταξύ ιταλικής και αγγλικής απόδοσης. Σε δύο από τις πέντε περιπτώσεις στη γερμανική χρησιμοποιείται ο όρος “Ergebniss” αντί του “Überschuss”, ενώ σε μία περίπτωση στην ιταλική απόδοση χρησιμοποιείται ο όρος “résultat” αντί του “excédent” και σε μία περίπτωση στην ελληνική χρησιμοποιείται ο όρος “υπεραξία” αντί του όρου “πλεόνασμα”.
Τέλος, αν γίνει δεκτό ότι το αρχικό κείμενο έχει συνταχθεί στην ελληνική, η απόδοση του όρου “πλεόνασμα” στις άλλες γλώσσες εμφανίζεται στον Πίνακα 5.
Πίνακας 5
Με βάση το ελληνικό ως πρωτότυπο


Οι όροι που χρησιμοποιούνται στη μετάφραση του ελληνικού όρου
Θέση στον Κανονισμό
Ο όρος στην ελληνική
Απόδοση στην αγγλική
Απόδοση στη γερμανική
Απόδοση στη γαλλική
Απόδοση στην ιταλική
4.1.b
πλεόνασμα
surplus
Ergebniss
résultat
utili
5.4.8η παύλα
πλεόνασμα
surplus
Überschuss
excédent
utili
65.1
πλεόνασμα
surplus
Jahresüberschus
excédent
avanzo di bilancio
65.2
πλεόνασμα
surplus
Überschuss
excédent
avanzo di bilancio
67
πλεόνασμα
surplus
Ergebniss
excédent
avanzo di bilancio
67.2
πλεόνασμα
surplus
Ergebniss
excédent
avanzo

Και στην περίπτωση αυτή σε όλες τις περιπτώσεις υπάρχει σύμπτωση με τον αγγλικό όρο “surplus”. Αντίθετα στις τρεις από τις έξι περιπτώσεις στη γερμανική απόδοση αντί του όρου “Überschuss” χρησιμοποιείται ο όρος “Ergebniss”. Η απόδοση στη γαλλική διαφέρει μόνο σε μία περίπτωση όπου αντί του όρου “excédent” χρησιμοποιείται ο όρος “résultat”, ενώ στην ιταλική απόδοση σε δύο περιπτώσεις αντί του “avanzo” χρησιμοποιείται ο όρος “utili”.
Από τους πίνακες αυτούς συνάγεται ότι οποιοδήποτε κείμενο από τα εξεταζόμενα και αν εκληφθεί ως πρωτότυπο, λείπει η εσωτερική συνέπεια στην απόδοση των όρων που αντιστοιχούν στον όρο πλεόνασμα κατά τη μετάφραση των κειμένων στις άλλες γλώσσες. Εικάζεται ότι ανάλογες θα είναι οι αποδόσεις και στις υπόλοιπες επίσημες γλώσσες της Ε.Ε.

Η «επιστροφή πλεονάσματος»
Η σημασία που έχει η ακριβής απόδοση των όρων φαίνεται από τη διαφορά χειρισμού που επιφυλάσσουν οι νομοθεσίες στο «πλεόνασμα» και στο «κέρδος».
Στην έκδοση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας του ΟΗΕ για τη συνεταιριστική νομοθεσίαxiii, αναφέρεται:
«Όπως έχει λεχθεί, είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ κέρδους και πλεονάσματος. Εξ ορισμού, οι συνεταιρισμοί, κατά τις συναλλαγές τους με τα μέλη τους, οφείλουν να υπολογίζουν τις τιμές κοντά στο κόστος. Για λόγους πρόνοιας έναντι κινδύνων της αγοράς, ένα περιθώριο πρέπει να προβλέπεται, το οποίο όμως θα επιστρέφεται στα μέλη στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου, εάν οι κίνδυνοι δεν προέκυψαν και εφόσον ο ισολογισμός δείχνει πλεόνασμα. Εάν καταβληθεί στα μέλη, αυτή η διανομή με τη μορφή επιστροφής σε αυτούς που χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες του συνεταιρισμού, υπολογίζεται κατ’ αναλογία προς τις συναλλαγές των μελών με τον συνεταιρισμό, συνιστά επομένως μια αναπροσαρμογή της τιμής και από πλευράς φορολογίας συνιστά στοιχείο κόστους. Συνεπώς, αντί να γίνεται λόγος για «κέρδος», πρέπει να γίνεται λόγος για προσωρινό πλεόνασμα. Οι επιπτώσεις για τη φορολογία εισοδήματος είναι προφανείς. Όπου δεν υπάρχει κέρδος, αυτό το «κέρδος» δεν μπορεί να φορολογείται».
Αυτή ακριβώς η αιτιολόγηση είναι προφανής στον ελληνικό νόμο 2810/2000 για τις αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις. Δεν υποστηρίχθηκε όμως από τον Κανονισμό 1435/2003 για τον Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό, καθόσον και στην περίπτωση αυτή η «επιστροφή πλεονάσματος» μεταφράσθηκε ως «μέρισμα», όρος που παραπέμπει σε κεφαλαιουχικές εταιρείες και ως αποτέλεσμα καταργήθηκε το αφορολόγητο του πλεονάσματος από τον νόμο 4072/2012 (νόμος Διαμαντοπούλου)xiv.
Είναι χαρακτηριστικές οι μεταφραστικές αποκλίσεις και στην περίπτωση της «Επιστροφής πλεονάσματος» αναφορικά με τον Κανονισμό 1435/2003. Η γαλλική, η γερμανική και η ιταλική μετάφραση κάνουν λόγο για επιστροφή πλεονάσματος. Οι αντίστοιχοι όροι στο άρθρο 65 είναι: «Ristourne”, “Rückvergütung” και “Ristorno”. Αντίθετα, ο όρος που χρησιμοποιείται στην αγγλική απόδοση είναι “dividend” και στην ελληνική «μέρισμα».
Βέβαια, ο επιμελής μελετητής των κειμένων του κανονισμού στην αγγλική και στην ελληνική εκδοχή, αντιλαμβάνεται ότι το “dividend” και το «μέρισμα» αποτελούν μέρος του ”surplus” και του “πλεονάσματος” αντίστοιχα, αλλά όταν απουσιάζει ο ορισμός για κάθε όρο που χρησιμοποιείται, είναι επόμενο να προκαλείται σύγχυση. Εάν είχαν χρησιμοποιηθεί οι όροι “reimbursement” ή “refund” στην αγγλική και “επιστροφή πλεονάσματος” στην ελληνική, η σύγχυση θα είχε αποφευχθεί και μαζί η βλάβη των συμφερόντων των ελληνικών συνεταιρισμών, αφού έχει καταργηθεί η απαλλαγή του πλεονάσματος από τη φορολογία.

Συμπέρασμα
Οι μεταφραστικές αποκλίσεις και οι συνέπειές τους που απετέλεσαν αντικείμενο σχολιασμού στην παρούσα εργασία, δεν επισημαίνονται για να αποδοθούν ευθύνες στους μεταφραστές. Είναι αδύνατο οι μεταφραστές να είναι εξοικειωμένοι με την ορολογία όλων των επιστημονικών χώρων. Αντιθέτως, αποτελεί υποχρέωση των χειριζόμενων τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα να παρέχουν τους ορισμούς των χρησιμοποιούμενων, βασικών τουλάχιστον, ειδικών όρων. Η αναγκαιότητα αυτή είναι εντονότερη στο επίπεδο της Ε.Ε., όταν οι Κανονισμοί και οι Οδηγίες αναφέρονται σε βασικούς θεσμούς και σε διακρατική συνεργασία, όπως ο Κανονισμός 1435/2003 και η Οδηγία 2003/72.
Αποτελεί υποχρέωση των εκπροσώπων των συνεταιρισμών να εξηγήσουν τη διαφορά μεταξύ «πλεονάσματος» και «κέρδους» στην περίπτωση των συνεταιρισμών, που αποτελεί ιδιαιτερότητα του συνεταιριστικού θεσμού. Οφείλουν να εξηγήσουν ότι δεν διεκδικούν προνομιακή φορολογική μεταχείριση αλλά αναγνώριση της ιδιαιτερότητας του θεσμού, καθόσον δεν νοείται παραγωγή φορολογητέας ύλης όταν επιχειρηματίες και πελάτες είναι τα ίδια πρόσωπα. Άλλωστε, θα μπορούσαν οι συνεταιρισμοί να υπο-τιμολογούν τις υπηρεσίες που προσφέρουν στα μέλη τους (εν γνώσει των μελών τους) και να καλύπτουν στη συνέχεια τα ζημιογόνα αποτελέσματα με αναλογικές εισφορές των μελών.
Από την πρακτική πλευρά, είναι ανάγκη να προτάσσονται στον Κανονισμό οι βασικοί όροι με τον ακριβή ορισμό τους στο συγκεκριμένο αντικείμενο, ώστε να υποβοηθούνται οι μεταφραστές στο έργο τους, καθόσον συχνά η απόδοση ειδικών όρων δεν αντιστοιχεί με την λεξικογραφική μετάφραση. Η πρόταξη των ορισμών θα διευκολύνει και τις δικαστικές αρχές σε περίπτωση αμφισβητήσεων.
Η Διεθνής Συνεταιριστική Ένωσηxv με τις αρμόδιες επιτροπές της και ιδιαίτερα το ευρωπαϊκό της τμήμα (Co-operatives Europe), καθώς και άλλα αντιπροσωπευτικά όργανα, όπως η Γενική Επιτροπή Αγροτικού Συνεργατισμούxvi και η Συντονιστική Επιτροπή των Ευρωπαϊκών Συνεταιρισμώνxvii οφείλουν να μεριμνήσουν να δώσουν τους ορισμούς των κυριότερων λειτουργικών όρων που χρησιμοποιεί η Κοινωνική Οικονομία και να ζητήσουν να ενταχθούν αυτοί οι όροι στην Πολύγλωσση Βάση Δεδομένων που διαθέτει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.

iΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Η εργασία αυτή αποτελεί διεύρυνση και εμπλουτισμό της εργασίας των «O. Klimi-Kaminari and C.L. Papageorgiou, “Need to harmonise the definitions of co-operative terms: the case of Regulation 1435/2003” , που παρουσιάσθηκε από την πρώτη συγγραφέα στο Συνέδριο του Διεθνούς Κέντρου Ερευνών και Πληροφόρησης για την Κοινωνική Οικονομία (CIRIEC) που οργανώθηκε στο Πανεπιστήμιο της Αμβέρσας (Βέλγιο) στις 24-26 Οκτωβρίου 2013 με θέμα "Social Economy on the move. At the crossroads of structural change and regulation".
ii Ομότιμος Καθηγητής του Γεωπονικού Πανεπιστημίου
iii Επίκουρη Καθηγήτρια του Παντείου Πανεπιστημίου
iv Βλ. Μ. Φεφέ, (2007), «Ευρωπαϊκοί Θεσμοί Κοινωνικής Οικονομίας. 1. Ο Ευρωπαϊκός Συνεταιρισμός», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, σελ. 17-18.
v Π.χ. στο σημείο 17 του αιτιολογικού μέρους του Κανονισμού αναφέρεται ότι «Οι κανόνες σχετικά με το ρόλο των εργαζομένων στην ευρωπαϊκή συνεταιριστική εταιρία, καθορίζονται στην Οδηγία 2003/72/ΕΚ (βλ. σελ. 25 της παρούσας Επίσημης Εφημερίδας)». Πηγαίνοντας στη σελίδα αυτή, η Οδηγία αναφέρεται σε Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό.
vi Τροποποιώντας εν προκειμένω τον τίτλο της Οδηγίας, η οποία στο πρωτότυπο αναφέρεται σε Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό.
vii Βλ. π.χ. νόμος 4172/2013 «Φορολογία εισοδήματος…» (ΦΕΚ Α’ 167/23.7.2013).
viii Για το θέμα αυτό βλ. επίσης Παπαγεωργίου, Κ.Λ. και Κλήμη-Καμινάρη, Ολυμπία, «Οι έννοιες πλεονάσματα, κέρδη και καθαρό εισόδημα στους συνεταιρισμούς», στο «Συνεταιριστικοί προβληματισμοί 2008-2009», ΙΣΕΜ, έκδοση Ελληνοεκδοτική, 2010.
ix Ο όρος «πλεόνασμα» στην περίπτωση των συνεταιρισμών δεν πρέπει να συγχέεται με την ορολογία της Οικονομικής της Ευημερίας (Welfare Economics), όπου χρησιμοποιείται ο όρος «πλεόνασμα παραγωγού» ((producer surplus). Το «πλεόνασμα του παραγωγού» παριστάνει το όφελος που αποκομίζουν οι παραγωγοί από τη συμμετοχή τους στην αγορά.
x Βλ. και Μ. Φεφέ, (2007), «Ευρωπαϊκοί Θεσμοί Κοινωνικής Οικονομίας. 1. Ο Ευρωπαϊκός Συνεταιρισμός», εκδ. Αντ. Ν. Σάκκουλα, Αθήνα, σελ. 227-231 και 238-242.
xi Βλ. π.χ. ν. 4072/2012 (ΦΕΚ Α’ 86/11.4.2012), Άρθρο 321, παρ. 11 περ. β.
xii Νόμος 4277/2014 (ΦΕΚ Α’ 156/1.8.2014)
xiii Βλ. Henry, Hagen, Guidelines for Co-operative Legislation, third revised edition, International Labour Office, Geneva,, ILO, 2012, σελ. 94.
xiv Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι η Αιτιολογική Έκθεση του νόμου, στο σημείο που αναφέρεται στην κατάργηση του αφορολογήτου του πλεονάσματος αναφέρει ότι «ο όρος πλεόνασμα είναι αδόκιμος φορολογικά». Ίσως το Υπουργείο Οικονομίας και Οικονομικών οφείλει να δικαιολογήσει αυτή τη θέση του στο Διεθνές Γραφείο Εργασίας (ILO) του ΟΗΕ, στη Διεθνή Συνεταιριστική Ένωση ICA), στους νομοθέτες των ΗΠΑ, της Γερμανίας κλπ.
xv International Co-operative Alliance – I.C.A.
xvi Comite General de la Cooperation Agricole- COGECA


xvii Co-ordinating Committee of European Co-operative Associations