Τετάρτη, 1 Ιουλίου 2015

Στοχασμοί για το συνεταιριστικό μοντέλο στην εποχή της παγκοσμιοποίησης


   Ολυμπίας Κλήμη-Καμινάρη1

Όταν, πριν από 15 χρόνια, η Ελλάδα γιόρταζε τα 100 χρόνια συνεταιρισμών σύγχρονης μορφής στην χώρα, δύο διακεκριμένοι συνεταιριστές τόνιζαν ότι «ο συνεργατισμός περιέχει τη σωστή σύνθεση ουτοπίας και πραγματικότητας»2, αλλά και ότι στην εποχή της παγκοσμιοποίησης «οι συνεταιρισμοί πρέπει να ανασυγκροτηθούν ώστε να αποτελέσουν αντίδοτο στα προβλήματα που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση»3
Με την παγκοσμιοποίηση αναμένεται ότι οι αναπτυγμένες οικονομίες αξιοποιούν το πλεονέκτημα της τεχνολογικής τους ανάπτυξης, την καλύτερη διάρθρωση και το μάνατζμεντ των επιχειρήσεών τους, τις επενδύσεις τους, την κοινωνική τους οργάνωση, την εξειδίκευση του ανθρώπινου δυναμικού τους κλπ., δηλαδή όλα αυτά που αποτελούν το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα σε πολλούς τομείς της οικονομίας τους. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η κατάργηση των φραγμών στη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, λειτουργεί προς όφελός τους. Για διαφορετικούς λόγους, το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για χώρες που βρίσκονται σε χαμηλότερο επίπεδο ανάπτυξης, που διαθέτουν όμως ευνοϊκές περιβαλλοντικές συνθήκες και δυνατότητα χαμηλότερου κόστους παραγωγής, έτσι ώστε τα προϊόντα τους να είναι ανταγωνιστικά στις διεθνείς αγορές. Χώρες όμως, που δεν είναι τεχνολογικά ανεπτυγμένες, ή που δεν έχουν δυνατότητα χαμηλού κόστους παραγωγής, συναντούν δυσκολίες να διαθέσουν τα προϊόντα τους στις διεθνείς αγορές, ακόμα και στις εγχώριες αγορές τους, οι οποίες κατακλύζονται από εισαγωγές. Στις περιπτώσεις αυτές χάνονται θέσεις απασχόλησης, δεν δημιουργούνται νέες θέσεις εργασίας και απειλείται η πολιτική και κοινωνική σταθερότητα.4 Στα προβλήματα αυτά θα μπορούσαν να προστεθούν οι αλλαγές στην Κοινή Αγροτική Πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, για τις οποίες ακόμα και η Σουηδία εξέφρασε ανησυχίες.5
Σε γενικές γραμμές, φαίνεται ότι από την παγκοσμιοποίηση ωφελούνται οι χώρες που παρουσιάζουν ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα. Στο επίπεδο των επιχειρήσεων, οι μεγάλες και οι πολύ μεγάλες επιχειρήσεις είναι σε θέση να μεγεθυνθούν ακόμη περισσότερο και να προχωρήσουν σε συγχωνεύσεις, εξαγορές και συνεργασίες. Αυτή η συγκέντρωση οικονομικής ισχύος αποτελεί και ένα πολιτικό θέμα, στο οποίο οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν να παραμείνουν αδιάφοροι, δεδομένου ότι οι προσπάθειές τους στρέφονται στη δημοκρατία, την ανεξαρτησία και τη δίκαιη διανομή του πλούτου. Ως εκ τούτου, είναι εύλογο να αναμένει κανείς ότι οι συνεταιρισμοί θα αναρωτηθούν κατά πόσο, σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης, το συνεταιριστικό μοντέλο, όπως ισχύει, είναι κατάλληλο, ή ότι απαιτούνται κάποιες τροποποιήσεις.
Πράγματι, το συνεταιριστικό μοντέλο βρίσκεται πάντοτε σε μια διαδικασία προσαρμογής προς το μεταβαλλόμενο περιβάλλον, χωρίς να αλλοιώνει την φυσιογνωμία του. Το μοντέλο αυτό καθ’ εαυτό συντίθεται από τις αξίες και από τις αρχές του. Οι αξίες είναι αιώνιες, καθώς αντιπροσωπεύουν την ποιοτική διάσταση του μοντέλου. Οι αρχές αποτελούν την πρακτική έκφραση του μοντέλου και θα μπορούσε κανείς εύκολα να πιστοποιήσει τη διαχρονική εξέλιξή τους στη διάρκεια των 170 χρόνων ιστορίας του σύγχρονου συνεργατισμού. Η λειτουργία της ίδιας της κοινωνίας αλλάζει και αυτό αντανακλάται και στις αρχές του συνεργατισμού. Σήμερα καμία αναφορά δεν γίνεται στους παλαιούς κανόνες που αφορούσαν την αγνότητα των πωλούμενων αγαθών, την ακριβή ζύγιση και μέτρηση των πωλούμενων ειδών, την πώληση στις τιμές αγοράς, την ισότητα των φύλων, ή το πόσο συχνά οι ισολογισμοί θα παρουσιάζονται στα μέλη. Τέτοιοι κανόνες όμως θεωρήθηκαν καινοτομίες στην εποχή των σκαπανέων της Ροτσντέιλ.
Είναι επομένως καιρός, να επανεξετάσουμε την συνολική βιωσιμότητα του συνεταιριστικού μοντέλου στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Με δεδομένο το ότι οι συνεταιρισμοί δεν μπορούν οι ίδιοι να αλλάξουν την πορεία της παγκοσμιοποίησης, θα πρέπει να προσπαθήσουν να υπερασπισθούν την επιβίωσή τους με αύξηση των ανταγωνιστικών τους πλεονεκτημάτων, ώστε να φθάσουν στο επίπεδο των ιδιωτικών επιχειρήσεων, αλλά με μία διαφορά: ότι τα πλεονάσματα διαχείρισης θα πρέπει να είναι ευκρινώς προσδιορισμένα και να επιστρέφονται σε εκείνους που συνέβαλαν στη δημιουργία τους, σύμφωνα με την 3η συνεταιριστική αρχή.
Ως μέσο μεγιστοποίησης της ανταγωνιστικής τους θέσης, οι συνεταιρισμοί οφείλουν να διευρύνουν την εκτεταμένη αλληλεγγύη, η οποία να ξεκινά από τη βάση. Διαφορετικά μεγέθη συνεταιριστικών οικονομικών μονάδων θα πρέπει να συμφωνήσουν να ενώσουν τις δυνάμεις τους, μέσω της ορθής κατανόησης της αρχής του δημοκρατικού ελέγχου, η οποία δεν πρέπει να εξαντλείται στο «ένα μέλος, μία ψήφος». Ίσως φαίνεται αφελές, αλλά πολλοί πιστεύουν ότι δεν υπάρχει δημοκρατική διοίκηση χωρίς το «ένα μέλος, μία ψήφος».
Διευρύνοντας περισσότερο την έννοια της αλληλεγγύης, ακόμα και σε εθνικό και υπερεθνικό επίπεδο, οι συνεταιρισμοί πρέπει να βρουν τρόπους να ενώσουν τις δυνάμεις τους, ώστε να μειώσουν τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης. Αυτά τα θέματα θίγονται συνοπτικά, στη συνέχεια.
α. Αλληλεγγύη ή Ενότητα
Όλοι γνωρίζουμε την 6η συνεταιριστική Αρχή: «Οι συνεταιρισμοί εξυπηρετούν τα μέλη τους πιο αποτελεσματικά και ισχυροποιούν τη συνεταιριστική κίνηση με τη συνεργασία τους σε τοπικό, εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο».
Πριν από 30 χρόνια, ο William Watkins6 έγραφε: «Σε αντίθεση προς την άποψη που διατυπώθηκε από ορισμένες προσωπικότητες, οι οποίοι θεωρούν τη Δημοκρατία ως τη θεμελιώδη συνεταιριστική αρχή, εγώ υποστηρίζω ότι η Ενότητα είναι η πιο σημαντική από τις επτά Αρχές»7. Είμαστε υποχρεωμένοι να ξαναθυμηθούμε αυτή την κληρονομιά του Watkins, ειδικά στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, όπου τίθεται σε κίνδυνο η ίδια η επιβίωση των συνεταιρισμών.
Αλλά η διατύπωση και μόνον των συνεταιριστικών Αρχών δεν είναι επαρκής. Οι Αρχές υπάρχουν με σκοπό να τηρούνται, αλλά αυτό δεν ισχύει πάντα. Χαρακτηριστικό είναι ένα ελληνικό παράδειγμα: Το Ινστιτούτο Συνεταιριστικών Ερευνών και Μελετών, πρότεινε τη συνεργασία μεταξύ των ηγεσιών των διαφόρων κατηγοριών των συνεταιρισμών (των αγροτικών, των πιστωτικών, των φαρμακοποιών, των ηλεκτρολόγων κτλ.) για τον σχηματισμό ενός κοινού οργάνου εκπροσώπησης, το οποίο να μεριμνά για όλα τα θέματα κοινού ενδιαφέροντος. Ας σημειωθεί ότι μέχρι τότε (1995) οι ηγέτες των διαφόρων εθνικών οργανώσεων των επιμέρους κατηγοριών των συνεταιρισμών δεν γνωρίζονταν μεταξύ τους προσωπικά. Η πρόταση χαιρετίσθηκε ως ουσιώδης, αλλά δεν υπήρξε πρακτικό αποτέλεσμα, παρά την επιμονή του Ινστιτούτου.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, η κατάσταση δεν είναι καλύτερη. Όλοι θυμόμαστε τις δυσκολίες, να καταλήξουν σε συμφωνία οι διαπραγματεύσεις, σχετικά με το περιεχόμενο του Κανονισμού 1435/2003 για τον Ευρωπαϊκό Συνεταιρισμό. Επίσης, το επίπεδο των διασυνεταιριστικών συνεργασιών, ανάμεσα στις ευρωπαϊκές χώρες, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ανταποκρίνεται στην προτροπή της 6ης συνεταιριστικής αρχής, παρά τη γρήγορη μεγέθυνση των ανταγωνιστών των συνεταιρισμών.
Οι συμβατικές ιδιωτικές επιχειρήσεις είναι αρκετά γρήγορες στο να προσαρμόζονται στις μεταβαλλόμενες συνθήκες της οικονομίας, και όπως προειδοποιεί και η βρετανική παροιμία, «το πουλί που ξυπνά νωρίς τρώει το σκουλήκι». Είναι προφανές σήμερα ότι η παγκοσμιοποίηση έχει ευνοήσει πρωταρχικά την συνεχή αύξηση του μεγέθους των μεγάλων επιχειρήσεων. Είναι ενδιαφέρον να σημειωθεί ότι τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, εδώ και αρκετά χρόνια, αλλά και πιο πρόσφατα, έχουν αποκαλύψει τις κακές πρακτικές που χρησιμοποιούν οι επιχειρήσεις αυτές,8 στην επιδίωξή τους να αυξήσουν τα κέρδη τους και να επεκτείνουν τις δραστηριότητές τους σε νέες αγορές. Εστιάζοντας πρωταρχικά στις χαμηλές τιμές, οι μεγάλοι λιανοπωλητές δεν λαμβάνουν υπόψη τους τις διαφορετικές κοινωνικές και περιβαλλοντικές παραμέτρους που κάθε φορά ισχύουν.9 Οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις δεν μπορούν και δεν πρέπει να χρησιμοποιούν τις ίδιες πρακτικές, εφόσον τηρούν τις συνεταιριστικές αξίες και αρχές. Με το να ενεργούν κατ’ αυτόν τον τρόπο, οι συνεταιρισμοί βρίσκονται σε μειονεκτική θέση και πρέπει να βρουν τρόπους να διαφυλάξουν την εμπιστοσύνη και την ενότητα των μελών τους. Ιδιαίτερα ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι όταν, σε ορισμένα κράτη-μέλη, παραγωγοί και γεωργικές μεταποιητικές βιομηχανίες δημιούργησαν Ομάδες Παραγωγών για την από κοινού διαχείριση των προϊόντων τους, τους επιβλήθηκαν κυρώσεις από τις εθνικές Αρχές Ανταγωνισμού, διότι οι αρχές αυτές κρίνουν ότι οι Ομάδες αυτές έχουν επικρατούσα θέση λαμβάνοντας υπόψη μόνο την εθνική παραγωγή.
Η ισχυροποίηση της ενότητας στους συνεταιρισμούς, πρέπει να ξεκινήσει από τη βάση, δηλαδή από τα φυσικά πρόσωπα, μέλη των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών. Υπάρχουν κατηγορίες συνεταιρισμών όπου η απόλυτη ισότητα σε αριθμό ψήφων των μελών (ένα μέλος, μία ψήφος) παρεμποδίζει την είσοδο υποψήφιων μελών που θα συνέβαλλαν σημαντικά στις δραστηριότητες του συνεταιρισμού λόγω του μεγέθους της επιχείρησής τους, σημαντικά μεγαλύτερης από τον μέσο όρο. Με τον αποκλεισμό αυτών των υποψήφιων μελών, αφ’ ενός ο συνεταιρισμός δεν επιτυγχάνει μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα και διαπραγματευτική δύναμη, και αφ ετέρου ενισχύεται η δύναμη των ανταγωνιστών.
Ακόμα και πριν την τελευταία αναθεώρηση των συνεταιριστικών Αρχών, το 1995, υπήρξαν απόψεις που υποστήριζαν ότι η Αρχή «ένα μέλος, μία ψήφος» έπρεπε να τροποποιηθεί και να λάβει υπόψη της τη διαφορετική συμβολή των μελών στην επίτευξη των στόχων του συνεταιρισμού. Αυτή η προσέγγιση τότε δεν υιοθετήθηκε, εξ αιτίας, όπως υποστηρίχθηκε, πιέσεων από τις αναπτυσσόμενες χώρες. Κατά τον σχολιασμό του επί των συνεταιριστικών Αρχών, ο Πρόεδρος της Επιτροπής που ήταν υπεύθυνη για να προετοιμάσει το σχέδιο των Συνεταιριστικών Αρχών, ο καθηγητής Ian MacPherson, υποστήριξε με αρκετά γενικούς όρους τη διατύπωση «ένα μέλος, μία ψήφος». Δήλωσε μόνο ότι «η διατύπωση αυτή, περιγράφει τους συνηθισμένους κανόνες ψηφοφορίας στους συνεταιρισμούς»10.
Η «Αμερικανική» πλευρά, πολύ πριν είχε αποδεσμευθεί από την αρχή «ένα μέλος, μία ψήφος». Οι απόψεις αρκετών σημαντικών συγγραφέων έχουν συλλεγεί από τους Μ. Αbrahamsen11 και D. Barton,12 και συγκλίνουν προς τη γενική έκφραση «δημοκρατικός έλεγχος» ή «έλεγχος από τα μέλη». Όπως το θέτει ο Abrahamsen «δεν είναι μία απόφαση που πρέπει να αφεθεί να την πάρουν κυβερνητικοί παράγοντες ή διανοούμενοι συνεταιριστές». Και συνεχίζει: «Μία πιο ακριβής περιγραφή της αρχής φαίνεται να είναι «έλεγχος από τα μέλη». Αυτός ο όρος αναγνωρίζει ότι ο έλεγχος από τα μέλη μπορεί να επιτευχθεί είτε μέσω της τεχνικής «ένα μέλος, μία ψήφος», είτε μέσω ενός συστήματος αναλογικής ψήφου, που θα βασίζεται στην οικονομική συμμετοχή των μελών στις δραστηριότητες του συνεταιρισμού τους, με ένα μέγιστο όριο αριθμού ψήφων που το κάθε μέλος μπορεί να αποκτήσει».13
Τόσο ο W.P. Watkins14 όσο και ο Edgar Parnell15 επικεντρώνονται κυρίως στην ουσία της δημοκρατίας και όχι στην τυπική διατύπωση, διότι η τυπική διατύπωση δεν εγγυάται ότι ο συνεταιρισμός θα διοικείται δημοκρατικά. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουν και άλλοι συγγραφείς, οι οποίοι στο τέλος υποστηρίζουν ότι εν τέλει : «Η άσκηση της δημοκρατίας δεν είναι τέχνη, είναι αρετή, η οποία εκδηλώνεται με πρακτικούς τρόπους».16 Ο Ε. Parnell προσδιορίζει ότι «σε περιπτώσεις αναλογικής ψήφου πρέπει να τίθεται ένα ανώτατο όριο αριθμού ψήφων, ενώ σε θέματα όπως η συγχώνευση με άλλους συνεταιρισμούς ή η διάλυση του συνεταιρισμού, θα πρέπει να εφαρμόζεται ο κανόνας «ένα μέλος, μία ψήφος».
Από μια εξέταση των κανόνων ψηφοφορίας που υιοθετούν 14 ευρωπαϊκές χώρες, όπως αντλούνται από μια έκδοση της DIES17 και μια έκδοση της COGECA,18 προκύπτει ότι στην πρακτική εφαρμογή οι μισές από αυτές τις χώρες υιοθετούν το σύστημα της πολλαπλής ψήφου. Στη Γερμανία, με την αναθεώρηση του συνεταιριστικού νόμου το έτος 2006, παρέχεται μεγαλύτερη ελαστικότητα ως προς τα δικαιώματα ψήφου.19 Είναι χαρακτηριστικό να σημειωθεί ότι οι χώρες που υιοθετούν το σύστημα «ένα μέλος, μία ψήφος» το αποκαλούν «το δημοκρατικό σύστημα» ή «οι αρχές της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης», ως εάν η πολλαπλή ψήφος, με ανώτατο όριο 3 ή 5 ψήφους, δεν είναι δημοκρατικό σύστημα. Αυτό επίσης δείχνει τη σημασία και τη βαρύτητα που αποδίδεται στη διατύπωση των συνεταιριστικών αρχών που έχει υιοθετηθεί από την Διεθνή Συνεταιριστική Ένωση.
Ο Κανονισμός 1435/2003 για την Ευρωπαϊκή Συνεταιριστική Εταιρεία (δηλ. συνεταιρισμό), αφήνει το ζήτημα να καθορισθεί από την εθνική νομοθεσία. Έτσι, ο Κανονισμός προσδιορίζει ότι «εάν η νομοθεσία του κράτους-μέλους της καταστατικής έδρας της εταιρείας (συνεταιρισμού) το επιτρέπει, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει ότι ο αριθμός ψήφων ενός μέλους καθορίζεται ανάλογα με τη συμμετοχή του στις συνεταιριστικές δραστηριότητες με άλλο τρόπο πλην της εισφοράς στο κεφάλαιο. Η παροχή αυτή δεν μπορεί να υπερβαίνει τις πέντε ψήφους κατά μέλος ή το 30% του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου, όποιο είναι το χαμηλότερο».
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, και δεδομένου ότι :
(α) Η παγκοσμιοποίηση καθιστά αναγκαία την ευρύτερη δυνατή ενότητα των μικρών ατομικών οικονομικών μονάδων, ώστε να αποκτήσουν τα πλεονεκτήματα των μεγάλων επιχειρήσεων (όπως οικονομίες κλίμακας και διαπραγματευτική δύναμη), με στόχο να επιβιώσουν και να διαδραματίσουν ένα σημαντικό ρόλο στην οικονομία και στην κοινωνία,
(β) Οι συνεταιρισμοί δεν συντίθενται από ομοιογενείς ομάδες, ιδίου μεγέθους από απόψεως οικονομικής επιφάνειας των μελών, είναι δίκαιο να αναγνωρισθεί ότι μια περιορισμένη διαφοροποίηση στη δύναμη ψήφων θα ενθάρρυνε την συνεργασία μικρών με μεγαλύτερες μονάδες και
(γ) Η δημοκρατία είναι ένα πολύ περίπλοκο θέμα, το οποίο δεν μπορεί να συρρικνωθεί μόνο στον αριθμό των ψήφων στη Γενική Συνέλευση,
κρίνεται αναγκαίο, κατάλληλο και δίκαιο να προσαρμοσθεί η 2η συνεταιριστική αρχή, αποφεύγοντας την αυστηρή αναφορά στο «ένα μέλος, μία ψήφος», έτσι ώστε, όλοι όσοι δέχονται να συνενώσουν τις δυνάμεις τους κάτω από τις συνεταιριστικές αξίες και αρχές, να εργασθούν όλοι μαζί. Η απώλεια θα είναι τελείως τυπική, αλλά το όφελος μπορεί να είναι σημαντικό. Εκείνοι οι οποίοι απορρίπτουν την πολλαπλή ψήφο, πρέπει να γνωρίζουν ότι «η κατανομή των μελών κατά μέγεθος, γίνεται όλο και περισσότερο μονόπλευρη. Για παράδειγμα, δεν είναι πλέον ασυνήθιστο, ότι λιγότερο από το 10% των μελών, να αντιστοιχεί σε περισσότερο από το 90% του όγκου των συναλλαγών».20
β. Η φορολόγηση των συνεταιρισμών
Ένα άλλο θέμα, το οποίο μπορεί να διευρύνει την ενότητα στους συνεταιρισμούς με το να προσελκύσει πρόσθετα μέλη, είναι η κατανόηση από τις φορολογικές Αρχές, ότι οι επιστροφές πλεονάσματος στους συνεταιρισμούς δεν πρέπει να φορολογούνται. Μεταξύ άλλων, αυτό επηρεάζει το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των συνεταιρισμών.
Είναι ευθύνη των ίδιων των συνεταιρισμών να ενημερώσουν την κοινή γνώμη και τους διαμορφωτές της πολιτικής, για την ιδιαιτερότητα του συνεταιριστικού θεσμού, η οποία απαιτεί μια διαφορετική μεταχείριση των επιχειρήσεών τους. Μία ανασκόπηση του τρόπου φορολογικής αντιμετώπισης των συνεταιρισμών στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, δείχνει ξεκάθαρα ότι η κατανόηση αυτή λείπει.
Όπως έχει εξηγηθεί σε άλλη εργασία,21 το πρόβλημα έχει τις ρίζες του στον μη σαφή προσδιορισμό των ειδικών συνεταιριστικών όρων, όπως «πλεονάσματα» και «κέρδη». Οι συνεταιρισμοί πρέπει πρώτα να συμφωνήσουν μεταξύ τους και μετά να ενημερώσουν τους διαμορφωτές της πολιτικής, ότι το πλεόνασμα προέρχεται από τις συναλλαγές των μελών με το συνεταιρισμό τους, ενώ το κέρδος προκύπτει από τις συναλλαγές του συνεταιρισμού με μη μέλη. Η διαφορά μεταξύ των δύο δεν μπορεί να εξηγηθεί σαφέστερα από τον τρόπο που το έχει διατυπώσει ο Hagen Henry:22 «Είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ κέρδους και πλεονάσματος. Εξ ορισμού, οι συνεταιρισμοί, κατά τις συναλλαγές τους με τα μέλη τους, οφείλουν να υπολογίζουν τις τιμές κοντά στο κόστος. Για λόγους πρόνοιας έναντι κινδύνων της αγοράς, ένα περιθώριο πρέπει να προβλέπεται, το οποίο όμως θα επιστρέφεται στα μέλη στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου, εάν οι κίνδυνοι δεν προέκυψαν και εφόσον ο ισολογισμός δείχνει πλεόνασμα. Εάν καταβληθεί στα μέλη, αυτή η διανομή με τη μορφή επιστροφής σε αυτούς που χρησιμοποίησαν τις υπηρεσίες του συνεταιρισμού, υπολογιζόμενη κατ’ αναλογία προς τις συναλλαγές των μελών με τον συνεταιρισμό, συνιστά επομένως μία καθυστερημένη αναπροσαρμογή της τιμής. Από πλευράς φορολογίας συνιστά στοιχείο κόστους. Συνεπώς, αντί να γίνεται λόγος για «κέρδος», πρέπει να γίνεται λόγος για προσωρινό πλεόνασμα. Οι επιπτώσεις για τη φορολογία εισοδήματος είναι προφανείς. Όπου δεν υπάρχει κέρδος, αυτό το «κέρδος» δεν μπορεί να φορολογείται».
Πέρα από αυτή την απλή αλήθεια, η οποία εκφράζεται από πολλούς συγγραφείς23 για την φορολόγηση των συνεταιρισμών, ο τρόπος φορολογικής μεταχείρισης των συνεταιρισμών στις διάφορες ευρωπαϊκές χώρες δεν είναι ενιαίος. Από έρευνες που περιοδικά διεξάγονται από την οργάνωση των αγροτικών συνεταιρισμών στην Ε.Ε., την COGECA σχετικά με την νομοθεσία που ισχύει στα διάφορα κράτη-μέλη, γίνεται εμφανές ότι το θέμα της φορολόγησης των συνεταιρισμών αντιμετωπίζεται από τις φορολογικές αρχές με διαφορετικούς τρόπους.24 Μπορούν να διακριθούν πέντε κατηγορίες:
α) Χώρες όπου τα πλεονάσματα αναφέρονται ονομαστικά και αν επιστραφούν στα μέλη δεν φορολογούνται (Φιλανδία, Σουηδία).
β) Χώρες όπου γίνεται μνεία σε αποτελέσματα των δραστηριοτήτων με τα μέλη και δεν πληρώνεται φόρος (Δανία, Ολλανδία, Πορτογαλία).
γ) Χώρες όπου γίνεται μνεία σε διανομή των κερδών με τη μορφή μερισμάτων στα μέλη, τα οποία δεν φορολογούνται στο επίπεδο του νομικού προσώπου του συνεταιρισμού (Ηνωμένο Βασίλειο) ή δεν φορολογούνται μέχρι ένα συγκεκριμένο όριο (Βέλγιο).
δ) Χώρες όπου μερικοί αγροτικοί συνεταιρισμοί ή αν οι συναλλαγές με μη-μέλη είναι χαμηλότερες από ένα επίπεδο εξαιρούνται της φορολογίας (Λουξεμβούργο, Γαλλία, Ισπανία).
ε) Χώρες όπου οι συνεταιρισμοί έχουν την ίδια φορολογική μεταχείριση με τις συμβατικές επιχειρήσεις (Ιρλανδία, Αυστρία).
Ρόλος των αντιπροσωπευτικών οργάνων των συνεταιρισμών είναι να εξηγούν στους διαμορφωτές της πολιτικής την ειδική φύση της έννοιας του πλεονάσματος, ώστε να κατανοήσουν τον πραγματικό λόγο για τον οποίο τα πλεονάσματα πρέπει να εξαιρούνται από τη φορολόγηση. Διαφορετικά, κάθε εξαίρεση θα θεωρείται ως αθέμιτη και προνομιακή μεταχείριση για τους συνεταιρισμούς. Επιπλέον, όπως έχει αναφερθεί αλλού,25 η μετάφραση, ακόμα και επίσημων εγγράφων, θα οδηγεί σε παρανοήσεις, αν οι συνεταιρισμοί δεν εναρμονίσουν την ειδική γι’ αυτούς ορολογία, οπότε ακόμα και οι ερευνητές θα αποθαρρύνονται να ασχοληθούν με θέματα των συνεταιρισμών.
Εάν θεσπισθεί το δικαίωμα των συνεταιρισμών να επιστρέφουν τα πλεονάσματα απαλλαγμένα από φόρο, αυτό θα αποτελεί, από πολλές πλευρές, κίνητρο για υποψήφια μέλη να προσχωρήσουν στους συνεταιρισμούς.
γ) Ο ρόλος των υπερεθνικών οργάνων των συνεταιρισμών
Οι συνεταιρισμοί είναι γνωστοί για τη διαδικασία λήψης αποφάσεων από τη βάση. Όμως, η παγκοσμιοποίηση, με την άρση των φραγμών στη διακίνηση αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων, δημιούργησε νέες συνθήκες. Όπως έχει αναφερθεί και προηγουμένως, από την παγκοσμιοποίηση έχουν ωφεληθεί περισσότερο οι επιχειρήσεις, που ήταν ήδη μεγάλες και διεθνείς, οι οποίες και εξακολουθούν να αναπτύσσονται. Η κατάσταση που επικρατεί, κατά την οποία, σύμφωνα με τον H. Geissler « 400 οικογένειες παγκοσμίως κερδίζουν περισσότερο από ό,τι 3 δισ. άνθρωποι μαζί, δηλαδή περίπου ο μισός πληθυσμός της γης πρέπει να ζήσει με λιγότερα από ό,τι αυτές οι 400 οικογένειες»26 ασφαλώς δεν πρέπει να ικανοποιεί τους συνεταιρισμούς, για τους οποίους σκοπός είναι η δίκαιη διανομή του πλούτου. Εάν οι συνεταιρισμοί θα ήθελαν να αποτελέσουν το αντίδοτο στα προβλήματα που δημιουργεί η παγκοσμιοποίηση, πρέπει να προσπαθήσουν να αποφευχθεί η επίπτωση αυτή της παγκοσμιοποίησης, όσο αυτό είναι δυνατό.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι «οι συνεταιρισμοί δημιουργούν έναν καλύτερο κόσμο», όπως ήταν και το σύνθημα το έτος 2012, που ανακηρύχθηκε ως παγκόσμιο έτος των συνεταιρισμών, αλλά δεν θα πρέπει να αισθανόμαστε ικανοποιημένοι όταν η παγκοσμιοποίηση επιτρέπει στους ανταγωνιστές των συνεταιρισμών να κατέχουν δεσπόζουσα θέση.
Εάν η «φιλανθρωπία αρχίζει στο σπίτι», σύμφωνα με το γνωστό αγγλικό γνωμικό, πρέπει να βεβαιωθούμε ότι οι ίδιοι οι συνεταιρισμοί δραστηριοποιούνται αρκετά σε διεθνές επίπεδο.
Δικαιολογημένα είμαστε υπερήφανοι για τα επιτεύγματα, σε παγκόσμιο επίπεδο, των μεγάλων συνεταιριστικών επιχειρήσεων, οι οποίες παρουσίαζαν το 201227 ένα κύκλο εργασιών ύψους 2,6 τρισ. δολ. και ίσως, σήμερα, έχουν φτάσει τα 3 τρισ. Δολάρια. Παρ’ όλα αυτά, στους συνεταιρισμούς, λόγω της φύσης, των αξιών και των αρχών τις οποίες ο θεσμός πρεσβεύει, ο ρόλος των διεθνών συνεταιριστικών οργάνων εμφανίζεται ως συντονιστικός και εποπτικός των διαδικασιών που ακολουθούν οι συνεταιρισμοί κατά τη μεγέθυνσή τους.
Το πρώτο πράγμα που οι συνεταιρισμοί πρέπει να έχουν υπόψη είναι ότι η εκ των κάτω διαδικασία λήψης αποφάσεων των συνεταιρισμών δεν πρέπει να αντιστραφεί με την παραχώρηση εκτεταμένων εξουσιών στα διεθνή όργανά τους ή στις τομεακές οργανώσεις τους. Όμως, και αυτά τα διεθνή όργανα δεν θα πρέπει να είναι απλώς παρατηρητές ενός εξελισσόμενου κόσμου. Θα πρέπει να καλούν τα μέλη τους ή τις κυβερνήσεις που υπογράφουν συστάσεις, να συναποδεχθούν ορισμένους κανόνες στην κατεύθυνση της συνεταιριστικής ολοκλήρωσης. Οι επιτυχημένοι συνεταιρισμοί στις ανεπτυγμένες χώρες πρέπει να υποβοηθούν την ανάπτυξη συνεταιρισμών σε χώρες όπου υπάρχουν επιχειρηματικές ευκαιρίες και να ξεκινούν από κοινού, μαζί με αυτούς, δραστηριότητες, με συμφωνίες από τις οποίες θα κερδίζουν όλοι (win-win). Εάν, όμως, οι συνεταιρισμοί ξεκινούν δραστηριότητες με θυγατρικές εταιρείες σε άλλες χώρες, δεν διαφοροποιούνται από κάθε άλλη συμβατική επιχείρηση.28 Στην περίπτωση κατά την οποία τα κέρδη, που προέρχονται από τις θυγατρικές εταιρείες, διανεμηθούν στα μέλη, η απόσταση από τις αρχές του συνεργατισμού γίνεται πολύ μεγάλη. Υπάρχουν περιπτώσεις που μεγάλοι συνεταιρισμοί ανταγωνίζονται με γιγαντιαίες πολυεθνικές επιχειρήσεις σε αποτελεσματικότητα και διείσδυση στις αγορές. Πάντως, θα πρέπει να διατηρείται το ερώτημα αν αυτοί οι συνεταιρισμοί διατηρούν τη συνεταιριστική τους φυσιογνωμία ή, αντίθετα, ενεργούν ακριβώς όπως οι συμβατικές επιχειρήσεις, στις οποίες οι αποφάσεις λαμβάνονται από την κορυφή προς τα κάτω29 και έχουν, ως πρωταρχικό και συνολικό τους στόχο,30 τη μεγιστοποίηση των κερδών τους.
Μια άλλη υπηρεσία που θα μπορούσαν οι συνεταιρισμοί να αναθέσουν στα διεθνή αντιπροσωπευτικά τους όργανα, θα πρέπει να είναι η παρακολούθηση της εξέλιξης των ανταγωνιστών οι οποίοι δεν είναι συνεταιρισμοί, όχι μόνο ως προς τον κύκλο εργασιών που επιτυγχάνουν και τη μεγέθυνσή τους, αλλά και ως προς τις μεθόδους που χρησιμοποιούν για να επιτύχουν τη μεγέθυνση. Κάποιες από τις μεθόδους αυτές παραβιάζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα ή άλλες διεθνείς συμβάσεις και αυτές οι πρακτικές που χρησιμοποιούν πρέπει να γίνουν ευρέως γνωστές στο ευρύ κοινό.
Ένας τρίτος ρόλος που οφείλουν να αναθέσουν στα διεθνή τους όργανα οι συνεταιρισμοί, είναι να παρακολουθούν συνεχώς τις εθνικές νομοθεσίες για τους συνεταιρισμούς και να καλούν τις κυβερνήσεις, όταν θεσπίζουν νόμους που διέπουν τους συνεταιρισμούς, να σέβονται τις αρχές και τις αξίες τους. Μέχρι σήμερα οι κυβερνήσεις υπογράφουν Συστάσεις για σεβασμό των αρχών του συνεργατισμού,31 αλλά την ίδια στιγμή παραβιάζουν αυτές τις αρχές στην εθνική τους νομοθεσία.32
δ. Σύνοψη και συμπεράσματα
Σε μια προσπάθεια να ανακεφαλαίωσης των ανωτέρω, μπορούν να λεχθούν τα εξής:
α) Είναι ξεκάθαρο ότι η παγκοσμιοποίηση συνεπάγεται εφαρμογή των ίδιων κανόνων, τόσο για τις ισχυρές όσο και για τις αδύναμες οικονομίες και, επίσης, τόσο για τις μικρές όσο και για τις μεγάλες επιχειρήσεις. Ο εξοντωτικός ανταγωνισμός θα ωθήσει εκτός αγοράς τις μη ανταγωνιστικές επιχειρήσεις, με ελάχιστες εξαιρέσεις,.
β) Οι συνεταιρισμοί, ως ανθρωποκεντρικές επιχειρήσεις, οι οποίες εθελοντικά τηρούν συγκεκριμένες αρχές και αξίες, παρέχουν υπηρεσίες σε εκατοντάδες εκατομμύρια ανθρώπους και συμβάλλουν προς την κατεύθυνση της δίκαιης διανομής του πλούτου, ενώ ταυτόχρονα διδάσκουν στις κοινωνίες το δρόμο της αλληλεγγύης και της ευημερίας για όλους.
γ) Οι συνεταιρισμοί δεν είναι διατεθειμένοι να απαρνηθούν τις αρχές και τις αξίες τους, αλλά την ίδια στιγμή χρειάζεται να αυξήσουν την ανταγωνιστικότητά τους. Οφείλουν να κινηθούν μέσα σε στενά όρια, από τη μια μεριά της τήρησης των αρχών τους και από την άλλη της αύξησης της ανταγωνιστικότητάς τους.
δ) Αυτό που προτείνεται σε αυτή την εργασία είναι ένας τρόπος να ενισχυθεί στους συνεταιρισμούς η ενότητα των μελών τους, να προσελκυσθούν νέα μέλη και να είναι ικανοποιημένα. Οι προτεινόμενοι τρόποι είναι:
- Πρώτον, να αλλάξει η διατύπωση της 2ης συνεταιριστικής αρχής, χωρίς να αλλοιωθεί η ουσία της, με την υιοθέτηση της πολλαπλής ψήφου, μέχρι ενός μικρού ανώτατου ορίου.
- Δεύτερον, να αρχίσει μία εκστρατεία ενημέρωσης, με σκοπό να πεισθούν οι διαμορφωτές της πολιτικής και οι φορολογικές αρχές, για τη διαφορά μεταξύ των όρων «πλεόνασμα» και «κέρδος» στους συνεταιρισμούς και για την ανάγκη να μη φορολογούνται τα επιστρεφόμενα πλεονάσματα στο επίπεδο του νομικού προσώπου, και
- Τρίτον, να ενδυναμωθεί ο ρόλος των αντιπροσωπευτικών διεθνών οργάνων των συνεταιρισμών, ώστε να ενδυναμωθούν οι επιχειρηματικοί δεσμοί μεταξύ συνεταιρισμών σε διεθνές επίπεδο, με βάση το αμοιβαίο όφελος και την αποφυγή επέκτασης των συνεταιρισμών μέσω θυγατρικών επιχειρήσεων.
Είναι προφανές ότι θα παρουσιασθούν και θα αναπτυχθούν πολύ περισσότερες ιδέες προς τον ίδιο στόχο σε διεθνές επίπεδο, με σκοπό την προσαρμογή του συνεταιριστικού μοντέλου, χωρίς όμως να αλλοιωθεί η φυσιογνωμία του.
Γενικά, πρέπει να επιδιωχθεί η αναγνώριση ότι το συνεταιριστικό επιχειρηματικό μοντέλο θεωρείται κοινωνικά ανώτερο, γιατί είναι ανθρωποκεντρικό, είναι ένα σχολείο δημοκρατίας, είναι συνδεδεμένο με τις τοπικές κοινότητες, παρουσιάζει υψηλή εταιρική κοινωνική ευθύνη, συμβάλλει στη δίκαιη διανομή του πλούτου κ.ο.κ.. Δεν πρέπει όμως να παραβλέπεται ότι, αν οι ανταγωνιστές των συνεταιρισμών στον οικονομικό στίβο κινούνται γρηγορότερα σε οικονομικά επιτεύγματα, τότε το συνεταιριστικό μοντέλο θα εμφανίζεται σαν φτωχό υποκατάστατο των επιχειρήσεων κεφαλαίου. Καθήκον των συνεταιρισμών είναι να αποτραπεί αυτό.


1 Η Ολυμπία Κλήμη – Καμινάρη είναι Επίκουρη Καθηγήτρια στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Πολιτικών και Κοινωνικών Επιστημών, Αθήνα. Η παρούσα εργασία παρουσιάσθηκε στο συνέδριο της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης στο Παρίσι στις 27-30 Μαΐου 2015, που είχε ως γενικό θέμα «Το μέλλον του συνεταιριστικού μοντέλου: δημιουργικότητα, καινοτομία και έρευνα».
2 Κολύμβας, N., “ο συνεργατισμός περιέχει τη σωστή σύνθεση ουτοπίας και πραγματικότητας”, Συνεταιρισμοί 100 χρόνια, Επετειακή έκδοση, Υπουργείο Γεωργίας, 2002.
3Κλήμης, Α.Ν., Klimis, A.N., «Η δράση ισχυρών πραγματικών συνεταιρισμών συνιστά το αντίδοτο στην ποαγκοσμιοποίηση», Συνεταιρισμοί 100 χρόνια, Επετειακή έκδοση, Υπουργείο Γεωργίας, 2002.
4 Stiglitz, J. “The role of cooperatives in Globalisation”, Working paper No 9/2004, Luglio. Italy, Universitata di Genova, Dipartimento di Scienze Economiche e Finanziarie
5 Βλ. COGECA, “Agricultural Cooperatives in Europe,”, part IV Compedium of Cogeca member organisations, Sweden, VI, p. 171, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: “The CAP-reform and especially the decoupling of direct payments may lead to decreased production, mainly in disadvantaged regions (small and scattered fields, long distances to markets/ processing facilities). Diminished production will impact on the whole chain from sales of inputs to grain elevators and abattoirs, dairies and mills. Since these activities in Sweden are dominated by Cooperatives, these will face economic stress due to decreased turnover and overcapacity. The pressure for structural change will increase, implying loss of employment and for farmers a lower service level”.

6 Ο William Pascoe Watkins BA, πρώην Διευθυντής της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης (ICA), ήταν μια κορυφαία αυθεντία για τον παγκόσμιο συνεργατισμό.
7 W.P. Watkins, “Co-operative Principles – Today and tomorrow”, Holyoake Books, 1986, p. 19.
8 Βλ. Π.χ.. – “Opinion of the European Economic and Social Committee on the Large retail sector – trends and impacts on farmers and consumers” (own initiative opinion), Brussels 7 April 2005, Rapporteur Mr. Allen NAT/262 – CESE 381/2005.
- Opinion of the Section for Agriculture, Rural Development and the Environment o The current state of commercial relations between food suppliers and the large retail sector” (own initiative opinion), Brussels, 16 January 2013, Rapporteur: Mr. Sarmir, NAT/571 – CES 1887-2012.
- Communication from the Commission to the European Parliament, the Council, the European Economic and Social Committee and the Committee of the Regions, “Tackling unfair trading practices in the business-to-business food supply chain”, European Commission, COM(2014) 472 final.
- COGECA, “Agricultural Cooperatives in Europe”, Main Areas of Concern, p. 25.
9 EESC Opinion: The Community agricultural model: Production quality and communication with consumers as factors of competitiveness, O.J. C 18, 19.1.2011, pp. 5-10.

10 MacPherson, Ian, “Co-operative Principles for the 21st Century, ICA December 1995
11 Abrahamsen, M.A., “Coopewrative Business Enterprise” McGraw-Hill Book Company, 1976, pp. 51-54.
12 Barton, D., “Principles” in Cobia (ed.) “Cooperatives in Agriculture” Prentice Hall, 1989, pp. 26-33
13 Abrahamsen, M.A., “Coopewrative Business Enterprise” McGraw-Hill Book Company, 1976, p. 58
14 Watkins, W.P., “Co-operative Principles Today and Tomorrow”, Holyoake Books, Manchester 1986, p. 61
15 Parnell, E., Reinventing the Co-operative, Enterprises for the 21st Century, U.K. 1995.
16 Παπαγεωργίου, Κ.Λ. «Βιώσιμη Συνεταιριστική Οικονομία – Θεωρία και Πράξη» Β’ έκδοση), Σταμούλης, 2007, σελ. 52.
17 DIES (Delegation Interministerielle a l’ Innovation Sociale et a l’ Economie Sociale), Co-operative Movements in the European Union – Higher Council for Cooperation, 2000, 30 January 2001.
18 COGECA and the Netherlands Institute for Co-operative Entrepreneurship, The Development of Agricultural Co-operatives in the European Union – Trends and Issues on the Eve of the 21st Century, by Onno-Frank van Bekkum and Gert van Dijk (eds.)
19 COGECA, “Agricultural Cooperatives in Europe,”, part IV Compedium of Cogeca member organisations, Germany, I Legislation (p. 98).

20 Op. Cit p. 114-115
21 Papageorgiou, C.L., and Klimi-Kaminari, Ol., “On surpluses, profits and net incomes in Co-operatives”, International Journal of Co-operative Management, 2008.
22 Hagen Henry, “Guidelines for Co-operative Legislation”, Third revised edition, International Labour Office, Geneva, ILO, 2012, p. 94.
23 Βλ. Π.χ.. – “Patronage Accounting and Tax Basics” CoopLaw.org – Legal Information, best practices and supporting tools for cooperatively owned businesses and organizations, U.S.A.
  • Frederick, D.A. Attorney, “Tax Treatment of Cooperatives, U.S.A.
  • Williamson, L., “The Farmer’s Cooperative Yardstick: Should Your Cooperative be “Exampt” or “Non-Exempt”, University of Kentucky, College of Agriculture, Extension Publication, No. AEC 53, 1987.
24 COGECA, and the Netherlands Institute for Co-operative Entrepreneurship, The Development of Agricultural Co-operatives in the European Union – Trends and Issues on the Eve of the 21st Century, by Onno-Frank van Bekkum and Gert van Dijk (eds.)
25 Klimi-Kaminari, O. and Papageorgiou, C.L., “Need to harmonise the definition of co-operative terms: the case of Regulation 1435/2003”, εργασία που παρουσιάστηκε στο 4th CIRIEC International Research Conference on Social Economy, October 24-26, 2013, University of Antwerp, Belgium.

26 Βλ. Hagen Henry, ‘Guidelines for Co-operative Legislation”, third revised edition, ILO, 2012, p.32 footnote, reference to Geissler, Heiner, “Wo bleibt euer Aufschrei, in Die Zeit, 11.11.2004, p. 26.
27 COOP – Euricse, “Exploring the Co-operative Economy, Report 2014”, World Co-operative Monitor.
28 Π.χ.. Berthelot, J., “The European agricultural co-operatives, promoters of the unequal globalization”, Solidarite, 2012.
29 Βλ.: - Gray, T.W., Heffernan, W. And Hendrickson, M., “Agricultural Cooperatives and Dilemmas of Survival”, Journal of Rural Cooperation, 29(2), 2001: 167-192.
30 Hansen, H.O., “Agricultural Cooperatives and globalization: A challenge in future?”, 17th International Farm Management Congress, Bloomington/Normal, Illinois, U.S.A.
31 Π.χ.. Recommendation 193 of the I.L.O., 2002, on the Promotion of Cooperatives.

32 Βλ. KlimiKaminari, O. Διερεύνηση του βαθμού ευθυγράμμισης του ν. 4015/2011 για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς προς συνταγματικούς και διεθνείς κανόνες», εργασία που παρουσιάστηκε στο 13ο Πανελλήνιο Συνέδριο Αγροτικής Οικονομίας, 21-22/11/2014, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών.