Παρασκευή 2 Οκτωβρίου 2015

Σχέδιο Νόμου : «Αγροτικοί Συνεταιρισμοί»



ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α΄
ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 1
Ορισμός – Σκοπός – Νομική Μορφή

1. Αγροτικός Συνεταιρισμός (ΑΣ) είναι αυτόνομη ένωση προσώπων, η οποία συγκροτείται εθελοντικά και επιδιώκει, με την αμοιβαία αλληλοβοήθεια των μελών της, την οικονομική, κοινωνική, πολιτιστική ανάπτυξη και προαγωγή τους, μέσω μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης επιχείρησης. Ο ΑΣ δραστηριοποιείται σε οποιαδήποτε τομέα της αγροτικής οικονομίας. ΑΣ είναι ιδίως οι αλιευτικοί, κτηνοτροφικοί, πτηνοτροφικοί, μελισσοκομικοί, σηροτροφικοί, αγροτουριστικοί, αγροβιοτεχνικοί, οικοτεχνικοί και άλλοι συνεταιρισμοί, οποιουδήποτε κλάδου ή δραστηριότητας της αγροτικής οικονομίας. Οι δασικοί συνεταιρισμοί δεν ρυθμίζονται με τον παρόντα νόμο.
2.Οι ΑΣ είναι νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου και έχουν εμπορική ιδιότητα. Αναπτύσσουν κάθε είδους δραστηριότητα για την επίτευξη των σκοπών τους στο πλαίσιο του νόμου και του καταστατικού τους.
3. Για την εκπλήρωση των σκοπών τους, οι ΑΣ μπορούν να ιδρύουν υποκαταστήματα, παραρτήματα ή γραφεία στο εσωτερικό και το εξωτερικό, να συνιστούν νομικά πρόσωπα, να συμπράττουν σε κοινές επιχειρήσεις, με καταναλωτικούς ή άλλους συνεταιρισμούς, με νομικά πρόσωπα του δημόσιου ή ιδιωτικού τομέα, με κοινωφελείς οργανισμούς, με επιχειρήσεις οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), με συνεταιριστικές οργανώσεις άλλων χωρών και με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, στα πλαίσια της διακρατικής ή και διεπαγγελματικής συνεργασίας.
4. Για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον παρόντα νόμο, εφαρμόζονται οι διατάξεις του Εμπορικού Δικαίου και του Αστικού Κώδικα.

Άρθρο 2
Περιφέρεια – Έδρα – Επωνυμία

1. Η περιφέρεια του ΑΣ ορίζεται από το καταστατικό του.
2. Έδρα του ΑΣ είναι ο δήμος, όπου είναι εγκατεστημένη η διοίκησή του.
3. Η επωνυμία του ΑΣ εκφράζει τον κύριο σκοπό ή τα αντικείμενα δραστηριότητάς του και περιλαμβάνει την ιδιότητά του ως αγροτικού, καθώς και την έδρα του. Στην επωνυμία του ΑΣ, μπορεί να περιλαμβάνεται διακριτικός τίτλος. Η επωνυμία πρέπει να διακρίνεται από την επωνυμία άλλου ΑΣ με τον ίδιο σκοπό. Η επωνυμία χρησιμοποιείται υποχρεωτικά στις συναλλαγές και τις νομικές πράξεις του ΑΣ. Τα έντυπα του ΑΣ αναφέρουν την επωνυμία, την έδρα, τον αριθμό φορολογικού μητρώου καθώς και τον αριθμό του μητρώου ΑΣ , σύμφωνα με το άρθρο 19.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β΄
ΣΥΣΤΑΣΗ ΑΣ

Άρθρο 3
Όροι σύστασης – Καταχώριση καταστατικού

1. Για τη σύσταση ΑΣ απαιτείται η σύνταξη καταστατικού και η υπογραφή του από δέκα ή από εικοσιένα πρόσωπα, που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του άρθρου 5, καθώς και η καταχώριση του καταστατικού στο βιβλίο μητρώου ΑΣ που τηρείται στο Ειρηνοδικείο, στην περιφέρεια του οποίου εδρεύει ο ΑΣ.
2. Για την καταχώριση του καταστατικού κατατίθεται από το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο του ΑΣ αίτηση στο Ειρηνοδικείο. Ο ειρηνοδίκης με πράξη του εντός τριάντα (30) ημερών από την κατάθεση της αίτησης διατάσσει ή αρνείται την καταχώριση του καταστατικού. Ο ειρηνοδίκης αρνείται την καταχώριση όταν λείπουν τα απαραίτητα στοιχεία του καταστατικού που προβλέπονται στο άρθρο 4 ή τούτο περιέχει διατάξεις αντίθετες σε κανόνες αναγκαστικού δικαίου ή στα χρηστά ήθη. Αν αρνηθεί την καταχώριση, με την ίδια πράξη καλεί το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο και του υποδεικνύει τις απαραίτητες διορθώσεις.
3. Ύστερα από την καταχώριση, η γραμματεία του Ειρηνοδικείου αποστέλλει εντός τριάντα (30) ημερών στην αρμόδια αρχή του άρθρου 18 αντίγραφο του καταστατικού με την ημερομηνία καταχώρισης.
4. Από την καταχώριση της παραγράφου 1 ο ΑΣ αποκτά νομική προσωπικότητα και εμπορική ιδιότητα. Η ίδια διαδικασία τηρείται και για την τροποποίηση του καταστατικού.
5. Κατά της πράξης του ειρηνοδίκη και εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, αφότου έλαβαν γνώση της δημοσίευσης της πράξης, τα όργανα διοίκησης του ΑΣ και οποιοσδήποτε υφίσταται βλάβη ή τίθενται σε κίνδυνο τα έννομα συμφέροντά του, μπορεί να ασκήσει ανακοπή, η οποία εισάγεται στο Ειρηνοδικείο της έδρας του ΑΣ και δικάζεται με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Άρθρο 4
Τύπος – Περιεχόμενο καταστατικού

1. Το καταστατικό του ΑΣ καταρτίζεται με ιδιωτικό έγγραφο, που χρονολογείται και υπογράφεται από τα ιδρυτικά μέλη και για να είναι έγκυρο πρέπει να καθορίζει τουλάχιστον:
α) Το ονοματεπώνυμο και πατρώνυμο ή η επωνυμία του ΑΣ , τον Αριθμό Φορολογικού Μητρώου (ΑΦΜ) και την κατοικία ή έδρα των ιδρυτικών μελών.
β) Την επωνυμία, την έδρα και την περιφέρεια του ΑΣ.
γ) Το σκοπό και τις δραστηριότητες του ΑΣ.
δ) Τις προϋποθέσεις εισόδου, εξόδου και διαγραφής των μελών, καθώς και τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις αυτών.
ε) Το ύψος της συνεταιρικής μερίδας, τον αριθμό των πρόσθετων υποχρεωτικών και των προαιρετικών μερίδων που μπορεί να αποκτήσει το μέλος, τον τρόπο καταβολής της αξίας τους και τη διαδικασία απόδοσης των συνεταιρικών μερίδων.
στ) Την έκταση ευθύνης των μελών.
ζ) Τους όρους σύγκλησης και λειτουργίας και τις αρμοδιότητες των οργάνων διοίκησης του ΑΣ.
η) Τον καθορισμό των ελάχιστων ποσοστών επί των πλεονασμάτων χρήσης για το σχηματισμό αποθεματικών σύμφωνα με τον εμπορικό νόμο.
θ) Τη χρονική διάρκεια του ΑΣ.
ι) Τον ορισμό προσωρινού διοικητικού συμβουλίου για την έγκριση του καταστατικού και τον χρόνο σύγκλησης της πρώτης Γενικής Συνέλευσης για την ανάδειξη των οργάνων διοίκησης.
ια) Τον τρόπο ορισμού των ελεγκτών του άρθρου 20.
ιβ) Τη λύση και εκκαθάριση του ΑΣ.
2. Το καταστατικό μπορεί επίσης να προβλέπει και να ρυθμίζει θέματα που δεν ρυθμίζονται με τον παρόντα νόμο.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ΄
ΜΕΛΗ – ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ – ΥΠΟΧΡΕΩΣΕΙΣ

Άρθρο 5
Μέλη ΑΣ
1. Μέλη του ΑΣ μπορούν να γίνουν φυσικά πρόσωπα, που έχουν πλήρη ικανότητα για δικαιοπραξία, απασχολούνται σε οποιονδήποτε κλάδο ή δραστηριότητα της αγροτικής οικονομίας που εξυπηρετείται από τις δραστηριότητες του ΑΣ, πληρούν τους όρους του καταστατικού του και αποδέχονται να χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες του. Δεν μπορεί να γίνει μέλος του ΑΣ όποιος μετέχει σε άλλο ΑΣ με την ίδια έδρα και τον ίδιο καταστατικό σκοπό.
Εφόσον προβλέπεται στο καταστατικό του ΑΣ, μέλη του μπορεί να γίνουν και άλλοι ΑΣ, που έχουν ως βασικό καταστατικό σκοπό τους την απασχόληση σε οποιονδήποτε κλάδο ή δραστηριότητα της αγροτικής οικονομίας. Το ποσοστό συμμετοχής των νομικών προσώπων-μελών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ένα τρίτο του συνόλου των μελών του ΑΣ.
2. Στο καταστατικό του ΑΣ προβλέπεται το ποσοστό της παραγωγής που το μέλος έχει την υποχρέωση να παραδίδει στον ΑΣ, το οποίο δεν μπορεί να είναι κατώτερο του 80% ή 90% της ετησίας παραγωγής του, όπως αυτή προκύπτει από την ενιαία δήλωση καλλιέργειας/εκτροφής (ΔΚΕ- αγροτεμάχια) και την αίτηση για την ενεργοποίηση των δικαιωμάτων ενιαίας ενίσχυσης (δήλωση ΟΣΔΕ).
3. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης τα μέλη μπορούν να απαλλάσσονται από την υποχρέωση της παραγράφου 2, εφόσον: α) έχουν αντικειμενική αδυναμία ή για άλλους σοβαρούς λόγους, β) πριν από την ένταξή τους στον ΑΣ είχαν συνάψει αποδεδειγμένα συμβάσεις πώλησης των προϊόντων τους σε τρίτους, εφόσον ο ΑΣ έχει ενημερωθεί έγκαιρα για τη διάρκεια, τον όγκο παραγωγής και τις λοιπές λεπτομέρειες της σύμβασης και γ) ο ΑΣ αδυνατεί να απορροφήσει την προσφερόμενη παραγωγή.
4. Η μη παράδοση της παραγωγής, κατά τους όρους του καταστατικού του ΑΣ, αποτελεί λόγο διαγραφής του μέλους από αυτόν.

Άρθρο 6
Εγγραφή – Αποχώρηση – Διαγραφή μέλους

1. Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΑΣ αποφασίζει αιτιολογημένα για την αποδοχή ή όχι της αίτησης εγγραφής προσώπου ως μέλους του ΑΣ στην πρώτη του συνεδρίαση μετά την υποβολή της αίτησης.
2.Η εγγραφή των νέων μελών εγκρίνεται από την επόμενη Γενική Συνέλευση. Η ιδιότητα του μέλους αποκτάται από την απόφαση αποδοχής της αίτησης από το Διοικητικό Συμβούλιο σύμφωνα με την παράγραφο 1.
Η συμμετοχή των νέων μελών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και η δυνατότητα ανάδειξής τους σε όργανα που προβλέπονται στον παρόντα νόμο επιτρέπεται μετά την έγκριση της αίτησης εγγραφής τους από τη Γενική Συνέλευση και εφόσον έχει εκπληρώσει όλες τις ληξιπρόθεσμες οικονομικές οφειλές τους προς τον ΑΣ, στις οποίες περιλαμβάνεται και η καταβολή της αξίας της συνεταιρικής μερίδας ή του προβλεπόμενου στο καταστατικού ποσοστού αυτής, σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 8. Η ίδια Γενική Συνέλευση αποφασίζει για τις αιτήσεις εγγραφής που δεν έγιναν δεκτές από το Διοικητικό Συμβούλιο.
3. Το καταστατικό ορίζει τα κωλύματα για την εγγραφή μέλους, καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις αποχώρησης και διαγραφής του, την ελάχιστη χρονική διάρκεια της παραμονής του και τους όρους και το χρόνο απόδοσης των συνεταιρικών μερίδων.


Άρθρο 7
Δικαιώματα και υποχρεώσεις μελών

1.Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών προς τον ΑΣ ορίζονται από το καταστατικό, που πρέπει να περιέχει υποχρεωτικά διατάξεις που ρυθμίζουν:
α) Τη συμμετοχή των μελών στις Γενικές Συνελεύσεις του ΑΣ.
β) Το δικαίωμα του εκλέγειν και εκλέγεσθαι.
γ) Τη συμμετοχή στη διανομή των πλεονασμάτων της διαχειριστικής χρήσης.
δ) Τη συμμετοχή του μέλους στις δραστηριότητες και στις συναλλαγές του ΑΣ.
2. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει κυρώσεις κατά των μελών, για τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους προς τον ΑΣ. Συγκεκριμένα, δεν μπορούν να εκλεγούν στα όργανα διοίκησης των ΑΣ, φυσικά πρόσωπα, τα οποία δεν τηρούν τις υποχρεώσεις τους, όπως αυτές προβλέπονται στο νόμο και στο καταστατικό. Η μη εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μελών προς τον ΑΣ βεβαιώνεται για κάθε μέλος ενώπιον της Εφορευτικής Επιτροπής με βεβαίωση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου του ΑΣ.
3. Η εθελοντική εργασία που παρέχουν τα μέλη του ΑΣ προς αυτόν, ανάλογα με τις ανάγκες της, δεν θεωρείται ότι παρέχεται στα πλαίσια σχέσης εξαρτημένης εργασίας. Ο ΑΣ εκδίδει σχετικό παραστατικό προς τεκμηρίωση της συναλλαγής, για την καταβαλλόμενη αμοιβή της προσωπικής εργασίας που παρέχεται από τα μέλη του, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.4308/2014 (Α΄ 251), ανεξάρτητα από το ύψος του ποσού που καταβάλλεται και εφόσον ο δικαιούχος δεν είναι επιτηδευματίας από άλλη αιτία. Το εισόδημα της παραγράφου αυτής θεωρείται γεωργικό εισόδημα. 2.2.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ΄
ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΛΩΝ ΚΑΙ ΑΣ

Άρθρο 8
Συνεταιριστικό κεφάλαιο- Συνεταιρική μερίδα

1. Η συνεταιρική μερίδα είναι το ελάχιστο χρηματικό ποσό συμμετοχής κάθε μέλους στο κεφάλαιο του ΑΣ. Κάθε μέλος συμμετέχει στον ΑΣ με μία (1) υποχρεωτική μερίδα και έχει μία ψήφο. Το ύψος και οι προϋποθέσεις καταβολής της ορίζονται από το καταστατικό. Η συνεταιρική μερίδα είναι αδιαίρετη και ίση για όλα τα μέλη. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει όρους και προϋποθέσεις για την απόκτηση από κάθε μέλος πρόσθετων υποχρεωτικών μερίδων ανάλογα με το ύψος των συναλλαγών του με τον ΑΣ.
2. To 30% ή 50% τουλάχιστον της ονομαστικής αξίας της συνεταιρικής μερίδας, καταβάλλεται με την εγγραφή του μέλους. Το υπόλοιπο ποσοστό καταβάλλεται το αργότερο μέσα σε ένα ή δύο χρόνια, εκτός αν το καταστατικό προβλέπει βραχύτερο διάστημα.
3. Αν το καταστατικό δεν απαγορεύει τη μεταβίβαση της συνεταιρικής μερίδας, αυτή είναι δυνατή μόνο με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του ΑΣ, σε πρόσωπο που πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 5.
4. Σε περίπτωση θανάτου μέλους του ΑΣ, ο κληρονόμος ή όταν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι αυτός που υποδείχθηκε με έγγραφη συμφωνία τους, υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μέλους που πέθανε, εφόσον έχει τις προϋποθέσεις του άρθρου 5. Αν δεν έχει υποδειχθεί κληρονόμος, τότε η αξία της συνεταιριστικής μερίδας που προκύπτει σύμφωνα με τα στοιχεία του τελευταίου δημοσιευμένου ισολογισμού, αποδίδεται στους νόμιμους κληρονόμους στο τέλος της χρήσης, όπως αυτή έχει προσαυξηθεί ή μειωθεί ανάλογα με τα οικονομικά αποτελέσματα του ΑΣ.



Άρθρο 9
Ευθύνη και υποχρεώσεις των μελών προς τρίτους

1. Η ευθύνη των μελών του ΑΣ για τις υποχρεώσεις του προς τρίτους είναι επικουρική και περιορίζεται μέχρι του ορίου που ορίζει το καταστατικό. Η έκταση της ευθύνης αυτής ορίζεται από το καταστατικό ως ίση με το ποσό της υποχρεωτικής ή με ακέραιο πολλαπλάσιο του ποσού αυτής.
2. Τα μέλη έχουν την ευθύνη της παραγράφου 1 και μετά την έξοδό τους από τον ΑΣ, για υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν όταν ήταν μέλη ή για προηγούμενες υποχρεώσεις, τις οποίες αποδέχθηκαν κατά την έγγραφή τους.
3. Αξιώσεις τρίτων, από την ευθύνη των μελών του ΑΣ κατά τις παραγράφους 1 και 2, παραγράφονται μετά την παρέλευση πενταετίας από τη λήξη του έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκαν.
4. Η ευθύνη των μελών παύει οπωσδήποτε μετά την πάροδο ενός έτους από το πέρας της πτώχευσης ή της εκκαθάρισης του ΑΣ, εκτός αν μέσα στο έτος έχει ασκηθεί εναντίον τους αγωγή.
5. Δεν απαγγέλλεται προσωπική κράτηση των μελών και των οργάνων του ΑΣ για υποχρεώσεις του ΑΣ προς τρίτους και το Δημόσιο, καθώς και για υποχρεώσεις μεταξύ μελών και ΑΣ εκτός αν αποδειχθούν κακουργηματικές πράξεις.
6. Οι δανειστές μέλους ΑΣ δεν έχουν δικαίωμα επί της περιουσίας του ΑΣ ή των πλεονασμάτων χρήσεων ή των συνεταιρικών μερίδων, υποχρεωτικών ή προαιρετικών, για οφειλές του μέλους προς αυτούς.
7. Δεν υπόκεινται σε κατάσχεση ή στη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, για οφειλές των μελών προς τρίτους:
α) Το αντάλλαγμα για τη χρήση των περιουσιακών στοιχείων, που έχουν παραχωρηθεί στον ΑΣ.
β) Τα προϊόντα της παραγωγής των μελών που παραδόθηκαν στον ΑΣ για πώληση ή διάθεση στην αγορά, αυτούσια ή μετά από μεταποίηση ή επεξεργασία.
γ) Το τίμημα των προϊόντων της περίπτωσης β΄.
8. Δεν επιτρέπεται η κατάσχεση στα χέρια του ΑΣ, ως τρίτου, χρημάτων τα οποία έχουν ληφθεί από πιστωτικά ιδρύματα ως δάνειο για λογαριασμό μέλους, καθώς και παροχές σε είδος του ΑΣ προς τα μέλη του.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε΄
ΔΙΟΙΚΗΣΗ ΑΣ

Άρθρο 10
Όργανα διοίκησης

Όργανα διοίκησης του ΑΣ είναι:
α) Η Γενική Συνέλευση,
β) Το Διοικητικό Συμβούλιο και
γ) Το Εποπτικό Συμβούλιο εφόσον ο αριθμός των μελών του ΑΣ είναι μεγαλύτερος από τριάντα (30). Αν τα μέλη του ΑΣ είναι λιγότερα από τριάντα (30) δεν απαιτείται εκλογή Εποπτικού Συμβουλίου εκτός αν ορίζει διαφορετικά το καταστατικό.

Άρθρο 11
Γενική Συνέλευση – Αρμοδιότητες – Σύγκληση

1. Η Γενική Συνέλευση αποτελεί το ανώτατο όργανο του ΑΣ. Στη Γενική Συνέλευση μετέχουν όλα τα μέλη που έχουν εκπληρώσει όλες τις ληξιπρόθεσμες οικονομικές τους υποχρεώσεις προς τον ΑΣ. Στη Γενική Συνέλευση κάθε μέλος έχει μία (1) ψήφο. Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει για κάθε θέμα για το οποίο δεν προβλέπεται άλλο αρμόδιο όργανο.
2. Στην αποκλειστική αρμοδιότητα της Γενικής Συνέλευσης ανήκουν:
α) Η τροποποίηση του καταστατικού.
β) Η συγχώνευση, η μετατροπή, η παράταση της διάρκειας, η διάλυση και η αναβίωση του ΑΣ.
γ) Η εκλογή και η ανάκληση των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
δ) Η έγκριση του ισολογισμού και του λογαριασμού «Αποτελέσματα Χρήσης» και ο καθορισμός του τρόπου διάθεσης των πλεονασμάτων της χρήσης.
ε) Η επιβάρυνση των μελών από τυχόν ζημίες.
στ) Η μεταβολή του ύψους της συνεταιρικής μερίδας.
ζ) Η επιβολή εισφοράς στα μέλη.
η) Η έγκριση του προγράμματος επιχειρηματικής δράσης και ανάπτυξης του ΑΣ και ο αντίστοιχος προϋπολογισμός.
θ) Η έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού εσόδων και εξόδων.
ι) Η απαλλαγή από κάθε ευθύνη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου.
ια) Η ψήφιση του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας και του Κανονισμού Υπηρεσιακής Κατάστασης Προσωπικού.
ιβ) Η απόφαση για την αγορά και πώληση ακινήτων.
ιγ)Η απόφαση για τη συγκρότηση και λειτουργία από τα μέλη του ΑΣ Ομάδων Παραγωγών ή Οργανώσεων Παραγωγών, που αντιστοιχούν στους κλάδους παραγωγής και στα βασικά προϊόντα ή δραστηριότητες του ΑΣ .
ιδ) Ο ορισμός των ελεγκτών του άρθρου 20 για την επόμενη οικονομική χρήση και ο καθορισμός της αμοιβής τους.
ιε) Κάθε άλλο θέμα, που προβλέπεται στο καταστατικό.
3.Η Γενική Συνέλευση μπορεί, με απόφασή της, να μεταβιβάζει τις αρμοδιότητες των περιπτώσεων ια΄ και ιγ΄ της παραγράφου 2 στο Διοικητικό Συμβούλιο.
4. Η Γενική Συνέλευση συγκαλείται σε τακτική συνεδρίαση από το Διοικητικό Συμβούλιο μία φορά το χρόνο και συνεδριάζει στη έδρα του ΑΣ μέσα σε τέσσερις (4) το πολύ μήνες από τη λήξη της διαχειριστικής χρήσης. Η διαδικασία σύγκλησης της Γενικής Συνέλευσης και διεύθυνσης των εργασιών της, ορίζεται από το καταστατικό.
5. Η Γενική Συνέλευση συγκαλείται σε έκτακτη συνεδρίαση από το Διοικητικό Συμβούλιο για λόγους που προβλέπονται από το νόμο ή το καταστατικό ή όταν αυτό επιβάλλεται από το συμφέρον του ΑΣ.
6. Το ένα πέμπτο (1/5) των μελών του ΑΣ μπορεί να ζητήσει από το Διοικητικό Συμβούλιο τη σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, αναφέροντας υποχρεωτικά στην αίτησή του τα προς συζήτηση θέματα. Το Εποπτικό Συμβούλιο του ΑΣ μπορεί να ζητήσει από το Διοικητικό Συμβούλιο τη σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης όταν προκύπτει ανάγκη μετά από έλεγχο που έχει ασκήσει. Αν το Διοικητικό Συμβούλιο δεν συγκαλέσει τη Γενική Συνέλευση μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την υποβολή της αίτησης, τα παραπάνω μέλη ή το Εποπτικό Συμβούλιο έχουν το δικαίωμα σύγκλησής της.
7. Σε ΑΣ με περισσότερα από 300 μέλη, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει την εκλογή αντιπροσωπευτικής Γενικής Συνέλευσης που εκλέγεται από το σύνολο των μελών του ΑΣ. Ο αριθμός των μελών της αντιπροσωπευτικής συνέλευσης, η διάρκεια της θητείας της, ο τρόπος άσκησης των αντιπροσωπευτικών τους καθηκόντων και ο τρόπος ανάκλησής τους καθορίζονται από το καταστατικό. Σε καμία περίπτωση η αντιπροσωπευτική Γενική Συνέλευση δεν μπορεί να έχει λιγότερα μέλη από το ένα πέμπτο (1/5) του συνόλου των μελών του ΑΣ. Κατά τη διάρκεια της θητείας της αντιπροσωπευτικής Γενικής Συνέλευσης, μπορεί να συγκληθεί άπαξ έκτακτη Γενική Συνέλευση του συνόλου των μελών του ΑΣ μετά από αίτημα του 1/20 τουλάχιστον των μελών της προς το Διοικητικό Συμβούλιο, για σπουδαίους λόγους που αφορούν την οικονομική κατάσταση ή/ και τη σημαντική μείωση των δραστηριοτήτων του ΑΣ. Αν το Διοικητικό Συμβούλιο δεν συγκαλέσει τη Γενική Συνέλευση μέσα σε είκοσι (20) ημέρες από την υποβολή της αίτησης, τα παραπάνω μέλη ή το Εποπτικό Συμβούλιο έχουν το δικαίωμα σύγκλησής της.

Άρθρο 12
Απαρτία Γενικής Συνέλευσης
1. Η Γενική Συνέλευση συνεδριάζει νόμιμα, εφόσον κατά την έναρξη της συνεδρίασης είναι παρόντα μέλη του ΑΣ με δικαίωνα ψήφου τα οποία εκπροσωπούν πλέον του μισού (1/2) του όλου αριθμού των ψήφων. Στην έναρξη της συνεδρίασης η Συνέλευση εκλέγει από τα μέλη της Πρόεδρο και Γραμματέα, ως και Εφορευτική Επιτροπή που αποτελείται από τρία (3) μέλη. Δεν εκλέγεται Πρόεδρος της Γενικής Συνέλευσης μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου του ΑΣ.
2. Αν διαπιστωθεί έλλειψη απαρτίας κατά την έναρξη της συνεδρίασης, η Γενική Συνέλευση συνέρχεται, χωρίς νέα πρόσκληση, στον ίδιο τόπο, την ίδια ημέρα και ώρα της επόμενης εβδομάδας και με τα ίδια θέματα της αρχικής ημερήσιας διάταξης. Στην επαναληπτική αυτή συνεδρίαση, απαρτία υπάρχει, οποιοσδήποτε και αν είναι ο αριθμός των εκπροσωπούμενων σε αυτήν ψήφων.
3. Κατ’ εξαίρεση, αν πρόκειται για αποφάσεις που αφορούν στην:
α) μεταβολή του σκοπού του ΑΣ ,
β) συγχώνευση με άλλο ΑΣ,
γ) μετατροπή του ΑΣ,
δ) διάλυση του ΑΣ και
ε) τροποποίηση του καταστατικού του ΑΣ, η Γενική Συνέλευση βρίσκεται σε απαρτία και συνεδριάζει νόμιμα, εφόσον στην έναρξη της συνεδρίασης είναι παρόντα ή αντιπροσωπεύονται μέλη του ΑΣ που εκπροσωπούν τουλάχιστον τα δύο τρίτα (2/3) του όλου αριθμού των μελών που έχουν δικαίωμα ψήφου. Αν δεν συντελεστεί η απαρτία αυτή, η Γενική Συνέλευση συνέρχεται σε επαναληπτική συνεδρίαση, σύμφωνα με τη διαδικασία που ορίζεται στην παράγραφο 2 και βρίσκεται σε απαρτία, εφόσον στην έναρξη της συνεδρίασης είναι παρόν τουλάχιστον το μισό (1/2) του όλου αριθμού των μελών που έχουν δικαίωμα ψήφου.
4. Το καταστατικό μπορεί να ορίζει και άλλα συγκεκριμένα θέματα, στα οποία για τη λήψη των αποφάσεων απαιτείται η απαρτία που προβλέπεται στην παράγραφο 3.

Άρθρο 13
Αποφάσεις Γενικής Συνέλευσης

1. Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει για τα θέματα της ημερήσιας διάταξης με απόλυτη πλειοψηφία των ψήφων που εκπροσωπούνται σε αυτήν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο αυτόν ή το καταστατικό. Οι αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης είναι υποχρεωτικές για όλα τα μέλη του ΑΣ, έστω και αν διαφωνούν ή είναι απόντα.
2. Κατ’ εξαίρεση, η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με αυξημένη πλειοψηφία των δύο τρίτων (2/3) των παρόντων μελών που έχουν δικαίωμα ψήφου για:
α) τη μεταβολή του σκοπού του ΑΣ,
β) τη συγχώνευση με άλλο ΑΣ,
γ) τη μετατροπή του ΑΣ,
δ) τη διάλυση του ΑΣ και
ε) την τροποποίηση του καταστατικού του ΑΣ.
Το καταστατικό μπορεί να ορίζει και άλλα θέματα στα οποία, για τη λήψη αποφάσεων, απαιτείται η αυξημένη απαρτία της παραγράφου 3 του άρθρου 12 και η πλειοψηφία που προβλέπεται στην παρούσα παράγραφο.
3. Η Γενική Συνέλευση αποφασίζει με μυστική ψηφοφορία για τα θέματα που αφορούν:
α) αρχαιρεσίες,
β) απαλλαγή από την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου,
γ) έγκριση του ισολογισμού, του απολογισμού και του πίνακα αποτελεσμάτων χρήσης,
δ) προσωπικά θέματα.
4. Αν τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν απαλλαγούν από την ευθύνη ή δεν εγκριθεί ο ισολογισμός, ο απολογισμός και ο πίνακας αποτελεσμάτων χρήσης, η Γενική Συνέλευση, στην ίδια συνεδρίαση, μετά την ανάγνωση της έκθεσης των ελεγκτών, αποφασίζει για την ανάκληση ή μη των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και για την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου.
5. Αν τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου ανακληθούν, η Γενική Συνέλευση, στην ίδια συνεδρίαση, εκλέγει προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο υποχρεούται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών να συγκαλέσει γενική συνέλευση των μελών του ΑΣ, με θέμα την εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου.
6. Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου δικαιούνται να μετάσχουν στην ψηφοφορία για τα θέματα της απαλλαγής από την ευθύνη τους, μόνο με τις ψήφους που διαθέτουν τα ίδια.

Άρθρο 14
Προσβολή αποφάσεων Γενικής Συνέλευσης

1. Απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, η οποία αντιβαίνει στο νόμο ή στο καταστατικό, είναι άκυρη.
2. Η ακυρότητα αποφάσεων κηρύσσεται από το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του ΑΣ, μετά από αίτηση κάθε μέλους ή τρίτου που έχει έννομο συμφέρον, η οποία εκδικάζεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας. Η αίτηση ασκείται μέσα σε προθεσμία είκοσι (20) ημερών από τη λήψη της απόφασης από τη Γενική Συνέλευση και κοινοποιείται στον ΑΣ.
3. Η απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου υπόκειται σε έφεση. Δικαίωμα άσκησης έφεσης έχει το Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης και Ενέργειας. Η έφεση ασκείται εντός προθεσμίας δεκαπέντε (15) ημερών από την κοινοποίηση της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου.

Άρθρο 15
Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο

1. Το Διοικητικό και το Εποπτικό Συμβούλιο εκλέγονται από τη Γενική Συνέλευση με άμεση, καθολική και μυστική ψηφοφορία από τα φυσικά πρόσωπα που είναι μέλη του ΑΣ. Ο αριθμός των μελών τους ορίζονται από το καταστατικό και είναι πάντοτε περιττός. Τα μέλη δεν μπορεί να είναι λιγότερα από τρία (3). Η διάρκεια της θητείας των μελών του διοικητικού και εποπτικού συμβουλίου ορίζεται από το καταστατικό και δεν μπορεί να είναι μικρότερη των τριών (3) ετών ούτε μεγαλύτερη των πέντε (5) ετών. Τα μέλη είναι επανεκλέξιμα και ανακαλούνται ελεύθερα από τη Γενική Συνέλευση. Τα μέλη του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου δεν επιτρέπεται να έχουν συγγενική σχέση πρώτου βαθμού.
2.Αν τρεις (3) μήνες πριν από την εκλογή των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, ο αριθμός του τακτικού προσωπικού του ΑΣ είναι μεγαλύτερος από είκοσι (20) άτομα, στο Διοικητικό Συμβούλιο μετέχει εκπρόσωπος του παραπάνω προσωπικού, ως επιπλέον μέλος του. Ο εκπρόσωπος αυτός συμμετέχει με δικαίωμα ψήφου μόνο σε θέματα προσωπικού.
3.Το Διοικητικό Συμβούλιο εκπροσωπεί τον ΑΣ δικαστικώς και εξωδίκως. Την εκπροσώπησή του αυτή μπορεί να την αναθέτει στον Πρόεδρο ή σε άλλο μέλος του ή στον κατά την παράγραφο 11 Γενικό Διευθυντή Το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί επίσης να αναθέτει την άσκηση αρμοδιοτήτων του σε μέλος αυτού ή σε στέλεχος ή υπάλληλο του ΑΣ.
4.Το Διοικητικό Συμβούλιο είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε θέμα που αφορά τη διοίκηση του ΑΣ, τη διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεών του και την επιδίωξη του σκοπού του. Οι αρμοδιότητες του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζονται στο καταστατικό.
5.Το Εποπτικό Συμβούλιο ελέγχει τις πράξεις του Διοικητικού Συμβουλίου και την τήρηση των διατάξεων του νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης. Το Εποπτικό Συμβούλιο έχει δικαίωμα και υποχρέωση να λαμβάνει γνώση οποιουδήποτε βιβλίου, εγγράφου ή στοιχείων του ΑΣ, να διενεργεί λογιστικό και διαχειριστικό έλεγχο και να παρακολουθεί την πορεία των υποθέσεων του ΑΣ. Για τη διενέργεια λογιστικού και διαχειριστικού ελέγχου μπορεί να διορίσει έως τρεις ειδικούς συμβούλους ή εμπειρογνώμονες. Το Εποπτικό Συμβούλιο αν διαπιστώσει παραβάσεις του νόμου, του καταστατικού και των αποφάσεων της Γενικής Συνέλευσης ή παρατυπίες ως προς τη διαχείριση υποδεικνύει στο Διοικητικό Συμβούλιο την επανόρθωσή τους και συγκαλεί τη Γενική Συνέλευση, όταν θεωρεί ότι πρόκειται για σοβαρές παραβάσεις ή παρατυπίες που μπορεί να βλάψουν τα συμφέροντα του ΑΣ. Τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου ευθύνονται για κάθε πταίσμα.
6.Το Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο βρίσκεται σε απαρτία όταν το παρόντα μέλη είναι περισσότερα από τα απόντα, σε καμιά όμως περίπτωση δεν μπορεί τα παρόντα μέλη να είναι λιγότερα από τρία. Το Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο αποφασίζει με απόλυτη πλειοψηφία των παρόντων μελών.
7.Τα μέλη του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου ευθύνονται εις ολόκληρο, για κάθε ζημία που προκάλεσαν, με υπαιτιότητά τους, στον ΑΣ κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, σύμφωνα με τις διατάξεις του ΑΚ. Οι αξιώσεις του ΑΣ παραγράφονται τρία (3) έτη μετά από την τέλεση της πράξης, εκτός αν πρόκειται για ζημία από δόλο, οπότε παραγράφονται μετά από δέκα (10) έτη.
8.Μέλος του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου δεν μπορεί να ψηφίζει στις συνεδριάσεις του για θέματα που αφορούν στον ίδιο, στη σύζυγο ή σε συγγενείς του εξ αίματος ή εξ αγχιστείας μέχρι και του δεύτερου βαθμού.
9. Αν ο πρόεδρος ή μέλος του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου είναι αντίδικοι του ΑΣ, αυτός εκπροσωπείται από μέλος του, ειδικώς εξουσιοδοτημένο από τον ΑΣ για το σκοπό αυτό, εκτός αν η Γενική Συνέλευση διορίσει ειδικούς εκπροσώπους.
10.Το καταστατικό του ΑΣ μπορεί να προβλέπει την παροχή στα μέλη του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου:
α)Εξόδων κίνησης και
β)Εξόδων παράστασης για τη συμμετοχή τους στις συνεδριάσεις των συμβουλίων αυτών.
Το ύψος των εξόδων κίνησης και παράστασης καθορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, ύστερα από εισήγηση του Διοικητικού Συμβουλίου.
11. Αν ο κύκλος εργασιών του ΑΣ είναι πάνω από ένα εκατομμύριο (1.000.000) ευρώ, το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα διορισμού από το Διοικητικό Συμβούλιο Γενικού Διευθυντή στον οποίο να ανατίθεται με σύμβαση η μερική ή ολική άσκηση των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του Διοικητικού Συμβουλίου, εκτός από εκείνες που, κατά το νόμο ή το καταστατικό, απαιτούν συλλογική ενέργεια, καθώς και η γενική διεύθυνση και διαχείριση των υποθέσεων του ΑΣ. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου καθορίζονται τα δικαιώματα, οι υποχρεώσεις και οι αρμοδιότητες του Γενικού Διευθυντή. Ο Γενικός Διευθυντής επιλέγεται από το Διοικητικό Συμβούλιο μετά από προκήρυξη που δημοσιεύεται στον ημερήσιο τύπο, μία της έδρας του ΑΣ και μίας πανελλήνιας κυκλοφορίας.
12. Οι διατάξεις του ν. 3213/2003 (Α΄ 309), όπως ισχύει, έχουν εφαρμογή, για τους Προέδρους και τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου και του Εποπτικού Συμβουλίου, τους Γενικούς Διευθυντές και όπου αυτοί δεν υπάρχουν, έχουν εφαρμογή για τους Διευθυντές των ΑΣ που έχουν ετήσιο κύκλο εργασιών άνω των δύο εκατομμυρίων (2.000.000) ευρώ. Η διάταξη αυτή έχει ισχύει σε όλα τα νομικά πρόσωπα όπου συμμετέχουν ΑΣ.

Άρθρο 16
Αρχαιρεσίες

1. Οι εκλογές για την ανάδειξη των μελών του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου του ΑΣ καθώς και των αντιπροσώπων σε άλλα νομικά πρόσωπα που συμμετέχει ο ΑΣ διενεργούνται από εφορευτική επιτροπή της οποίας προεδρεύει δικαστικός λειτουργός που διορίζεται από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών της έδρας του ΑΣ. Αν με έγγραφο του οικείου Προέδρου Πρωτοδικών βεβαιώνεται η αδυναμία διορισμού δικαστικού λειτουργού, μπορεί να διορίζεται δικηγόρος ύστερα από πρόταση του οικείου Δικηγορικού Συλλόγου. Η διαδικασία εκλογής καθορίζεται από το καταστατικό.
2.Η εκλογή διενεργείται με μυστική ψηφοφορία και με ενιαίο ψηφοδέλτιο. Στο ψηφοδέλτιο αναγράφονται με αλφαβητική σειρά τα ονοματεπώνυμα των υποψηφίων.
3.Ο αριθμός των σταυρών προτίμησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τα 2/5 ή 2/6 του όλου αριθμού των μελών του Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου. Αν προκύπτει κλάσμα ισχύει ο αμέσως επόμενος ακέραιος αριθμός.
Ψηφοδέλτια που περιέχουν αριθμό σταυρών μεγαλύτερο από αυτόν που ορίζεται από το καταστατικό ή χωρίς σταυρό είναι άκυρα.
4.Εκλεγέντες είναι αυτοί που συγκέντρωσαν τις περισσότερες ψήφους. Αν υπάρχει ισοψηφία γίνεται κλήρωση. Όσοι δεν εκλεγούν είναι επιλαχόντες κατά τη σειρά του αριθμού των ψήφων που έλαβαν.
5. Οι επιλαχόντες καταλαμβάνουν θέσεις τακτικών μελών που κενώνονται μέχρι τη λήξη της θητείας τους.
6. Το Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο στην πρώτη, μετά την εκλογή του, συνεδρίαση συγκροτείται σε σώμα, σύμφωνα με το καταστατικό.
Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει τη δυνατότητα και τις προϋποθέσεις ανακατανομής των αξιωμάτων στο Διοικητικό Συμβούλιο. Αν στο καταστατικό δεν υπάρχει σχετική πρόβλεψη, η ανακατανομή των αξιωμάτων μπορεί να γίνει εφόσον αποφασισθεί από τα δύο τρίτα (2/3) του συνόλου των μελών του. Όταν προκύπτει κλάσμα ισχύει ο αμέσως επόμενος ακέραιος αριθμός.
7. Αν κενωθεί η θέση μέλους του Διοικητικού ή Εποπτικού Συμβουλίου, και δεν υπάρχουν επιλαχόντα μέλη, το Διοικητικό Συμβούλιο, με απόφαση των λοιπών μελών του, συμπληρώνει την κενή θέση εκλέγοντας σε αυτήν μέλος του ΑΣ. Τα ως άνω οριζόμενα μέλη διατηρούν την ιδιότητά τους αυτή μέχρι τη σύγκληση της πρώτης τακτικής ή έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, η οποία επικυρώνει την εκλογή τους ή, σε αντίθετη περίπτωση, εκλέγει νέα μέλη. Αν παραιτηθεί η πλειοψηφία ή το σύνολο των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, διενεργούνται αρχαιρεσίες.
8. Δεν μπορεί να εκλεγεί μέλος στo Διοικητικό και Εποπτικό Συμβούλιο του ΑΣ φυσικό πρόσωπο το οποίο καταδικάσθηκε με τελεσίδικη απόφαση σε οποιαδήποτε ποινή για: κλοπή, απάτη, υπεξαίρεση (κοινή ή στην υπηρεσία), εκβίαση, πλαστογραφία, ψευδορκία, απιστία, δωροδοκία, παράβαση καθήκοντος, υφαρπαγή ψευδούς βεβαίωσης, υπεξαγωγή εγγράφου, λαθρεμπορία και εμπορία ναρκωτικών. Αν κατά τη διάρκεια της θητείας του οργάνου διαπιστωθεί για μέλος του η ύπαρξη οποιουδήποτε από τα κωλύματα του πρώτου εδαφίου, το μέλος αυτό εκπίπτει αυτοδικαίως από μέλος του οργάνου και εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγράφων 5 και 7.
ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ΄
ΕΠΟΠΤΕΙΑ – ΕΛΕΓΧΟΣ

Άρθρο 17
Κρατική εποπτεία
1. Η εποπτεία επί των ΑΣ ασκείται από το Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας δια της Διεύθυνσης Οικονομικών Ελέγχων και Επιθεώρησης – Τμήμα Αγροτικών Συνεταιρισμών, Ομαδικών Δραστηριοτήτων και Παρακολούθησης Εφαρμογής Εθνικής και Ενωσιακής Νομοθεσίας (στο εξής αρμόδια αρχή). Η εποπτεία αφορά στη σύννομη λειτουργία και στην υποβοήθηση του έργου τους και περιλαμβάνει ιδίως την εξακρίβωση της καταβολής της αξίας των συνεταιρικών μερίδων ή άλλων ληξιπρόθεσμων οικονομικών υποχρεώσεων των μελών τους, της διάθεσης της παραγωγής των μελών στον ΑΣ, σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 5, την τήρηση των διατάξεων των νόμων, του καταστατικού και των αποφάσεων των Γενικών Συνελεύσεων, καθώς και την εξακρίβωση της αλήθειας του ισολογισμού, των λοιπών ετήσιων οικονομικών καταστάσεων και γενικά των βιβλίων και στοιχείων που τηρούνται από τις ΑΣ.
2. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας εντός ενός (1) έτους από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, καθορίζονται το περιεχόμενο και ο τρόπος άσκησης της εποπτείας, τα καθήκοντα των οργάνων άσκησης αυτής, οι υποχρεώσεις των εποπτευομένων προς την αρμόδια αρχή, ιδίως για την παροχή εγγράφων ή άλλων αναγκαίων για την άσκηση της εποπτείας στοιχείων και πληροφοριών, καθώς και οι επιβαλλόμενες διοικητικές κυρώσεις από την αρμόδια αρχή, στην περίπτωση μη σύννομης λειτουργίας των ΑΣ και κάθε σχετικό θέμα για την άσκηση της κρατικής εποπτείας.
3. Με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, συγκεκριμένες αρμοδιότητες εποπτείας-ελέγχου μπορεί να ανατίθενται σε υπαλλήλους του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας ή σε ορκωτούς ελεγκτές ή σε ελεγκτές πτυχιούχους ανωτάτων σχολών που έχουν άδεια άσκησης οικονομολογικού επαγγέλματος από το Οικονομικό Επιμελητήριο Ελλάδος, σύμφωνα με το π.δ. 475/1991 (Α΄ 176), όπως κάθε φορά ισχύει, καθώς και σε άλλους ειδικούς επιστήμονες ή εμπειρογνώμονες.

Άρθρο 18
Εθνικό Μητρώο Α.Σ ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ ΣΥΛΛΟΓΙΚΩΝ ΦΟΡΕΩΝ

1. Στα πλαίσια άσκησης της κρατικής εποπτείας επί των ΑΣ, συνιστάται στο Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας «Εθνικό Μητρώο ΑΣ» (στο εξής Μητρώο), το οποίο αποτελεί συμβατική ή ηλεκτρονική βάση δεδομένων. Στο Μητρώο αυτό καταχωρίζονται οι Α.Σ. Στο Μητρώο εγγράφονται και οι αναγκαστικοί συνεταιρισμοί πλην των δασικών, οι Ομάδες Παραγωγών, οι Οργανώσεις Παραγωγών, οι Ενώσεις Οργανώσεων Παραγωγών και οι Διεπαγγελματικές Οργανώσεις.
2.Με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται η μορφή, το περιεχόμενο, η διαδικασία καταγραφής σε αυτό, η τήρηση του Μητρώου, καθώς και κάθε άλλο σχετικό θέμα.
3.Το Μητρώο τηρείται από την αρμόδια αρχή.
4.Για τις ανάγκες τήρησης του Μητρώου και εφαρμογής των διατάξεων περί εποπτείας, ελέγχου και εφαρμογής μέτρων εξυγίανσης των ΑΣ ιδρύεται πενταμελές Γνωμοδοτικό Επιστημονικό Συμβούλιο Εποπτείας ΑΣ (στο εξής Συμβούλιο), το οποίο εισηγείται προς τον Υπουργό Αγροτικής Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, σχετικά με τα παραπάνω θέματα. Ο Πρόεδρος και τα μέλη του Συμβουλίου ορίζονται με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και είναι άμισθα. Χρέη γραμματέα ασκεί υπάλληλος της αρμόδιας αρχής.
5.Οι ΑΣ απαλλάσσονται από την υποχρέωση εγγραφής τους στα Εμπορικά Επιμελητήρια της περιφέρειάς τους και στο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων, Εφοδίων και Εισροών.
6.Οι ΑΣ καταχωρίζονται στο Μητρώο μετά από τη διαπίστωση της πληρότητας του φακέλου τους, σύμφωνα με το άρθρο 19. Για την καταγραφή στο Μητρώο αξιοποιούνται τα βιβλία που τηρούνται στα κατά τόπους Ειρηνοδικεία, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 3.



Άρθρο 19
Καταχώριση στο Μητρώο - Προϋποθέσεις

1. Οι ΑΣ καταχωρίζονται στο Μητρώο κατόπιν αίτησής τους που υποβάλλεται εντός δύο μηνών από την ημερομηνία καταχώρισης στο βιβλίο μητρώου που τηρείται στο Ειρηνοδικείο σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 3. Στους ΑΣ παρέχεται Αριθμός Μητρώου ο οποίος υποχρεωτικά αναγράφεται στα επίσημα έγγραφα που εκδίδουν.
2. Με την αίτηση της εγγραφής τους στο Μητρώο οι ΑΣ υποχρεούνται να υποβάλλουν ηλεκτρονικά ή συμβατικά στην αρμόδια αρχή:
α) αντίγραφο του καταστατικού τους και βεβαίωση εγγραφής τους στα οικεία βιβλία του αρμόδιου Δικαστηρίου,
β) τα μέλη του ΑΣ με το ονοματεπώνυμο και το ΑΦΜ τους, σύμφωνα με το βιβλίο μητρώου μελών, και βεβαίωση ότι έχουν καταβάλει το ποσό της αξίας της συνεταιρικής τους μερίδας, σύμφωνα με το άρθρο 8.
γ) πρακτικό των αρχαιρεσιών για την ανάδειξη του Διοικητικού ή/και του Εποπτικού Συμβουλίου της ΑΣ υπογεγραμμένο από δικαστικό λειτουργό ή δικηγόρο, σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 16.
δ) Συνοπτικό επιχειρησιακό πλάνο διάρκειας τριών (3) ετών για την λειτουργία του νέου ΑΣ, που περιγράφει τις δραστηριότητες του σε συγκεκριμένους τομείς παραγωγής, τις ποσότητες που θα διαχειριστεί, τις προγραμματισμένες δράσεις που θα αναλάβει για την υλοποίησή του και τυχόν επενδυτικά σχέδια που προτίθεται να υλοποιήσει.
Η ακρίβεια των παραπάνω στοιχείων, που υποβάλλονται από κάθε ΑΣ, επαληθεύεται από την αρμόδια αρχή και με βάση την πληρότητα των στοιχείων ο ΑΣ εγγράφεται ή όχι στο Μητρώο.
3. Ως τις 30 Ιουνίου εκάστου έτους οι ΑΣ υποχρεούνται να υποβάλουν στο Μητρώο τακτικές δηλώσεις, με τις οποίες δηλώνουν τυχόν μεταβολές των στοιχείων της παραγράφου 2 καθώς και
α) Τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις (ισολογισμός, αποτελέσματα χρήσης, πίνακας διάθεσης αποτελεσμάτων και προσάρτημα ισολογισμού).
β) Την έκθεση ελέγχου των ελεγκτών του άρθρου 20.
γ) Το αποδεικτικό της αποστολής του καταλόγου υπόχρεων προσώπων προς τα αρμόδια όργανα ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, σύμφωνα με την παράγραφο 12 του άρθρου 15.
δ) Υπεύθυνη δήλωση του Προέδρου του ΔΣ ότι τα μέλη το ΔΣ παραδίδουν την παραγωγή τους και συνεργάζονται με τον ΑΣ.
4. Με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, που εκδίδεται ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου, καθορίζονται με κάθε λεπτομέρεια τα ειδικότερα κριτήρια που προβλέπονται στις παραγράφους 2 και 3, επιπλέον απαιτούμενα έγγραφα και δικαιολογητικά που επισυνάπτονται στο Μητρώο καθώς και η διαδικασία συμβατικής ή ηλεκτρονικής υποβολής τους, η διαδικασία διαγραφής των ΑΣ από το Μητρώο και κάθε άλλο σχετικό θέμα.

Άρθρο 20
Έλεγχος

1. Ο διαχειριστικός, λογιστικός και οικονομικός έλεγχος των ετησίων χρηματοοικονομικών καταστάσεων των ΑΣ και, αν συντρέχει περίπτωση, των ενοποιημένων ετησίων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, καθορίζεται από τις διατάξεις του ν. 4308/2014 και διενεργείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα στα οποία έχει χορηγηθεί νόμιμη άδεια, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία.
2. Δεν μπορούν να ορισθούν ελεγκτές μέλη και υπάλληλοι του ελεγχόμενου ΑΣ ή συνδεδεμένου με αυτόν νομικού προσώπου οιασδήποτε μορφής.
3. Οι ελεγκτές και ισάριθμοι αναπληρωτές τους ορίζονται από την προηγούμενη τακτική Γενική Συνέλευση των ΑΣ, πλην των ελεγκτών της πρώτης εταιρικής χρήσης, οι οποίοι ορίζονται από το καταστατικό. Η αμοιβή των ελεγκτών ορίζεται με την απόφαση ορισμού τους ή από το καταστατικό. Οι ελεγκτές μπορούν να επαναδιορίζονται ξανά σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και υποχρεούνται να υποβάλλουν το πόρισμα του ελέγχου συνοδευόμενο από τις απαραίτητες πληροφορίες στο Διοικητικό Συμβούλιο του ελεγχόμενου ΑΣ, το αργότερο τριάντα (30) ημέρες πριν από τη Γενική Συνέλευση.
4. Οι ελεγκτές υποβάλλουν το πόρισμα του ελέγχου στο Διοικητικό Συμβούλιο του ΑΣ, το οποίο υποχρεούται να το ανακοινώσει στη πρώτη μετά τον έλεγχο Γενική Συνέλευση των μελών του. Αντίγραφο του πορίσματος υποβάλλουν οι ελεγκτές και στην αρμόδια αρχή. Το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να καλεί εγγράφως τον ελεγκτή πέντε (5) τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης, για να παρίσταται σε αυτήν. Ο ελεγκτής υποχρεούται να παρίσταται στη Γενική Συνέλευση και να παρέχει οποιαδήποτε πληροφορία ή διευκρίνιση του ζητηθεί. Αν από το πόρισμα του ελέγχου υπάρχουν ενδείξεις ότι έχουν τελεστεί πράξεις, που τιμωρούνται από τις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα ή των άλλων ειδικών ποινικών νόμων, οι ελεγκτές υποχρεούνται εντός δέκα (10) ημερών να υποβάλλουν το πόρισμά τους ή τη σχετική έκθεσή τους στην αρμόδια Εισαγγελική Αρχή και να αναφέρουν στον Υπουργό Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας τις παραβάσεις του νόμου ή του καταστατικού.
5. Οι ελεγχόμενοι ΑΣ έχουν υποχρέωση να θέτουν στη διάθεση των ελεγκτών κατάλληλο χώρο, όλα τα λογιστικά αρχεία (βιβλία) και τα στοιχεία (παραστατικά) και να παρέχουν κάθε πληροφορία που χρειάζεται ο ελεγκτής για την εκτέλεση του έργου του.
Οι ελεγκτές ελέγχουν ιδίως:
α) Τη νομιμότητα των αποφάσεων και των πράξεων των θεσμικών οργάνων των ΑΣ.
β) Τη λογιστική τάξη και ιδίως αν τηρήθηκαν οι αρχές και κανόνες της λογιστικής επιστήμης.
γ) Την οικονομική κατάσταση των ΑΣ, που προκύπτει από τον έλεγχο των ετησίων χρηματοοικονομικών καταστάσεων, την έκθεση πεπραγμένων διαχείρισης του ΔΣ και την έκθεση των νόμιμων ελεγκτών. Στο πόρισμα πρέπει να προσδιορίζεται η πορεία της οικονομικής κατάστασης του ΑΣ στο πλαίσιο των καταστατικών τους σκοπών και των ετήσιων προγραμμάτων δράσης τους.
δ) Τη διαχειριστική τάξη, όσον αφορά τη νομιμότητα μόνο της πραγματοποίησης των δαπανών και αποσκοπεί κυρίως στη διαπίστωση τυχόν ατασθαλιών, καταχρήσεων ή άλλων παραβάσεων που έχουν διαπραχθεί και τον εντοπισμό των υπευθύνων.
6. α) Ο Υπουργός Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να ζητήσει από τους ελεγκτές έκτακτο έλεγχο των ΑΣ.
β) Οι ελεγκτές, με αίτησή τους προς το Διοικητικό Συμβούλιο, μπορεί να ζητήσουν τη σύγκληση έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, αναφέροντας σε αυτήν τα προς συζήτηση θέματα. Το Διοικητικό Συμβούλιο συγκαλεί υποχρεωτικά τη γενική συνέλευση μέσα σε ένα (1) μήνα, από την υποβολή της αίτησης, με θέματα ημερήσιας διάταξης, τα αναφερόμενα στην αίτηση.
7. Με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας ρυθµίζονται ειδικά θέµατα, τεχνικές λεπτοµέρειες και διαδικαστικά θέµατα για την εφαρµογή του παρόντος άρθρου.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ΄
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ

Άρθρο 21
Διαχειριστική χρήση

1. Η διαχειριστική χρήση δεν μπορεί να περιλαμβάνει περισσότερους από δώδεκα (12) μήνες. Σε εξαιρετικές περιπτώσεις, η πρώτη διαχειριστική χρήση μπορεί να ορίζεται για χρονικό διάστημα μέχρι είκοσι τέσσερις (24) μήνες.
2.Εντός των νόμιμων προθεσμιών κλείνονται τα λογιστικά αρχεία (βιβλία) του ΑΣ, ενεργείται η απογραφή της περιουσίας του, καταρτίζονται οι ετήσιες χρηματοοικονομικές καταστάσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4308/2014 και υποβάλλονται από το Διοικητικό Συμβούλιο στην τακτική Γενική Συνέλευση μαζί με τη έκθεση διαχείρισης πεπραγμένων του ΔΣ για το έτος που έληξε.
3. Το Διοικητικό Συμβούλιο συντάσσει πρόγραμμα δράσης και ανάπτυξης του ΑΣ για την επόμενη χρήση, το οποίο συνοδεύεται από προϋπολογισμό εσόδων - εξόδων και το υποβάλλει για έγκριση στη Γενική Συνέλευση.
4.Οι ΑΣ έχουν υποχρέωση να δημοσιεύουν κατ’ έτος τις χρηματοοικονομικές καταστάσεις, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία και του κανόνες περί δημοσιότητας όπως κάθε φορά ισχύουν, καθώς και στην ιστοσελίδα του ΑΣ εφόσον διαθέτει.

Άρθρο 22
Διαχειριστικό υπόλοιπο – Πλεονάσματα – Κέρδη - Τηρούμενα βιβλία

1. Αν από τα ακαθάριστα έσοδα του ΑΣ αφαιρεθούν οι κάθε είδους δαπάνες, οι ζημίες, οι αποσβέσεις και οι τόκοι των υποχρεωτικών και των προαιρετικών μερίδων, το υπόλοιπο που απομένει αποτελεί το διαχειριστικό υπόλοιπο της χρήσης. Το διαχειριστικό υπόλοιπο περιλαμβάνει πλεονάσματα και κέρδη. Τα πλεονάσματα προέρχονται από τις συναλλαγές του ΑΣ με τα μέλη του σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 5. Το πέραν του πλεονάσματος υπόλοιπο λογίζεται ότι προέρχεται από τις συναλλαγές με τρίτους και αποτελεί κέρδος.
2. Αν το καταστατικό προβλέπει συμμετοχή των προαιρετικών μερίδων στα πλεονάσματα ή στα κέρδη ή και στα δύο, τα ποσά που αναλογούν αφαιρούνται πριν από οποιαδήποτε άλλη χρησιμοποίηση των πλεονασμάτων και των κερδών.
3. Από τα πλεονάσματα, πριν από την αφαίρεση για τις προαιρετικές μερίδες, κρατείται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) για το σχηματισμό τακτικού αποθεματικού. Η κράτηση αυτή παύει να είναι υποχρεωτική όταν το τακτικό αποθεματικό φθάσει στο ύψος του συνολικού ποσού των υποχρεωτικών μερίδων των μελών του ΑΣ και επαναφέρεται αν το τακτικό αποθεματικό υστερήσει έναντι του συνολικού ποσού των μερίδων των μελών. Το καταστατικό μπορεί να προβλέπει μεγαλύτερο ποσοστό κράτησης. Το μέρος των πλεονασμάτων που μεταφέρεται στο τακτικό αποθεματικό λογίζεται ως ισόποση εισφορά των μελών.
4.Το υπόλοιπο των πλεονασμάτων, που απομένει μετά την κράτηση της παραγράφου 3, διατίθεται για την:
α) απόδοση στα μέλη, ανάλογα με τις συναλλαγές τους με τον ΑΣ,
β) ανάπτυξη του ΑΣ,
γ) εκπαίδευση των μελών του ΑΣ,
δ) υποστήριξη δραστηριοτήτων κοινωνικού σκοπού.
5. Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, τα ποσά της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 4 μπορεί να παραμείνουν στον ΑΣ ως εξατομικευμένες έντοκες καταθέσεις προθεσμίας των μελών. Το επιτόκιο που καταβάλλεται στην περίπτωση αυτή καθορίζεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και δεν μπορεί να υπερβαίνει το επιτόκιο δανεισμού του ΑΣ από τις τράπεζες.
6. Στο τακτικό αποθεματικό περιέρχονται:
α) Τα κέρδη, όπως ορίζονται στην παράγραφο 1, μετά τη φορολόγησή τους.
β) Η κράτηση της παραγράφου 3.
γ) Τα έσοδα που περιέρχονται στον ΑΣ από χαριστική αιτία.
δ) Κάθε άλλο έσοδο, για το οποίο δεν ορίζεται διαφορετικά από το καταστατικό.
7. Οι ΑΣ τηρούν τα λογιστικά αρχεία (βιβλία) και τα λογιστικά στοιχεία (παραστατικά) που προβλέπονται από τον ν. 4308/2014, όπως ισχύει, καθώς και τα παρακάτω βιβλία θεωρημένα από το Ειρηνοδικείο της έδρας τους:
α) Βιβλίο μητρώου μελών.
β) Βιβλίο πρακτικών των Γενικών Συνελεύσεων καθώς και του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου.
γ) Κάθε άλλο βιβλίο που προβλέπεται από το καταστατικό.
8. Οι ΑΣ με απόφαση των Γενικών τους Συνελεύσεων δύνανται να παρέχουν τις υπηρεσίες τους και σε μη μέλη του Συνεταιρισμού. Για φορολογικούς σκοπούς διανομής του πλεονάσματος και τήρησης των αποθεματικών, ο τρόπος λογιστικής καταχώρισης πρέπει να είναι διακριτός για τις συναλλαγές με μη μέλη.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η΄
ΣΥΓΧΩΝΕΥΣΗ – ΜΕΤΑΤΡΟΠΗ – ΠΤΩΧΕΥΣΗ
ΔΙΑΛΥΣΗ – ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΗ

Άρθρο 23
Συγχώνευση - Μετατροπή

1. Δύο ή περισσότεροι ΑΣ μπορεί να συγχωνευθούν είτε με τη σύσταση νέου ΑΣ, στον οποίο ενσωματώνονται οι συγχωνευόμενοι, είτε με την απορρόφηση ενός ή περισσότερων υφιστάμενων ΑΣ από άλλο, ο οποίος ήδη λειτουργεί.
2. Για τη συγχώνευση απαιτείται:
α) Απόφαση των Γενικών Συνελεύσεων καθεμίας από τους προς συγχώνευση ΑΣ, που λαμβάνεται με την εξαιρετική απαρτία και πλειοψηφία που ορίζεται στην παράγραφο 3 του άρθρου 12 και στην παράγραφο 2 του άρθρου 13. Η απόφαση αυτή αφορά την έγκριση του σχεδίου σύμβασης συγχώνευσης και τις, κατά περίπτωση, τροποποιήσεις του καταστατικού που απαιτούνται για την πραγματοποίηση της συγχώνευσης.
β) Δημοσίευση των αποφάσεων της περίπτωσης α΄, περιληπτικά, σε μία εφημερίδα των Περιφερειακών Ενοτήτων της έδρας των υπό συγχώνευση ΑΣ.
γ) Μεταφορά των στοιχείων ενεργητικού και παθητικού των συγχωνευόμενων ΑΣ στον νέο ΑΣ σύμφωνα με την τρέχουσα λογιστική τους αξία. Για τα ακίνητα ισχύουν κάθε φορά οι υπάρχουσες αντικειμενικές αξίες ή οι τιμές εκκίνησης, όπου δεν υφίσταται το αντικειμενικό σύστημα προσδιορισμού.
δ) Σύγκληση, μετά από πρόσκληση των Διοικητικών Συμβουλίων των υπό συγχώνευση ΑΣ, των μελών τους, σε κοινή Γενική Συνέλευση. Η Συνέλευση αυτή εκλέγει το προσωρινό Διοικητικό Συμβούλιο του νέου ΑΣ, που προκύπτει από τη συγχώνευση.
ε) Πράξη αποδοχής αίτησης καταχώρισης του καταστατικού σύμφωνα με το άρθρο 3.
στ) Καταχώριση στο βιβλίο μητρώου ΑΣ του εγκεκριμένου καταστατικού, με μνεία του αριθμού της εγκριτικής πράξης του δικαστηρίου, σύμφωνα με το άρθρο 3.
Από την ημερομηνία αυτή συντελείται η συγχώνευση και όλα τα περιουσιακά στοιχεία των συγχωνευομένων αποτελούν περιουσία του νέου ΑΣ. Ο Υποθηκοφύλακας μεταγράφει τα ακίνητα στο νέο ΑΣ που προέκυψε από τη συγχώνευση, σημειώνοντας σχετική πράξη στα βιβλία του ύστερα από αίτημα των αρμόδιων οργάνων της και την προσκόμιση όλων των απαιτούμενων από το Υποθηκοφυλακείο στοιχείων.
3. Μέσα σε προθεσμία δεκαπέντε (15) ημερών από την καταχώριση της πράξης αποδοχής της αίτησης καταχώρισης στο βιβλίο μητρώου, το προσωρινό διοικητικό συμβούλιο συγκαλεί εντός μηνός τα μέλη του νέου ΑΣ σε Γενική Συνέλευση για την εκλογή του Διοικητικού Συμβουλίου του.
4. Mέλη, που δεν επιθυμούν τη συγχώνευση, μπορούν να αποχωρήσουν σύμφωνα με τους όρους του καταστατικού. Η τυχόν υπεραξία που προκύπτει από την αποτίμηση των περιουσιακών στοιχείων, απαλλάσσεται από κάθε φόρο και τέλος, και εγγράφεται σε λογαριασμό του τακτικού αποθεματικού του νέου ΑΣ .
5. Η συγχώνευση συνεπάγεται, από την ημέρα που συντελείται, την καθολική διαδοχή του νέου ΑΣ σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των ΑΣ που συγχωνεύθηκαν. Ο νέος ΑΣ υποκαθίσταται αυτοδικαίως σε όλα γενικά τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του συγχωνευθέντος ΑΣ.
6. Τα μέλη των ΑΣ που συγχωνεύθηκαν είναι αυτοδικαίως μέλη του νέου ΑΣ με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που ορίζει το νέο καταστατικό.
7. Οι συνεταιρικές μερίδες των ΑΣ που συγχωνεύθηκαν αποτελούν κεφάλαιο του νέου ΑΣ. Αν οι συνεταιρικές αυτές μερίδες είναι άνισες, η κοινή Γενική Συνέλευση της παραγράφου 3, με απόφασή της, ορίζει τον τρόπο προσαρμογής των μερίδων που υπολείπονται του ύψους της συνεταιρικής μερίδας του νέου ή του απορροφούντος ΑΣ .
8. Η συγχώνευση των ΑΣ δεν επιφέρει διακοπή των δικών, στις οποίες είναι διάδικοι. Εκκρεμείς δίκες των ΑΣ που συγχωνεύθηκαν συνεχίζονται από το νέο ΑΣ .
9. Οι διατάξεις του κ.ν. 2190/1920 εφαρμόζονται συμπληρωματικά για θέματα που δεν ρυθμίζονται με το παρόν άρθρο. Οι διατάξεις των αναπτυξιακών νόμων που ρυθμίζουν θέματα του παρόντος άρθρου εφαρμόζονται αναλόγως.

Άρθρο 24
Πτώχευση

1. Ο ΑΣ κηρύσσεται σε κατάσταση πτώχευσης αν παύσει τις πληρωμές των χρεών του.
2. Η πτώχευση κηρύσσεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας του ΑΣ μετά από αίτηση:
α) Οποιουδήποτε πιστωτή, που έχει έννομο συμφέρον.
β) Του Διοικητικού Συμβουλίου του ΑΣ .
γ) Των εκκαθαριστών.
3. Ο υπό εκκαθάριση ΑΣ κηρύσσεται σε πτώχευση μόνον αν δεν έχει συντελεστεί η διανομή.
4. Αν υποβληθεί δήλωση παύσης πληρωμών ή αίτηση κήρυξης σε πτώχευση του ΑΣ από το Διοικητικό Συμβούλιο ή αν έχει κατατεθεί αίτηση για την κήρυξή του σε πτώχευση από οποιονδήποτε τρίτο, το Διοικητικό Συμβούλιο ή οι εκκαθαριστές συγκαλούν εντός δέκα (10) ημερών τη Γενική Συνέλευση με θέμα την επιβολή έκτακτης εισφοράς για να αποφευχθεί η κήρυξη της πτώχευσης. Στη Γενική Συνέλευση υποβάλλεται ισολογισμός και Έκθεση του Διοικητικού Συμβουλίου για την περιουσιακή κατάσταση του ΑΣ και την προτεινόμενη έκτακτη εισφορά. Η Γενική Συνέλευση με απόφασή της, που λαμβάνεται με τη συνήθη απαρτία και πλειοψηφία, επιβάλλει στα μέλη έκτακτη εισφορά, ανάλογα με τον αριθμό των υποχρεωτικών μερίδων τους και μέσα στα όρια της ευθύνης που προβλέπεται από το καταστατικό. Η εισφορά αυτή βαρύνει και τα μέλη που αποχώρησαν για οποιονδήποτε λόγο μέσα στο τελευταίο έτος, πριν από την υποβολή της αίτησης για την κήρυξη της πτώχευσης. Η εισφορά καταβάλλεται μέσα σε προθεσμία τριάντα (30) ημερών από τη λήψη της απόφασης στη Γενική Συνέλευση. Αν η προθεσμία αυτή παρέλθει άπρακτη, το Διοικητικό Συμβούλιο ή οι εκκαθαριστές υποχρεούνται να υποβάλουν στο Ειρηνοδικείο πίνακα για την έκτακτη εισφορά. Ο πίνακας κηρύσσεται εκτελεστός από το Ειρηνοδικείο.
5. Μέσα σε εξήντα (60) ημέρες από την κατάθεση της δήλωσης της παραγράφου 4 ή από την κοινοποίηση στον ΑΣ της αίτησης για την κήρυξή του σε πτώχευση, το Διοικητικό Συμβούλιο υποχρεούται να δηλώσει στο Πολυμελές Πρωτοδικείο αν συνεχίζει ή όχι τις πληρωμές.
6. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο προσδιορίζει δικάσιμο για την εκδίκαση της αίτησης - δήλωσης μετά την πάροδο της προθεσμίας της παραγράφου 5 και αν διαπιστώσει ότι εξακολουθεί η κατάσταση παύσης των πληρωμών, κηρύσσει τον ΑΣ σε πτώχευση.
7. Από την κήρυξή του σε πτώχευση ο ΑΣ λύεται. Η πτώχευσή του δεν συνεπάγεται την πτώχευση των μελών του.
8. Αν επιτευχθεί πτωχευτικός συμβιβασμός, επικυρώνεται από το Πολυμελές Πρωτοδικείο, οπότε ο ΑΣ αναβιώνει και συνεχίζει τις εργασίες του. Μετά την κατάρτιση του συμβιβασμού οι πιστωτές δεν μπορούν να στραφούν κατά των μελών. Η απόφαση με τον οποίο επικυρώνεται ο συμβιβασμός, κοινοποιείται με φροντίδα του ΑΣ στον ειρηνοδίκη και στην αρμόδια αρχή.
9. Κατά τα λοιπά έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί πτώχευσης του Εμπορικού Νόμου.

Άρθρο 25
Λύση

1. Οι ΑΣ λύονται:
α) Αν έληξε ο χρόνος διάρκειάς τους, που ορίζεται στο καταστατικό και δεν αποφασίσθηκε η παράτασή του από τη γενική συνέλευση.
β) Με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, που λαμβάνεται με την εξαιρετική απαρτία και πλειοψηφία της παρ. 3 του άρθρου 12 και της παρ. 2 του άρθρου 13.
γ) Αν κηρυχθούν σε κατάσταση πτώχευσης.
δ) Με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου της έδρας του ΑΣ μετά από αίτημα του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας προς το Πολυμελές Πρωτοδικείο της έδρας του ύστερα από εισήγηση της αρμόδιας αρχής και του Συμβουλίου, αν η λειτουργία του ΑΣ απέβη παράνομη ή αν αδράνησε για τρεις (3) τουλάχιστον συνεχείς διαχειριστικές χρήσεις ή αν συνάγεται εγκατάλειψη του σκοπού του, λόγω μειωμένης δραστηριότητάς του.
ε) στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
Αν ο ΑΣ διαλύθηκε λόγω λήξης της διάρκειάς του ή λόγω της πτώχευσής του, η οποία όμως ανακλήθηκε ή περατώθηκε με συμβιβασμό, είναι δυνατή η αναβίωσή του με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης που καταχωρίζεται στο Μητρώο ΑΣ. Σε περίπτωση αναβίωσης λογίζεται ότι ο ΑΣ δεν έχει ποτέ διαλυθεί. Η αναβίωση αποκλείεται όταν έχει αρχίσει η διανομή της περιουσίας του ΑΣ.

,
Άρθρο 26
Εκκαθάριση- Ενέργειες εκκαθαριστών

1. Με εξαίρεση την περίπτωση της λύσης των ΑΣ που επέρχεται από την κήρυξή τους σε κατάσταση πτώχευσης κατά την οποία ακολουθείται η διαδικασία του Εμπορικού Νόμου, τη λύση ακολουθεί, σε κάθε άλλη περίπτωση, το στάδιο της εκκαθάρισης.
2. Η εκκαθάριση διενεργείται από έναν ή περισσότερους ειδικούς εκκαθαριστές που ορίζονται από τη Γενική Συνέλευση, εκτός εάν το καταστατικό ορίζει διαφορετικά. Το νομικό πρόσωπο του λυθέντος ΑΣ εξακολουθεί να υπάρχει και να λειτουργεί για τις ανάγκες της εκκαθάρισης.
3. Σε περίπτωση θανάτου, παραίτησης ή αδράνειας των εκκαθαριστών, μετά από αίτηση μέλους ή πιστωτή του ΑΣ , το Μονομελές Πρωτοδικείο της έδρας του ΑΣ διορίζει άλλους εκκαθαριστές, δικάζοντας κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
4. Οι ΑΣ, οι οποίοι τίθενται σε εκκαθάριση σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, μπορούν να μισθώσουν τις παραγωγικές τους εγκαταστάσεις, κινητές και ακίνητες, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι αποθηκευτικοί χώροι των προϊόντων τους και τις οποίες χρησιμοποιούν για τις παραγωγικές ανάγκες τους, αποκλειστικά και μόνο σε ΑΣ του παρόντος νόμου που αποδεδειγμένα είναι βιώσιμοι και διαθέτουν, τόσο την απαραίτητη παραγωγική δυναμικότητα όσο και την τεχνογνωσία για την αποτελεσματική λειτουργία των μονάδων. Η μίσθωση ισχύει για δέκα χρόνια. Η απόφαση για τη μίσθωση, που γίνεται από τους ΑΣ λαμβάνεται είτε από τον εκκαθαριστή είτε από τη γενική συνέλευση με την απαρτία που το καταστατικό ορίζει. Σε περίπτωση που δεν υπάρξουν ενδιαφερόμενες ΑΣ, ο εκκαθαριστής δύναται να μισθώσει τις παραγωγικές τους εγκαταστάσεις, κινητές και ακίνητες στην Εταιρεία ΔΙ.Α.ΓΕ.Π. του άρθρου 37 προκειμένου να αξιοποιηθούν από άλλες ΑΣ.
5. Οι εκκαθαριστές έχουν υποχρέωση, μόλις αναλάβουν τα καθήκοντά τους, να κάνουν απογραφή της περιουσίας του ΑΣ που εκκαθαρίζεται και να συντάξουν ισολογισμό, αντίγραφο του οποίου, υποβάλλουν στην αρμόδια αρχή. Αν η εκκαθάριση παρατείνεται, ο ισολογισμός συντάσσεται στο τέλος κάθε έτους. Ο τελικός ισολογισμός καταρτίζεται στο τέλος της εκκαθάρισης. Οι εκκαθαριστές γνωστοποιούν τη λύση του ΑΣ με τη δημοσίευσή του σε μία ημερήσια εφημερίδα και αν δεν εκδίδεται τέτοια σε περιοδική εφημερίδα της περιφερειακής ενότητας της έδρας του και καλούν τους πιστωτές να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους.
6. Απαιτήσεις πιστωτών κατά του υπό εκκαθάριση ΑΣ παραγράφονται μετά την πάροδο τριών (3) ετών από την ημερομηνία της δημοσίευσης της λύσης του.
7. Από το προϊόν της εκκαθάρισης εξοφλούνται τα ληξιπρόθεσμα χρέη του εκκαθαριζόμενου ΑΣ με την ακόλουθη σειρά: προηγείται η εξόφληση των οφειλών προς τους εργαζόμενους και ακολουθεί η εξόφληση των Ελληνικού Δημοσίου, Ασφαλιστικών Εισφορών, Τραπεζών, Λοιπών Δανειστών. Στη συνέχεια εξοφλούνται οι προαιρετικές μερίδες. Το υπόλοιπο του ενεργητικού που απομένει διατίθεται με απόφαση της γενικής συνέλευσης ή του εκκαθαριστή σε άλλον ΑΣ ή στην Εταιρεία ΔΙ.Α.ΓΕ.Π. ή για άλλο κοινωνικό σκοπό σύμφωνα με όσα ορίζονται στο καταστατικό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ι΄
ΠΟΙΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 27
Ποινικές διατάξεις
1.Τιμωρείται με φυλάκιση από τρεις (3) μήνες έως ένα (1) έτος, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή, μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου ή υπάλληλος ΑΣ αν:
α) Εν γνώσει του παρέχει στη Γενική Συνέλευση ή σε εκείνον που ασκεί την εποπτεία ή τον έλεγχο ψευδή στοιχεία ή αρνείται ή αποκρύπτει αληθή στοιχεία, γεγονότα ή περιστατικά, που αφορούν στην οικονομική κατάστασή του.
β) Εν γνώσει του προβαίνει σε ψευδείς ή εικονικές εγγραφές στα βιβλία των ΑΣ ή συντάσσει ψευδείς ή εικονικούς ισολογισμούς.
γ) Αρνείται να παραδώσει ή αποκρύπτει από εκείνον που ασκεί έλεγχο ή εποπτεία, τα τηρούμενα στοιχεία ή βιβλία ή παρεμποδίζει με οποιονδήποτε τρόπο την άσκηση ελέγχου ή εποπτείας.
2. Με φυλάκιση από ένα (1) μήνα μέχρι ένα (1) έτος, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή, τιμωρείται όποιος διενεργεί έλεγχο στους ΑΣ, αν κατά την άσκηση των καθηκόντων του παρέχει εν γνώσει του ψευδή στοιχεία ή αποκρύπτει ή αρνείται αληθή γεγονότα ή περιστατικά, που αφορούν στη διαχείριση ή στην οικονομική κατάσταση των ΑΣ και περιήλθαν σε γνώση του από τον έλεγχο που διενήργησε σε αυτές.
3. Τιμωρείται με φυλάκιση από ένα (1) μήνα μέχρι ένα (1) έτος ή με χρηματική ποινή ή και με τις δύο ποινές, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή, όποιος παρεμποδίζει τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου ή της γενικής συνέλευσης των μελών των ΑΣ, με χρήση σωματικής βίας ή απειλής σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης.
4. Τιμωρείται με φυλάκιση από ένα (1) μήνα μέχρι ένα (1) έτος, εφόσον από άλλες διατάξεις δεν προβλέπεται βαρύτερη ποινή, όποιος:
α) Ενεργεί πράξεις διοίκησης ή διαχείρισης ή ελέγχου μετά τη λήξη της θητείας του.
β) Ψηφίζει χωρίς δικαίωμα ή ψηφίζει πολλές φορές ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο μπορεί να προκαλέσει την παραγωγή μη γνήσιου αποτελέσματος εκλογής για την ανάδειξη Διοικητικών Συμβουλίων, Εποπτικών Συμβουλίων και άλλων οργάνων και αντιπροσώπων των ΑΣ .
5. Με τις ποινές της παραγράφου 4 τιμωρούνται τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, οι εκκαθαριστές και οι υπάλληλοι των ΑΣ, στους οποίους παραχώρησε το Διοικητικό Συμβούλιο την άσκηση ορισμένων αρμοδιοτήτων του, για παράβαση των διατάξεων του νόμου ή του καταστατικού ή για ενέργειες που αντίκεινται στις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης ή για μη εκτέλεση σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό των καθηκόντων τους, καθώς και για την παράλειψη σύνταξης του ισολογισμού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΑ΄
ΣΧΕΣΕΙΣ ΑΣ - ΚΡΑΤΟΥΣ

Άρθρο 28
Οικονομικές ενισχύσεις – Φορολογικές απαλλαγές - Κίνητρα

1. Τα καταστατικά των ΑΣ, οι τροποποιήσεις τους δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου ή άλλη επιβάρυνση υπέρ του Δημοσίου ή υπέρ τρίτου.
2. Αγορές ακινήτων από ΑΣ για τη δημιουργία επιχειρήσεων μέσα στην περιφέρειά τους ή μεταχειρισμένων κινητών μέσων αγροτικής παραγωγής έχουν την ίδια φορολογική μεταχείριση όπως το Δημόσιο.
3. Οι εισφορές των μελών προς τους ΑΣ δεν υπόκεινται σε φόρο ή σε τέλος χαρτοσήμου ή οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση υπέρ τρίτου.
4. Οι καταθέσεις των μελών των ΑΣ σε αυτούς, οι αναλήψεις καταθέσεων και οι χορηγήσεις δανείων από τους ΑΣ στα μέλη τους απαλλάσσονται από τέλη χαρτοσήμου ή άλλο τέλος υπέρ του Δημοσίου και από κάθε εισφορά ή δικαίωμα υπέρ τρίτου.
6. Απαλλάσσεται του φόρου μεταβίβασης ακινήτων η αξία του ακινήτου που μεταβιβάζεται σε άλλον ΑΣ.
7. Συμβάσεις μεταξύ ΑΣ και του Δημοσίου ή Ν.Π.Δ.Δ., που αφορούν αγροτικά προϊόντα ή αγροτικά εφόδια και υπηρεσίες, δεν υπόκεινται σε τέλος χαρτοσήμου ή σε άλλη επιβάρυνση υπέρ τρίτου.
8. Η νόμιμη προμήθεια, για τις ασφαλιστικές συμβάσεις, που καταρτίζονται ή ανανεώνονται με τη μεσολάβηση ΑΣ, καταβάλλεται σε αυτές και όχι στον ειδικό λογαριασμό, που προβλέπεται από το άρθρο 13 παρ. 4 του ν. 1256/1982, ανεξάρτητα από το αν προηγήθηκε ή όχι η υπόδειξη που προβλέπεται από την ίδια πιο πάνω διάταξη. Οι οικονομικές ενισχύσεις της παρούσας παραγράφου απαλλάσσονται από κάθε τέλος χαρτοσήμου ή άλλη επιβάρυνση υπέρ Δημοσίου, καθώς και από κάθε άλλη εισφορά ή δικαίωμα υπέρ τρίτου ή ανεξάρτητης αρχής.
9. Τα πλεονάσματα της διαχειριστικής χρήσης των ΑΣ, που διανέμονται στα μέλη, υπόκεινται μόνο σε φορολογία εισοδήματος των μελών ανεξάρτητα από την καταβολή τους ή την εξατομικευμένη διατήρησή τους ως κατάθεση στην ΑΣ.
10. Οι ΑΣ μπορούν να εντάσσονται στους αναπτυξιακούς νόμους.
11. Διατάξεις που θεσπίζουν κίνητρα ή απαλλαγές οικονομικής, φορολογικής ή άλλης φύσης για τη μετατροπή εταιριών περιορισμένης ευθύνης σε ανώνυμες εταιρίες ή τη μετατροπή άλλου νομικού τύπου εμπορικών εταιριών σε εταιρίες περιορισμένης ευθύνης, ισχύουν με τις ίδιες προϋποθέσεις και για τη μετατροπή των ΑΕΣ σε ΑΣ.
12. Η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτων των ΑΣ απαλλάσσεται του φόρου εισοδήματος, όταν το προϊόν της πώλησης διατίθεται για τη ρύθμιση του υπολοίπου των χρεών τους προς την Αγροτική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε η οποία τελεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, την εξόφληση τραπεζών που λειτουργούν νόμιμα στην χώρα, την εξόφληση των καθυστερούμενων ασφαλιστικών εισφορών προς το Ι.Κ.Α. – Ε.Τ.Α.Μ. οι οποίες ρυθμίζονται με βάση τις διατάξεις που κάθε φορά ισχύουν. Η απαλλαγή της πιο πάνω υπεραξίας χορηγείται με την προϋπόθεση εμφάνισής της σε λογαριασμό αφορολόγητου αποθεματικού. Το μέρος της υπεραξίας το οποίο διατίθεται για την εξόφληση των χρεών ή των ασφαλιστικών εισφορών, αντίστοιχα, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται πιο πάνω, μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί, χωρίς την καταβολή φόρου εισοδήματος. Αντίθετα, σε περίπτωση διανομής του, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994. Ομοίως, οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994 εφαρμόζονται και σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης του μέρους της υπεραξίας, το οποίο δεν διατίθεται για την εξόφληση των χρεών ή των ασφαλιστικών εισφορών, αντίστοιχα, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται πιο πάνω.
13. Για αναπτυξιακούς λόγους η υπεραξία που προκύπτει από την πώληση ακινήτων των ΑΣ, απαλλάσσεται επίσης του φόρου εισοδήματος, αν χρησιμοποιηθεί ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα με βάση το επιχειρησιακό τους σχέδιο. Η απαλλαγή παρέχεται με την προϋπόθεση εμφάνισης της υπεραξίας σε αφορολόγητο αποθεματικό. Το μέρος της υπεραξίας, το οποίο διατίθεται ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται πιο πάνω, μπορεί να κεφαλαιοποιηθεί, χωρίς την καταβολή φόρου εισοδήματος. Αντίθετα, σε περίπτωση διανομής του, έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994. Ομοίως, οι διατάξεις της παραγράφου 4 του άρθρου 106 του ν. 2238/1994 εφαρμόζονται και σε περίπτωση διανομής ή κεφαλαιοποίησης του μέρους της υπεραξίας, το οποίο δεν διατίθεται ως ίδια συμμετοχή σε επενδυτικά προγράμματα, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται πιο πάνω.
14. Διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας, που παρέχουν κάθε φορά διευκολύνσεις ή απαλλαγές από φόρους, τέλη χαρτοσήμου ή άλλα υπέρ του Δημοσίου τέλη, εισφορές ή δικαιώματα υπέρ οποιουδήποτε τρίτου για τη συγχώνευση επιχειρήσεων εφαρμόζονται ανάλογα και στους ΑΣ, εφόσον αυτές πληρούν τις προβλεπόμενες από τις αντίστοιχες διατάξεις προϋποθέσεις.
15. Οι ΑΣ που συγχωνεύονται − μετατρέπονται απαλλάσσονται της υποχρεώσεως καταβολής κάθε είδους φόρου, τέλους, τέλους χαρτοσήμου, φόρου υπέρ τρίτων, δικαιωμάτων υποθηκοφυλάκων, της μεταγραφής γενομένης ατελώς, δικαιωμάτων Ταμείων, αναλογικών δικαιωμάτων συμβολαιογράφων και κάθε άλλης απαλλαγής που προβλέπεται για την περίπτωση αυτή στον κ.ν. 2190/1920 και τους αναπτυξιακούς νόμους 1297/1972 και 2166/1993, όπως αυτοί ισχύουν. Η διάταξη της παρ. 1 του άρθρου 23 του ν. 4014/2011, όπως ισχύει δεν εφαρμόζεται και στην περίπτωση συμβάσεων μετατροπής και συγχώνευσης των νομικών προσώπων του παρόντος άρθρου. Για το φόρο Συγκέντρωσης Κεφαλαίου ισχύουν οι διατάξεις του ν. 1676/1986 (ΦΕΚ 204 Α΄).
16. Οι κάθε είδους φορολογικές απαλλαγές και κίνητρα για την ενίσχυση των συγχωνεύσεων των ΑΣ, που θεσπίστηκαν και περιλαμβάνονται στις διατάξεις του άρθρου 33 του ν. 2169/1993 (ΦΕΚ 149 Α΄), όπως αυτός ισχύει σήμερα, εξακολουθούν να ισχύουν.
17. Για την ενίσχυση των συγχωνεύσεων των ΑΣ θεσπίζονται φορολογικά και οικονομικά κίνητρα ως ακολούθως:
α)Στην έννοια των επενδυτικών σχεδίων του άρθρου 3 του ν. 3299/2004 (ΦΕΚ 261Α΄), όπως ισχύει, περιλαμβάνονται οι δαπάνες για εξειδικευμένες υπηρεσίες για την αναδιοργάνωση των ΑΣ που προκύπτουν από συγχώνευση, όπως:
αα) μελέτες στρατηγικού προσανατολισμού και αναδιοργάνωσης,
αβ) μελέτες και εξοπλισμός για μηχανοργάνωση και δαπάνες υποδομής,
αγ) μελέτες για τον αποτελεσματικό εμπορικό επαναπροσανατολισμό της Οργάνωσης,
αδ) εισαγωγή ηλεκτρονικών διαδικασιών στις συναλλαγές τους με επιχειρήσεις του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα,
αε) ενδυνάμωση των δομών στήριξής τους σε όλους τους τομείς της οικονομικής τους δραστηριότητας (πρωτογενή, δευτερογενή, τριτογενή) με εξοπλισμό, δικτύωση, τεχνογνωσία, ώστε να μπορούν να παρέχουν ολοκληρωμένη πληροφόρηση και συμβουλευτική στήριξη στα μέλη τους σε θέματα Τεχνολογίας Πληροφορικής και Επικοινωνίας (ΤΠΕ) και των νέων επιχειρηματικών πρακτικών που στηρίζονται σε αυτές.
αστ) δράσεις που αφορούν την ενίσχυσή τους για την προώθηση της χρήσης ΤΠΕ στις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, με την ολοκλήρωση της διαχείρισης της πληροφορίας στις εσωτερικές τους διαδικασίες, την προώθηση της χρήσης νέων τεχνολογιών και εργαλείων, την ένταξή τους στη νέα οικονομία του «ηλεκτρονικού επιχειρείν», την ανάπτυξη νέων ψηφιακών προϊόντων και υπηρεσιών,
αζ) δράσεις ενίσχυσής τους με σκοπό την υιοθέτηση νέων επιχειρηματικών πρακτικών που θα βελτιώσουν την εξωστρέφειά τους και θα τις μετατρέψουν σε ηλεκτρονικές επιχειρήσεις, τη βελτίωση της διαχείρισης της πληροφορίας στο εσωτερικό τους, όπως επιχειρησιακός ανασχεδιασμός, εγκατάσταση ολοκληρωμένων συστημάτων διαχείρισης επιχειρησιακών πόρων, βελτίωση της ενδοεπικοινωνίας στην επιχείρηση, συστήματα υποστήριξης,
αη) δράσεις για την αντιμετώπιση ειδικών θεμάτων, όπως εξοικονόμηση ενέργειας, ασφάλεια, υγιεινή διαχείριση κρίσεων, προστασία περιβάλλοντος κ.λ.π., καθώς και για την εισαγωγή του θεσμού της τηλε-εργασίας.
β) Οι τυχόν ζημίες μίας ή περισσοτέρων των συγχωνευόμενων ΑΣ μεταφέρονται στον νέο ΑΣ και κεφαλαιοποιούνται σε άτοκο δάνειο δεκαπενταετούς διάρκειας με τριετή περίοδο χάριτος.
γ) Επενδύσεις ΑΣ που προκύπτουν από συγχώνευση, εφόσον πραγματοποιούνται εντός τριετίας από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, απολαμβάνουν των κινήτρων που παρέχονται με βάση της ισχύουσες διατάξεις του ν. 3299/2004, για την περιοχή Δ3, ενώ η υποχρεωτική ίδια συμμετοχή τους πρέπει να είναι τουλάχιστον δεκαπέντε τοις εκατό (15%) επί του ύψους της επένδυσης. Στην ίδια συμμετοχή συμπεριλαμβάνονται και τα αποθεματικά.
δ. Οι συγχωνευόμενοι ΑΣ για αναπτυξιακούς λόγους μπορεί να ενισχύονται εφάπαξ με ποσό μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ από τον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, για αποζημιώσεις αποχωρούντος πλεονάζοντος προσωπικού των οργανώσεων αυτών, κάλυψη ληξιπρόθεσμων ασφαλιστικών εισφορών και για δαπάνες πραγματοποίησης μελετών εξυγίανσης του νέου ΑΣ. Ο έλεγχος γίνεται απολογιστικά. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, και Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζονται τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, καθώς και ο τρόπος ελέγχου και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής.
ε. Με προεδρικά διατάγματα, που εκδίδονται με πρόταση των αρμόδιων Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Οικονομικών, μπορεί να καθορίζονται πρόσθετα κίνητρα για τη συγχώνευση, την ανάπτυξη, καθώς και τη μετατροπή των ΑΣ. Τα εν λόγω κίνητρα πρέπει να ανταποκρίνονται στις ιδιαιτερότητες του συνεταιριστικού θεσμού και στην ανάγκη ανάδειξης του εγγενούς δυναμικού του αγροτικού χώρου. Τα κίνητρα μπορεί να αναφέρονται στις επενδύσεις, στην ανάπτυξη των ΑΣ, στην απόκτηση και κατάρτιση στελεχών, στην επιλεξιμότητα για ανάθεση έργων και στην ενθάρρυνση ανάληψης πρωτοβουλιών και δραστηριοτήτων επ’ ωφελεία των μελών τους. Με ίδια προεδρικά διατάγματα καθορίζονται οι όροι και οι προϋποθέσεις υπαγωγής των ΑΣ στα παραπάνω κίνητρα. Η ισχύς των ανωτέρω προεδρικών διαταγμάτων αρχίζει από την έναρξη ισχύος του παρόντος.
στ. Ειδικές διατάξεις που προβλέπουν τη χορήγηση κινήτρων και οικονομικών ενισχύσεων ή άλλων φορολογικών απαλλαγών των ΑΣ διατηρούνται σε ισχύ, εκτός αν καταργούνται με το νόμο αυτόν.

Άρθρο 29
Δικαιούχοι οικονομικών ενισχύσεων, φορολογικών απαλλαγών και κινήτρων

1.Οι καταχωρισμένοι στο Μητρώο ΑΣ έχουν δικαίωμα πρόσβασης στις οικονομικές ενισχύσεις, φορολογικές απαλλαγές και κίνητρα του άρθρου 28, καθώς και των εκάστοτε αναπτυξιακών νόμων και ενωσιακών προγραμμάτων.
2. Οι ΑΣ του παρόντος νόμου έχουν δικαίωμα πρόσβασης σε όλα τα αναπτυξιακά προγράμματα, τα οποία προκηρύσσονται από το Ελληνικό Δημόσιο ή για λογαριασμό του και χρηματοδοτούνται από εθνικούς και ενωσιακούς πόρους.

Άρθρο 30
Συνεταιριστικές βαθμίδες

1. Οι ΑΣ με αποφάσεις τους επιλέγουν σε επίπεδο Περιφερειακής Ενότητας, Περιφέρειας ή Επικράτειας τις βαθμίδες ολοκλήρωσης της συνεταιριστικής τους δομής. (λαμβάνοντας υπόψη την αναγκαιότητα ύπαρξη τους την βιωσιμότητα σε συνάρτηση κόστους – οφέλους των εν λόγω δομών).
2. Οι δραστηριότητες των υπερκείμενων Συνεταιριστικών βαθμίδων είναι συμπληρωματικές των δραστηριοτήτων των ΑΣ. (Δεν τους αφαιρούν δράσεις και δεν λειτουργούν ανταγωνιστικά)
3. Μόνο μια Συνεταιριστική βαθμίδα μπορεί να αναγνωριστεί σε εθνικό επίπεδο με ρόλο συντονιστικό ιδεολογικό των ΑΣ . Δύναται να συγκροτηθεί από το 51% τουλάχιστον των ΑΣ που είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο.
4.Οι δραστηριότητές των υπερκείμενων συνεταιριστικών βαθμίδων μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν:
α)την αντιπροσώπευση των μελών τους σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο
β)την προώθηση της εκπαίδευσης και κατάρτισης των μελών τους, αγροτών και συνεταιριστικών στελεχών
γ)συμβουλευτικές υπηρεσίες σε θέματα χρηματοδότησης, μάρκετινγκ, εξαγωγών και εισαγωγών
δ)πρωτοβουλίες για την ανάπτυξη των διασυνεταιριστικών εμπορικών σχέσεων
ε)τον διαχειριστικό έλεγχο των μελών τους
στ) θέματα διαιτησίας νομικής και φορολογικής υποστήριξης
ζ)μέριμνα για τη διάδοση της συνεταιριστικής νομοθεσίας και της συνεργατικής ιδέας.
5.Η συγκρότησή, η λειτουργία και οι αρμοδιότητες της Γενικής Συνέλευσης του Διοικητικού και Εποπτικού Συμβουλίου η ετήσια εισφορά των μελών υπέρ των παραπάνω Συνεταιριστικών βαθμίδων καθώς και η εκπροσώπηση των ΑΣ σε αυτούς ρυθμίζονται από το καταστατικό και με αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης.
6.Τα Καταστατικά τους εγκρίνονται με τον ίδιο τρόπο που εγκρίνονται τα Καταστατικά των ΑΣ. Κατά τα λοιπά διέπονται από τις διατάξεις του παρόντος νόμου.


ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙΒ΄
ΕΙΔΙΚΕΣ ΚΑΙ ΤΕΛΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ

Άρθρο 31
Αναγκαστικοί Συνεταιρισμοί
1. Οι αναφερόμενοι στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου Αναγκαστικοί Συνεταιρισμοί διατηρούνται και διέπονται από τους ειδικούς νόμους που προβλέπουν τη λειτουργία τους. Όπου στους ειδικούς αυτούς νόμους γίνεται παραπομπή στην ισχύουσα νομοθεσία εφαρμόζεται ο παρών νόμος.
2. Οι Αναγκαστικοί αυτοί Συνεταιρισμοί είναι:
α) Οι Συνεταιρισμοί Δασοκτημόνων του α.ν. 1627/1939 (Α΄ 64).
β) Οι Οινοποιητικοί Σάμου του α.ν. 6085/1934 (Α΄ 85).
γ) Οι Συνεταιρισμοί Μαστιχοπαραγωγών Χίου του α.ν. 1390/1938 (Α΄364).
δ) Οι Συνεταιρισμοί Κιτροπαραγωγών του ν. 4878/1931 (Α΄ 54).
ε) Ο Συνεταιρισμός Κροκοπαραγωγών του ν.δ. 818/1971 (Α΄ 9)
στ) Οι Συνεταιρισμοί διαχειρίσεως ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής του ν.δ. 11.7.1923 (Α΄ 196).
ζ) Οι Συνεταιρισμοί Θηραϊκών Προϊόντων Θήρας και Θηρασίας του ν. 359/1947 (Α΄ 144).
3. Το ποσό της συνεταιρικής μερίδας των μελών των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών, καθορίζεται από το καταστατικό τους και κατά παρέκκλιση των διατάξεων του άρθρου 8.
4. Μέλη των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών διαχείρισης ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής, καθώς και των Συνεταιρισμών Δασοκτημόνων καθίστανται υποχρεωτικά όλοι οι ιδιοκτήτες ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου ή κλάσματος αυτού. Οι κάτοχοι ολοκλήρου ιδανικού μεριδίου διαθέτουν τρεις ψήφους στη Γενική Συνέλευση.
5. Στους Συνεταιρισμούς ακινήτου συνιδιοκτησίας ή κοινής χορτονομής, αν δεν επιτευχθεί η προβλεπόμενη απαρτία για θέματα που απαιτείται η αυξημένη απαρτία και πλειοψηφία του άρθρου 12 παράγραφος 3 και 13 παράγραφος 2 και κατά την επαναληπτική Γενική Συνέλευση τότε συνέρχεται χωρίς πρόσκληση τρίτη επαναληπτική Γενική Συνέλευση στον ίδιο τόπο, την ίδια ημέρα και ώρα της επόμενης εβδομάδας και με τα ίδια θέματα ημερήσιας διάταξης. Η Συνέλευση αυτή βρίσκεται σε απαρτία με την παρουσία του ενός έκτου (1/6) των μελών.
6. Αναγκαστικοί Συνεταιρισμοί διαχειρίσεως ακινήτου συνιδιοκτησίας και κοινής χορτονομής μπορεί, με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης, να μεταβιβάζουν, λόγω δωρεάς, την κυριότητα ακινήτου συνιδιοκτησίας με τα εμπράγματα και ενοχικά δικαιώματα σ’ αυτήν, ή τη διαχείριση της κοινής χορτονομής σε ιδιόκτητες εκτάσεις, των οποίων οι ιδιοκτήτες έχουν την ελεύθερη διαχείριση, στο δήμο ή στην κοινότητα της καταγωγής των μελών, ή των δικαιοπαρόχων τους, η το Δημόσιο, ή σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο του δημόσιου τομέα.
7. Με αποφάσεις του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, είναι δυνατή η μετατροπή των Αναγκαστικών Συνεταιρισμών της παραγράφου 2 σε ελεύθερους Συνεταιρισμούς με ανάλογη τροποποίηση του Καταστατικού τους. Η εισήγηση προς τον Υπουργό για την μετατροπή τους γίνεται με πρωτοβουλία των Συνεταιρισμών μετά από απόφαση των Γενικών τους Συνελεύσεων.
Οι υπάρχουσες Αναγκαστικές Ενώσεις των παραπάνω Αναγκαστικών Συνεταιρισμών, μπορούν να μετατραπούν σε ΑΣ (Αναγκαστικούς ή Ελεύθερους) σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
8.Οι Αναγκαστικοί Συνεταιρισμοί καταχωρίζονται στο Μητρώο.


Άρθρο 32
Διεπαγγελματικές Οργανώσεις

1.Διεπαγγελματικές Οργανώσεις είναι τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού χαρακτήρα, που συνιστώνται σύμφωνα με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα από τους εκπροσώπους του συνόλου ή αντιπροσωπευτικού μέρους των ΑΣ, διαφόρων οικονομικών και επαγγελματικών οργανώσεων, ενώσεων ή φορέων που εκπροσωπούν όσους ασκούν δραστηριότητες σχετικές με την παραγωγή ή/και τη μεταποίηση ή/και την εμπορία και κατά περίπτωση την τυποποίηση ή τη διανομή αγροτικών προϊόντων και γενικά αγαθών του αγροτικού, αγροτοδιατροφικού, κτηνοτροφικού, αλιευτικού και κάθε άλλου συναφούς τομέα αγροτικής παραγωγής, αρμοδιότητας του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
2. Διεπαγγελματικές Οργανώσεις, που είναι εγκατεστημένες στην Ελλάδα, μπορεί να αναγνωρίζονται ύστερα από αίτησή τους, με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ύστερα από γνώμη της αρμόδιας υπηρεσίας του οικείου Υπουργείου, μόνο σε εθνικό επίπεδο, ανά κοινή ομάδα ομοειδών προϊόντων ή ανά προϊόν, εφόσον δραστηριοποιούνται μέσα στο πλαίσιο των κανόνων που ισχύουν κάθε φορά από την εθνική και ενωσιακή νομοθεσία και αποσκοπούν κυρίως σε μια ή περισσότερες από τις ακόλουθες δραστηριότητες:
α) Στη συμβολή, το σχεδιασμό, τη διαμόρφωση και την εφαρμογή της στρατηγικής και των πολιτικών ανάπτυξης όλων των δραστηριοτήτων που αναφέρονται στην παράγραφο 1 και γενικότερα στη θεσμική στήριξη των προϊόντων στις αγορές.
β) Στον καθορισμό ειδικών θεμάτων και την προώθηση σύναψης συμφωνιών μεταξύ των μελών τους για ένα περιορισμένο χρονικό διάστημα ή για ορισμένη γεωγραφική περιοχή ή για την αντιμετώπιση συγκυριακών αναγκών, ιδίως με την κατάρτιση διεπαγγελματικών συμφωνιών ή κανόνων δράσης ή δεοντολογίας ή την εφαρμογή εναρμονισμένων πρακτικών εφόσον αυτές δεν αντιβαίνουν στην εθνική ή ενωσιακή νομοθεσία.
γ) Στη συμβολή, την οργάνωση και τη διαχείριση των αγορών με διαφάνεια, καλύτερη προσαρμογή των προϊόντων σε προγράμματα ποιοτικής βελτίωσής τους και καλύτερο συντονισμό της διάθεσής τους.
δ)Στην ενίσχυση των μέτρων για την ασφάλεια των προϊόντων του αγροδιατροφικού κυρίως τομέα, ιδιαίτερα με ελέγχους των προϊόντων, χάριν της προστασίας των χρηστών και των καταναλωτών και στην ορθή διαχείριση των σημάτων ποιότητας, που χορηγούνται από τον ΕΛΓΟ – ΔΗΜΗΤΡΑ.
ε) Στην ανάπτυξη ερευνών, βελτίωση των γνώσεων, συγκέντρωση πληροφοριών, για τον προσανατολισμό της παραγωγής σε προϊόντα που ανταποκρίνονται περισσότερο στις ανάγκες της αγοράς, τις προτιμήσεις και τις προσδοκίες των καταναλωτών, ιδίως όσον αφορά την ποιότητα των προϊόντων, την προστασία των εδαφών και υδάτων και γενικά το σεβασμό του περιβάλλοντος.
στ) Στην προώθηση, προβολή και προστασία της βιολογικής γεωργίας και των ονομασιών προέλευσης, των γεωγραφικών ενδείξεων και των σημάτων ποιότητας.
3. Μόνο μια Διεπαγγελματική Οργάνωση μπορεί να αναγνωριστεί σε εθνικό επίπεδο ανά ομάδα ομοειδών προϊόντων ή ανά προϊόν. Οι αναγνωρισμένες Διεπαγγελματικές Οργανώσεις εγγράφονται στο Μητρώο του άρθρου 19.
4.Η εποπτεία και ο έλεγχος των αναγνωρισμένων, σύμφωνα με τις διατάξεις του νόμου αυτού, Διεπαγγελματικών Οργανώσεων ανήκει στο Υπουργείο Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και ασκείται μετά την εγγραφή τους στο Μητρώο του άρθρου 19.
5.Με αποφάσεις του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλλοντος και Ενέργειας καθορίζονται:
α) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την αναγνώριση των Διεπαγγελματικών Οργανώσεων σε εθνικό επίπεδο, οι κατά περίπτωση ειδικότεροι σκοποί και δραστηριότητές τους, οι κανόνες της δράσης τους, οι υποχρεώσεις τους έναντι της αρμόδιας αρχής του άρθρου 18, το περιεχόμενο και ο τρόπος άσκησης της εποπτείας και του ελέγχου αυτών καθώς και οι λόγοι για τους οποίους επιτρέπεται ή επιβάλλεται η προσωρινή ή οριστική ανάκληση της πράξης αναγνώρισής τους ή η επιβολή άλλων κυρώσεων.
β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και η διαδικασία για την κήρυξη ως δεσμευτικών των διεπαγγελματικών συμφωνιών, κανόνων και εναρμονισμένων πρακτικών στα μέλη των αναγνωρισμένων Διεπαγγελματικών Οργανώσεων και για την επέκταση της δεσμευτικότητας αυτής και σε μη μέλη τους στις περιπτώσεις που επιτρέπεται από την ενωσιακή νομοθεσία.
γ) Υπέρ των εθνικών Διεπαγγελματικών Οργανώσεων επιβάλλεται, ανά κλάδο ή ομάδα ομοειδών προϊόντων ή προϊόν , ανταποδοτική εισφορά στις ποσότητες πώλησης των προϊόντων για τα οποία έχουν συσταθεί. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Οικονομικών, καθορίζονται για κάθε εθνική Διεπαγγελματική Οργάνωση οι υπόχρεοι καταβολής, το ύψος, ο τρόπος υπολογισμού και η διαδικασία αναπροσαρμογής του, το ακριβές ποσό της ενίσχυσης, η διαδικασία απόδοσης, η κατανομή, η χρήση, η διαχείριση και ο έλεγχος της οικονομικής ενίσχυσης, καθώς και κάθε σχετικό θέμα.
δ) Κάθε άλλο συναφές θέμα για την αποτελεσματική λειτουργία των Διεπαγγελματικών Οργανώσεων.

Άρθρο 33
Αγροδιατροφικές Συμπράξεις της Περιφέρειας

1. Με πρωτοβουλία των Περιφερειακών Αυτοδιοικήσεων της Χώρας μπορεί να συνιστώνται αστικές μη κερδοσκοπικές εταιρείες με σκοπό:
α) Την ανάδειξη, προβολή και προώθηση των διατροφικών προϊόντων που παράγονται στα διοικητικά όρια της κάθε Περιφέρειας.
β) Την παροχή υπηρεσιών τεκμηρίωσης, υποστήριξης και προώθησης των «προϊόντων της περιφέρειας»
Οι εταιρείες του άρθρου αυτού φέρουν επωνυμίες στις οποίες περιλαμβάνονται οπωσδήποτε ο όρος «Αγροδιατροφική Σύμπραξη», συνοδευόμενος από το όνομα της οικείας Περιφέρειας. Σε νησιά, η πρωτοβουλία ίδρυσης μπορεί να ανήκει στον αντίστοιχο Δήμο, οπότε στην επωνυμία της αντίστοιχης εταιρείας, μετά τον όρο «Αγροδιατροφική Σύμπραξη», αναφέρεται το όνομα της νήσου.
2 Για την ίδρυση των εταιρειών του άρθρου αυτού μπορεί να συμπράττουν:
α) Η οικεία Περιφέρεια.
β) Οι δήμοι της οικείας κάθε φορά Περιφέρειας.
γ) Οι ΑΣ της Περιφέρειας.
δ) Φορείς της βιομηχανίας, του εμπορίου, του τουρισμού, της εστίασης και των καταναλωτών (νομικά και φυσικά πρόσωπα), που δραστηριοποιούνται στην οικεία Περιφέρεια και στο χώρο των διατροφικών αγροτικών προϊόντων.
ε) Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα και Ερευνητικά Κέντρα, τα οποία εδρεύουν στην οικεία Περιφέρεια ή δραστηριοποιούνται σε γνωστικά και ερευνητικά πεδία σχετικά με τα «προϊόντα της Περιφέρειας».

Άρθρο 34
Συμβάσεις μελλοντικής πώλησης αγροτικών προϊόντων

1. Με ιδιωτικές γραπτές συμβάσεις βεβαίας χρονολογίας μπορεί να ρυθμίζεται η μελλοντική πώληση αγροτικών προϊόντων. Οι ΑΣ του παρόντος νόμου μπορούν να συνάπτουν τις συμβάσεις του άρθρου αυτού για λογαριασμό των μελών τους. Στις σχετικές συμβάσεις πρέπει να περιλαμβάνονται οπωσδήποτε:
α) Το είδος και ο συνολικός όγκος των προς πώληση αγροτικών προϊόντων.
β) Η ελάχιστη χρονική διάρκεια ισχύος, η οποία δεν μπορεί να είναι μικρότερη από ένα έτος.
γ) Ο τρόπος συλλογής, φύλαξης και συντήρησης των αγροτικών προϊόντων, καθώς και η ποιότητά τους με βάση ποικιλίες ή συναφείς πιστοποιήσεις.
δ) Η τιμή του προϊόντος.
ε) Ο τρόπος και ο χρόνος πληρωμής.
στ) Οι λόγοι και ο τρόπος καταγγελίας.
ζ) Ο Κωδικός Αριθμός Δραστηριότητας (Κ.Α.Δ.), καθώς και ο Ειδικός Αριθμός Εγγραφής (Ε.Α.Ε.) στο Μητρώο Εμπόρων Αγροτικών Προϊόντων του ν. 3955/2011 (Α΄ 89), όπως ισχύει, του αντισυμβαλλόμενου.
η) Η βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής κατά το άρθρο 457 Κ.Πολ.Δ..
θ) η κατάθεση των συμβάσεων στις ΔΟΥ
Με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας μπορεί να καθορίζονται ο τύπος και το ελάχιστο περιεχόμενο των συμβάσεων ανά γεωργικό προϊόν, το οποίο κατισχύει κάθε αντίθετης βούλησης των συμβαλλομένων.
2. Αν οι συμβάσεις μελλοντικής πώλησης αγροτικών προϊόντων δεν πληρούν το ελάχιστο περιεχόμενο, όπως αυτό καθορίζεται στην προηγούμενη παράγραφο, επιβάλλεται υποχρεωτικά στους αγοραστές διοικητικό πρόστιμο μέχρι 5% της συνολικής αξίας της σύμβασης για κάθε παράλειψη ενός από τα αναφερόμενα σε αυτή στοιχείων με απόφαση του προϊσταμένου του υποτομέα Γεωργίας της οικείας Περιφέρειας ύστερα από καταγγελία του εκάστοτε συμβαλλόμενου παραγωγού.
3.Η εκ μέρους του αγοραστή μη πληρωμή του συμφωνηθέντος τιμήματος κατά τη δήλη ημέρα και κατά τους όρους της σύμβασης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον έξι μηνών. Για την άσκηση της ποινικής δίωξης απαιτείται έγκληση.
4.Απαγορεύεται ρητά η μεταπώληση, η με οποιονδήποτε τρόπο μεταβίβαση και η διαπραγμάτευση των συμβολαίων του άρθρου αυτού σε δημοπρατήρια, χρηματαγορές ή χρηματιστήρια εμπορευμάτων της Ελλάδας ή του εξωτερικού. Η παραβίαση της διάταξης αυτής τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών και χρηματική ποινή τουλάχιστον πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. Η ποινική δίωξη κατά παντός υπευθύνου διενεργείται αυτεπαγγέλτως.


Άρθρο 35
Ομάδες Παραγωγών, Οργανώσεις Παραγωγών και Ενώσεις Οργανώσεων Παραγωγών
1. α) Οι Ομάδες Παραγωγών του άρθρου 27 του Κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1305/2013 αποτελούν σαφώς οριζόμενα μέρη νομικών οντοτήτων με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα που συμφωνούν στην από κοινού προώθηση τουλάχιστον του 90% της παραγωγής τους και συνεργάζονται προκειμένου να δημιουργήσουν υποδομή για τη συγκέντρωση ή/και την προώθηση της παραγωγής τους.
β) Οι Ομάδες Παραγωγών συγκροτούνται με πρωτοβουλία τουλάχιστον πέντε (5) παραγωγών ομοειδών προϊόντων ζωικής προέλευσης και τουλάχιστον δέκα (10) παραγωγών ομοειδών προϊόντων φυτικής προέλευσης. Η ελάχιστη παραγωγή και για τις δύο κατηγορίες θα καθορίζεται από το γινόμενο των μελών της Ομάδας Παραγωγών επί τον μέσο όρο του παραγόμενου προϊόντος της Ομάδας Παραγωγών στην Περιφέρεια σύμφωνα με τα στοιχεία των δηλώσεων καλλιεργειών.
γ) Η διαχείριση και εκπροσώπησή τους, τα ειδικότερα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών, το ύψος της μερίδας, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη συγκρότηση και λειτουργία των ομάδων παραγωγών ρυθμίζονται από Ειδικό Κανονισμό Λειτουργίας ο οποίος καταρτίζεται από τα μέλη. Συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τις εταιρείες.
δ) Ο Ειδικός Κανονισμός Λειτουργίας υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή αναγνώρισης μαζί με την αίτηση αναγνώρισης, υπογεγραμμένος από όλα τα μέλη της ομάδας παραγωγών με τα στοιχεία της ταυτότητας και τους Αριθμούς Φορολογικών τους Μητρώων (ΑΦΜ).
2. α) Οι Οργανώσεις Παραγωγών αποτελούν αυτοτελείς νομικές οντότητες του Συνεταιριστικού ή Εμπορικού νόμου ή σαφώς οριζόμενα μέρη αυτών, με πλήρη δικαιοπρακτική ικανότητα, οι οποίες συγκροτούνται και λειτουργούν σύμφωνα με τον Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 1308/2013.
β) Η διαχείριση και εκπροσώπηση τους, τα ειδικότερα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μελών, το ύψος της μερίδας, καθώς και κάθε άλλο θέμα σχετικό με τη συγκρότηση και λειτουργία των οργανώσεων παραγωγών ρυθμίζονται από τον Εσωτερικό Κανονισμό Λειτουργίας ο οποίος καταρτίζεται από τα μέλη σύμφωνα με τον Κανονισμό της ΕΕ 1308/2013. Συμπληρωματικά εφαρμόζονται οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα που αφορούν τις εταιρείες.
γ) Ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας υποβάλλεται στην αρμόδια αρχή αναγνώρισης μαζί με την αίτηση αναγνώρισης, υπογεγραμμένος από όλα τα μέλη της οργάνωσης παραγωγών με τα στοιχεία της ταυτότητας και τους Αριθμούς Φορολογικών τους Μητρώων (ΑΦΜ).
3. Οι Οργανώσεις και οι Ομάδες Παραγωγών που είναι σαφώς οριζόμενα μέρη νομικών οντοτήτων του Συνεταιριστικού ή Εμπορικού νόμου λειτουργούν με ξεχωριστή λογιστική ή/και διοικητική διαχείριση. Με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας ρυθμίζονται ανά τομέα ειδικά θέµατα, τεχνικές λεπτομέρειες και διαδικαστικά θέµατα για την εφαρμογή της παρούσας παραγράφου.
4. Οι Ενώσεις Οργανώσεων Παραγωγών (ΕΟΠ), αποτελούν αυτοτελείς νομικές οντότητες του Συνεταιριστικού ή Εμπορικού νόμου ή σαφώς οριζόμενα μέρη νομικών οντοτήτων οι οποίες συγκροτούνται με πρωτοβουλία αναγνωρισμένων οργανώσεων παραγωγών και λειτουργούν σύμφωνα με τον Κανονισμό 1308/2013. Η αναγνώριση τους πραγματοποιείται μετά από αίτησή τους που υποβάλλεται στις αρμόδιες αρχές.

5. α) Οι Ομάδες Παραγωγών, οι Οργανώσεις Παραγωγών και οι Ενώσεις Οργανώσεων Παραγωγών εγγράφονται στο Μητρώο, καθώς και στο Μητρώο που τηρούν οι αρμόδιες αρχές για τις Ομάδες και Οργανώσεις Παραγωγών.
β) Οι Ομάδες ή/και Οργανώσεις Παραγωγών ή/και Ενώσεις Οργανώσεων Παραγωγών οι οποίες για τρία (3) συνεχόμενα έτη δεν εμφανίζουν καμία δραστηριότητα ή δεν υποβάλουν την τακτική ετήσια δήλωση διαγράφονται από τα τηρούμενα Μητρώα.
6. Μία αναγνωρισμένη Ομάδα ή Οργάνωση Παραγωγών ή μία αναγνωρισμένη ΕΟΠ, δύναται να αναθέτει σε εξωτερικούς υπεργολάβους οποιαδήποτε από τις δραστηριότητές της, εκτός της παραγωγής, μεταξύ άλλων σε θυγατρικές, υπό την προϋπόθεση ότι η Ομάδα ή Οργάνωση Παραγωγών ή η αναγνωρισμένη ΕΟΠ παραμένει υπεύθυνη για την εξασφάλιση της άσκησης της δραστηριότητας που ανέθεσε σε εξωτερικούς υπεργολάβους και για το συνολικό διαχειριστικό έλεγχο και την εποπτεία της εμπορικής συμφωνίας για την άσκηση της δραστηριότητας.
7. Με αποφάσεις του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας:
α) Καθορίζονται ανά τομέα ο ελάχιστος αριθμός των μελών των Οργανώσεων Παραγωγών και των μελών των ΕΟΠ, το ποσοστό της παραγωγής που θα πρέπει τα μέλη τους να διαθέτουν μέσω αυτών, καθώς και η ελάχιστη παραγόμενη ποσότητα που πρέπει καλύπτουν ή η αξία της εμπορεύσιμης παραγωγής στην Περιφερειακή Ενότητα ή Περιφέρεια ή Επικράτεια δραστηριότητάς τους. Τα κριτήρια της παραγράφου αυτής παραμένουν αμετάβλητα για μία πενταετία.
β) Καθορίζονται η αρμόδια αρχή αναγνώρισης των Ομάδων Παραγωγών, των Οργανώσεων Παραγωγών και των ΕΟΠ, η διαδικασία αναγνώρισης και τα απαιτούμενα δικαιολογητικά, η τήρηση, η εγγραφή, η επανεγγραφή και η διαγραφή τους από τα Μητρώα, ο τύπος και το ακριβές περιεχόμενο των τακτικών ετήσιων δηλώσεων, τα έγγραφα και τα δικαιολογητικά που επισυνάπτονται σε αυτές, η διαδικασία συμβατικής ή ηλεκτρονικής υποβολής και καταχώρισης των δηλώσεων αυτών, καθώς και κάθε σχετικό θέμα για την εφαρμογή του παρόντος άρθρου.
γ) Καθορίζονται ανά τομέα η διενέργεια ελέγχων στις αναγνωρισμένες Ομάδες, τις Οργανώσεις Παραγωγών και τις ΕΟΠ, τα αρμόδια όργανα και η διαδικασία ελέγχου και θεσπίζονται οι κυρώσεις που επιβάλλονται σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις διατάξεις του παρόντος άρθρου και των Κανονισμών 1305/2013 και 1308/2013, καθώς και κάθε σχετικό θέμα.
δ) Μπορεί να αντικαθίσταται, να καταργείται ή να τροποποιείται κάθε ισχύουσα διάταξη κανονιστικής πράξης, σχετική με την αναγνώριση των Ομάδων Παραγωγών, των Οργανώσεων Παραγωγών και των ΕΟΠ.
8. Οργανώσεις Παραγωγών και Ενώσεις Οργανώσεων Παραγωγών που ήδη υφίστανται και λειτουργούν με την ψήφιση του παρόντος νόμου και υλοποιούν Επιχειρησιακά Προγράμματα συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι την ολοκλήρωσή τους. Παύουν να λειτουργούν μετά το πέρας της υλοποίησης των Επιχειρησιακών Προγραμμάτων εφόσον τα κριτήρια αναγνώρισής τους δεν ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις του παρόντος άρθρου και των Υπουργικών Αποφάσεων που προβλέπονται από το άρθρο αυτό.


Άρθρο 36
Προσωπικό ΑΣ
1. Το προσωπικό που απασχολούν οι ΑΣ χωρίζεται:
α) Σε Τακτικό Προσωπικό, που διορίζεται σε θέσεις προβλεπόμενες από τον κανονισμό λειτουργίας τους και καλύπτει πάγιες και διαρκείς ανάγκες των ΑΣ.
β) Σε Προσωπικό με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, που καλύπτει ειδικές, έκτακτες, εποχικές ή πρόσκαιρες ανάγκες των ΑΣ.
2. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας και Εργασίας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ρυθμίζεται η υπηρεσιακή κατάσταση του προσωπικού των ΑΣ.
Άρθρο 37
«Διαχείριση Ακινήτων, Γαιών, Εξοπλισμών, και Προϊόντων »
1.Συνιστάται Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία «Διαχείριση Ακινήτων, Γαιών, Εξοπλισμών, και Προϊόντων » (ΔΙ.Α.Γ.Ε.Π. ΑΕ).
α) Ως «Ακίνητα» νοούνται τα κτίρια που κρίνονται απαραίτητα για τη στέγαση των υπηρεσιών της εταιρείας, αποθήκες για αποθήκευση γεωργικών προϊόντων και μηχανημάτων και βιομηχανικά κτήρια για τη μεταποίηση αγροτικών προϊόντων. 
β) Ως «Γαίες» νοούνται οι ιδιωτικές και δημόσιες αγροτικές εκτάσεις κατάλληλες για αγροτική αξιοποίηση.
γ) Ως «Εξοπλισμός» νοούνται εργαλεία και μηχανήματα κατάλληλα για αγροτική χρήση συμπεριλαμβανομένων και των δικαιωμάτων βιομηχανικής ιδιοκτησίας, σήματα, επωνυμία, διακριτικοί τίτλοι, δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και δικαιώματα τεχνογνωσίας
δ) Ως Προϊόντα νοούνται τα πάσης φύσεως προϊόντα του αγροτικού τομέα αυτούσια ή μεταποιημένα.
2.΄Εδρα της ΔΙ.Α.Γ.Ε.Π ΑΕ ορίζεται με το καταστατικό της ο Δήμος Αθηναίων. Η εταιρεία μπορεί να ιδρύει υποκαταστήματα με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, εφόσον κρίνεται αναγκαίο για την αρτιότερη εξυπηρέτηση και επίτευξη των σκοπών της. Η ΔΙ.Α.Γ.Ε.Π ΑΕ λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του παρόντος και συμπληρωματικά από τις διατάξεις της νομοθεσίας περί ανωνύμων εταιρειών (ν.2190/1920, Α΄37), όπως ισχύουν κάθε φορά. Η διάρκεια της εταιρείας είναι ενενήντα εννέα (99) έτη και μπορεί να παραταθεί με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων.
3. Σκοπός της ΔΙ.Α.Γ.Ε.Π ΑΕ είναι η αξιοποίηση, των Ακινήτων της αγροτικής γης, του Εξοπλισμού και των Αγροτικών Προϊόντων. Για την εξυπηρέτηση των σκοπών της, η ΔΙ.Α.Γ.Ε.Π ΑΕ μπορεί ιδίως:
α) να απογράφει, χαρτογραφεί, κτηματογραφεί, συγκεντρώνει τίτλους ιδιοκτησίας και λοιπών δικαιωμάτων,
β) να διαθέτει τα περιουσιακά στοιχεία με πώληση, ανταλλαγή, μίσθωση, παραχώρηση, συνεκμετάλλευση,
γ) να αποκτά περιουσία με αγορά, ανταλλαγή ή απαλλοτρίωση στο όνομά της,
δ) να ασκεί επιχειρηματική δραστηριότητα η ίδια,
ε) να αποδέχεται ή να αποποιείται δωρεές, κληρονομιές και γενικώς χαριστικές παροχές,
στ) να εκπονεί μελέτες,
ζ) να προμηθεύεται εξοπλισμούς,
η) να συνάπτει δάνεια,
θ) να συμμετέχει σε νομικά πρόσωπα στα πλαίσια των σκοπών της,
ι) να παρέχει συμβουλευτικές υπηρεσίες στον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα και
ια) να εκτελεί έργα υποδομής στα πλαίσια της αγροτικής ανάπτυξης της χώρας.
4.Οι πόροι της ΔΙ.Α.Γ.Ε.Π ΑΕ προέρχονται από:
α) τα έσοδα από την περιουσία της,
β) τα έσοδα από την παροχή υπηρεσιών, από την διάθεση προϊόντων και από την εν γένει δραστηριότητά της,
γ) την ετήσια οικονομική ενίσχυση που εγγράφεται στον τακτικό προϋπολογισμό του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης και Ενέργειας και είναι αναγκαία για την πραγματοποίηση των σκοπών της εταιρείας.
δ) τις χρηματοδοτήσεις από τον προϋπολογισμό δημοσίων επενδύσεων και τους προσαρτώμενους σε αυτόν ειδικούς προϋπολογισμούς,
ε) τις χρηματοδοτήσεις από προγράμματα της Ευρωπαϊκής ΄Ενωσης και άλλων διεθνών οργανισμών,
στ) τις επιχορηγήσεις, δωρεάν χορηγίες, κληρονομιές και κληροδοσίες νομικών ή φυσικών προσώπων, ημεδαπών ή αλλοδαπών,
ζ) κάθε άλλη νόμιμη πηγή.
4. Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΔΙ.Α.Γ.Ε.Π ΑΕ, που εγκρίνεται από τη γενική συνέλευση των μετόχων της, καταρτίζεται εσωτερικός κανονισμός λειτουργίας, ο οποίος ρυθμίζει:
α) την οργάνωση, λειτουργία και διάρθρωση των υπηρεσιών της εταιρείας,
β) την κατανομή αρμοδιοτήτων στις υπηρεσίες της,
γ) τον αριθμό των θέσεων του προσωπικού, τα προσόντα και τους όρους πρόσληψης και εργασίας.
5. Με κανονισμούς που καταρτίζονται από το Διοικητικό Συμβούλιο και εγκρίνονται με απόφαση του Υπουργού Παραγωγικής Ανασυγκρότησης, Περιβάλλοντος και Ενέργειας,   που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, καθορίζονται οι όροι και οι διαδικασίες ανάθεσης μελετών και εκτέλεσης έργων και εργασιών, προμηθειών, αγορών ακινήτων, ανταλλαγών και πωλήσεων κινητών και ακινήτων, μισθώσεων, εκμισθώσεων, παραχωρήσεων χρήσης και κάθε άλλου ενοχικού ή εμπράγματου δικαιώματος σε περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας.
6. Η ΔΙ.Α.Γ.Ε.Π ΑΕ για την επίτευξη των σκοπών της δύναται να συνάπτει με Υπουργεία, εποπτευόμενους από αυτά φορείς, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), νομικά πρόσωπα, κερδοσκοπικού ή μη χαρακτήρα και φυσικά πρόσωπα συμβάσεις συνεργασίας. Με αποφάσεις των ίδιων φορέων παραχωρούνται κατά κυριότητα ή κατά χρήση εκτάσεις, ακίνητα και εξοπλισμός για τους σκοπούς της εταιρίας.
  
Άρθρο 38
Μεταβατικές διατάξεις

1. Οι ΑΣ του νόμου 4015/2011 που είχαν καταχωριστεί στο Μητρώο του νόμου 4015 και είχαν χαρακτηριστεί ως ενεργοί Συνεταιρισμοί, εγγράφονται αυτοδίκαια στο Μητρώο του παρόντος νόμου με την υποχρέωση να επικαιροποιήσουν την εγγραφή τους σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 18 του παρόντος νόμου. Μέχρι τη λήξη της τρέχουσας θητείας όλων των οργάνων διοίκησης των παραπάνω ΑΣ υποχρεούνται να τροποποιήσουν το καταστατικό τους και να επικαιροποιήσουν τα στοιχεία της εγγραφής τους.
2. Οι κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού υφιστάμενες ΑΣ έχουν υποχρέωση, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία δύο χρόνων, από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, να προσαρμόσουν τα καταστατικά τους στις διατάξεις τους παρόντος νόμου. Η προσαρμογή γίνεται με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μελών τους που λαμβάνεται με την απαρτία και πλειοψηφία της παραγράφου 3 του άρθρου 12 και της παραγράφου 2 του άρθρου 13 αντιστοίχως και αντίστοιχη τροποποίηση του καταστατικού, που εγκρίνεται από το αρμόδιο δικαστήριο.
Μετά την πάροδο της προθεσμίας της προηγούμενης παραγράφου, οι ΑΣ που δεν έχουν προσαρμόσει το καταστατικό τους, διαλύονται με απόφαση του αρμόδιου Δικαστηρίου, μετά από αίτηση παντός έχοντος έννομο συμφέρον ή της αρμόδιας αρχής.
3. Οι ΑΣ, οι οποίοι δεν έχουν υποβάλλει αίτηση πρώτης εγγραφής στο Μητρώο του νόμου 4015 καθώς και αυτοί που έχουν καταχωριστεί ως ανενεργοί, κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, οφείλουν:
α) είτε να υποβάλλουν αίτηση πρώτης εγγραφής στο Μητρώο κατά τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του άρθρου 19 εντός έξι μηνών από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου,
β) είτε να συγχωνευθούν με άλλον υφιστάμενο κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου ΑΣ εγγεγραμμένο στο Μητρώο του 4015/2011.
Σε διαφορετική περίπτωση λύονται αυτοδικαίως και τα περιουσιακά τους στοιχεία μεταφέρονται στην Εταιρεία ΔΙ.Α.ΓΕ.Π. του άρθρου 37 προκειμένου να αξιοποιηθούν από άλλες συνεταιριστικές οργανώσεις ή κοινωνικούς σκοπούς.
4. Οι υφιστάμενες κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου Αγροτικές Εταιρικές Συμπράξεις (ΑΕΣ) παραμένουν και λειτουργούν. Οι ΑΕΣ που έχουν την εταιρική μορφή της Ανώνυμης Εταιρείας διέπονται από το νόμο 2190/1920. Οι ΑΕΣ με απόφαση των Γενικών τους Συνελεύσεων δύνανται να μετατραπούν σε ΑΣ σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου.
5. Για τις ΑΣ και ΕΑΣ οι οποίοι βρίσκονται σε εκκαθάριση κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, ο εκκαθαριστής μπορεί να μισθώσει τις παραγωγικές τους εγκαταστάσεις, κινητές και ακίνητες στην Εταιρεία ΔΙ.Α.ΓΕ.Π. του άρθρου 36 προκειμένου να αξιοποιηθούν από βιώσιμες συνεταιριστικές οργανώσεις.
6. Όσες Διεπαγγελματικές Οργανώσεις είναι αναγνωρισμένες και λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου συνεχίζουν να λειτουργούν για έξι μήνες από την έναρξη ισχύος του παρόντος, εντός των οποίων οφείλουν να υποβάλλουν αίτηση αναγνώρισης και αίτηση εγγραφής στο Μητρώο , σύμφωνα με τον παρόντα νόμο και τις κατ’ εξουσιοδότησή του εκδοθείσες κανονιστικές πράξεις.
7. Μέλη Ομάδων Παραγωγών ή/και Οργανώσεων Παραγωγών οι οποίες έχουν αναγνωρισθεί πριν από την 1η Ιανουαρίου 2015 βάσει του εθνικού δικαίου και έχουν σε εξέλιξη ή έχουν υποβάλει επιχειρησιακό σχέδιο χρηματοδοτούμενο από τον 1ο πυλώνα δεν έχουν τη δυνατότητα να συστήσουν νέες ομάδες ή οργανώσεις παραγωγών που θα χρηματοδοτηθούν από το 2ο πυλώνα.
8. Όσες Ομάδες Παραγωγών ή/και Οργανώσεις Παραγωγών ή/και Ενώσεις Οργανώσεων Παραγωγών είναι αναγνωρισμένες και λειτουργούν κατά τη δημοσίευση του παρόντος νόμου συνεχίζουν να λειτουργούν μέχρι την ολοκλήρωση των εγκεκριμένων επιχειρησιακών τους προγραμμάτων.

Άρθρο 39
Καταργούμενες διατάξεις
Από την έναρξη ισχύος του παρόντος, καταργούνται:
1. Τα άρθρα ………… του ν. 2810/2000 (Α΄61), όπως τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με …..
2. Τα άρθρα ….του ν. 4015/2011 (Α΄ 210), όπως τροποποιήθηκαν, συμπληρώθηκαν και αντικαταστάθηκαν με……...
3. Το άρθρο 50 του ν. 4315/2014 (Α΄ 269).
4. Τα άρθρα 31, 44 και 47 του ν. 2169/1993 (ΦΕΚ 149 Α)
5. το άρθρο 1 του ν. 2732/1999 (Α΄154), όπως τροποποιήθηκε…..
6. α) Κάθε άλλη διάταξη, γενική ή ειδική, η οποία έρχεται σε αντίθεση ή ρυθµίζει διαφορετικά τα θέµατα που ρυθµίζονται µε τις διατάξεις του παρόντος νόµου.
β) Από την έναρξη ισχύος του παρόντος όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται παραπομπή στις ως άνω καταργούμενες διατάξεις, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του παρόντος νόμου.
γ) Μέχρι την έκδοση των κανονιστικών πράξεων, για τις οποίες χορηγείται εξουσιοδότηση με παρόντα νόμο εξακολουθούν να ισχύουν οι υφιστάμενες διατάξεις που έχουν εκδοθεί βάσει της κείμενης νομοθεσίας.


Άρθρο 40
Έναρξη ισχύος

Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, εκτός εάν ορίζεται διαφορετικά στις επί μέρους διατάξεις του.









Α.Θ. Μητροπούλου: «Ανάκτηση κρατικών ενισχύσεων στο πλαίσιο ρύθμισης χρεών αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων κατά τα έτη 1992 και 1994.


Ι. Σύντομο Ιστορικό

Στις 29 Απριλίου του έτους 2004, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατόπιν απόφασής του απέρριψε την προσφυγή, που άσκησε η Ελληνική Δημοκρατία, εναντίον της απόφασης 2002/458/ΕΚ της Επιτροπής της 1ης.3.2000, για τα καθεστώτα ενίσχυσης τα οποία έθεσε σε εφαρμογή η Ελλάδα με σκοπό τη ρύθμιση χρεών των αγροτικών συνεταιριστικών οργανώσεων κατά τα έτη 1992 – 1994 σε εφαρμογή του άρθρου 32 του ν. 2008/1992 και του άρθρου 5 του ν. 2237/1994 και τις σχετικές αποφάσεις του κ. Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος. Η διαδικασία εκ μέρους της Επιτροπής άρχισε, κατόπιν εγγράφου καταγγελίας (20.11.1995), για την ενίσχυση που χορηγήθηκε στον γαλακτοκομικό συνεταιρισμό «ΑΓΝΟ». Με βάση το άνω ιστορικό , η Επιτροπή ζήτησε από την Ελλάδα την ανάκτηση των ενισχύσεων από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, τις οποίες το Δικαστήριο, έκρινε ως παράνομες, έταξε δε προθεσμία δύο (2) μηνών εντός των οποίων, οι Ελληνικές Αρχές όφειλαν να προβούν σε ανάκτηση των παράνομων αυτών ενισχύσεων.

ΙΙ. Διαδικασία Ανακτήσεως των ενισχύσεων - Θέση του Δικαστηρίου επ’ αυτών.

Σύμφωνα με την ειδική διάταξη του άρθρου 22 του ν. 4002/2011 και τα νέα δεδομένα που προκύπτουν μετά τον ν. 4152/2013, κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες έχουν κριθεί παράνομες, δηλαδή ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, είτε με απόφαση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, είτε με απόφαση του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και πρέπει να ανακτηθούν, ανακτώνται από την αρμόδια εθνική αρχή, η οποία εφαρμόζει για την ανάκτηση, τις διατάξεις του Εθνικού Δικαίου.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου (ΔΕΚ), σκοπός της ανάκτησης είναι η επαναφορά της κατάστασης, που υπήρχε στην αγορά πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης. Αυτό είναι απαραίτητο, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι διατηρούνται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη συνθήκη ΕΚ.
Το Δικαστήριο, έχει κρίνει, ότι για να εκτελεστεί πλήρως μια απόφαση ανάκτησης της Επιτροπής, θα πρέπει οι ενέργειες που αναλαμβάνονται από τα κράτη μέλη να οδηγούν σε συγκεκριμένα αποτελέσματα, όσον αφορά στην ανάκτηση και βεβαίως θα πρέπει η ανάκτηση να είναι άμεση. Δηλαδή για να επιτευχθεί ο στόχος της ανάκτησης που προαναφέρουμε, θα πρέπει η ανάκτηση να πραγματοποιείται χωρίς καθυστέρηση.
Σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου 14 του Διαδικαστικού Κανονισμού,(ΕΚ) 659/1999 του Συμβουλίου, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων, για την ανάκτηση της Ενισχύσεως από τον δικαιούχο της ενισχύσεως.
Ειδικότερα ορίζεται ότι σε περίπτωση αρνητικής απόφασης για υπόθεση παράνομων ενισχύσεων, η Επιτροπή αποφασίζει την εκ μέρους του οικείου κράτους μέλους λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων για την ανάκτηση της ενίσχυσης από τον δικαιούχο. Το ποσό που πρέπει να ανακτηθεί δυνάμει απόφασης ανάκτησης, περιλαμβάνει και τους σχετικούς τόκους, υπολογιζόμενους με το δέον επιτόκιο που ορίζει η Επιτροπή. Οι τόκοι πρέπει να καταβληθούν από την ημερομηνία κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση ετέθη στη διάθεση του δικαιούχου μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της. Με την επιφύλαξη απόφασης του Δικαστηρίου κατ` εφαρμογή του άρθρου 258 της Συνθήκης Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΛΕ) η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, εφόσον αυτές επιτρέπουν την άμεση και πραγματική εκτέλεση της απόφασης της Επιτροπής.
Για τον σκοπό αυτό και σε περίπτωση κινήσεως διαδικασίας ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων, τα ενδιαφερόμενα κράτη μέλη λαμβάνουν όλα τα αναγκαία μέτρα, που διαθέτουν στα αντίστοιχα νομικά τους συστήματα, συμπεριλαμβανομένων των προσωρινών μέτρων, με την επιφύλαξη της κοινοτικής νομοθεσίας.
Το άρθρο 15 του ως άνω Διαδικαστικού Κανονισμού, αναφέρει ότι οι εξουσίες της Επιτροπής για ανάκτηση της ενίσχυσης, υπόκεινται σε δεκαετή προθεσμία παραγραφής, η οποία αρχίζει να προσμετράται από την ημέρα κατά την οποία η παράνομη ενίσχυση χορηγείται στον δικαιούχο. Όμως κάθε ενέργεια της Επιτροπής ή του κράτους μέλους, που ενεργεί κατόπιν αιτήσεως της Επιτροπής, σε σχέση με την παράνομη ενίσχυση, διακόπτει τον χρόνο παραγραφής, οπότε αρχίζει να προσμετρά εκ νέου ο χρόνος της παραγραφής.
Το κράτος μέλος προς το οποίο απευθύνεται η απόφαση της ανάκτησης, είναι υποχρεωμένο, όπως προαναφέρεται, να εκτελέσει την απόφαση αυτή αμελλητί, δηλαδή χωρίς καμία υπαίτια καθυστέρηση, σύμφωνα και με τις διατάξεις της εθνικής πλέον νομοθεσίας, του άρθρου 22 του ν. 4002/2011, όπως ισχύει, με το οποίο ορίζεται ότι:
  1. «Κρατικές ενισχύσεις, οι οποίες έχει κριθεί ότι σύμφωνα με την παράγραφο 1 του άρθρου 107 ΣΛΕΕ είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά, δυνάμει απόφασης της Ευρωπαϊκής Επιτροπής ή απόφασης του Δικαστηρίου ή του Γενικού Δικαστηρίου Ευρωπαϊκής Ένωσης και πρέπει να ανακτηθούν, ανακτώνται από την αρμόδια υπηρεσία, ως εξής: α. Με πρωτοβουλία της αρμόδιας υπηρεσίας, αποστέλλεται στον αποδέκτη της ενίσχυσης και ειδικότερα, στον νόμιμο εκπρόσωπο του νομικού προσώπου, αντίγραφο της απόφασης με πρόσκληση για καταβολή του εκεί οριζόμενου ποσού εντός ορισμένης προθεσμίας και στη Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του νομικού προσώπου. β. Μετά την άπρακτη παρέλευση της προθεσμίας αυτής, η αρμόδια υπηρεσία συντάσσει χρηματικό κατάλογο, στον οποίο αναγράφεται το όνομα του υπόχρεου νομικού προσώπου, ο Α.Φ.Μ. του, οι Α.Φ.Μ. των φυσικών προσώπων, που είναι υπόχρεα για την καταβολή του ποσού που θα βεβαιωθεί στον Α.Φ.Μ. του νομικού προσώπου, το προς ανάκτηση ποσό, ο κωδικός αριθμός του εσόδου, καθώς και ο χρόνος καταβολής που δεν μπορεί να υπερβαίνει την προθεσμία ανάκτησης που τίθεται στην απόφαση της παραγράφου 1, τον αποστέλλει στην οικεία Δ.Ο.Υ., προκειμένου να γίνει η βεβαίωση και η είσπραξη του ποσού με τη διαδικασία του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων. Κατά παρέκκλιση των διατάξεων των υποπαραγράφων Α.1 και Α.2 της παρ. Α` του άρθρου πρώτου του ν. 4152/2013 (Α` 107) και κάθε άλλης προγενέστερης ή μεταγενέστερης διάταξης περί διευκόλυνσης τμηματικής καταβολής ληξιπρόθεσμων βεβαιωμένων οφειλών ή άλλης ισχύουσας νομοθετικής ρύθμισης ληξιπρόθεσμων οφειλών, οι οφειλές που βεβαιώνονται με τις πράξεις της παρούσας παραγράφου δεν υπάγονται σε οποιαδήποτε διευκόλυνση ή ρύθμιση καταβολής ληξιπρόθεσμων οφειλών ή χορήγηση διοικητικής αναστολής.

  1. Νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του ποσού αποτελεί η απόφαση της παραγράφου 1.

  1. Αρμόδια υπηρεσία "κατά την έννοια των περιπτώσεων α` και β` της παραγράφου 1 είναι η υπηρεσία που εποπτεύει τις δραστηριότητες του νομικού προσώπου για τις οποίες χορηγήθηκε η παράνομη κρατική ενίσχυση. Αν η ανακτητέα κρατική ενίσχυση αφορά περισσότερες της μίας δραστηριότητες που εμπίπτουν στην αρμοδιότητα περισσοτέρων υπηρεσιών, αρμόδια είναι η υπηρεσία που εποπτεύει την κύρια δραστηριότητα του νομικού προσώπου.

  1. Αρμόδια Δ.Ο.Υ. για τη βεβαίωση και είσπραξη των ποσών που ανακτώνται
κατά το παρόν άρθρο ορίζεται η Δ.Ο.Υ. φορολογίας εισοδήματος του νομικού
προσώπου.

  1. Όπου στο παρόν άρθρο αναφέρεται νομικό πρόσωπο νοείται η επιχείρηση
κάθε μορφής που μπορεί σύμφωνα με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης να είναι αποδέκτης κρατικής ενίσχυσης.

  1. Από την εφαρμογή του παρόντος άρθρου δεν θίγονται ειδικότερες διατάξεις
που αφορούν τη διαδικασία ανάκτησης κρατικών ενισχύσεων ως αχρεωστήτως καταβληθέντων ποσών σε συγχρηματοδοτούμενα έργα.».

Σύμφωνα με την νομολογία του ΔΕΚ, έχει αναγνωρισθεί μόνο μια δυνατότητα εξαίρεσης, σε σχέση με την υποχρέωση των κρατών μελών να ανακτήσουν τις ενισχύσεις. Είναι η περίπτωση της απολύτου αδυναμίας ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως από το κράτος μέλος (ΔΕΚ C 404/2000).
Το ΔΕΚ επιμένει ότι τα κράτη μέλη έχουν υποχρέωση για πραγματική και άμεση εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής για την ανάκτηση των ενισχύσεων, οι οποίες έχουν κηρυχθεί παράνομες, είτε με απόφασή της, είτε με απόφαση του Δικαστηρίου.

«Ο ενωσιακός δικαστής έχει ερμηνεύσει την έννοια της «απόλυτης αδυναμίας» με πολύ περιοριστικό τρόπο. Κατά πάγια νομολογία, απόλυτη αδυναμία ορθής εκτελέσεως της αποφάσεως υπάρχει μόνο όταν το κράτος αποδεικνύει ότι, λόγω νομικών ή πραγματικών ή τεχνικών προβλημάτων, δεν μπορεί να εκτελέσει με προσήκοντα τρόπο την απόφαση ανάκτησης και ταυτόχρονα αποδεικνύει τόσο ότι έχει προβεί σε συγκεκριμένες ενέργειες έναντι των εμπλεκόμενων επιχειρήσεων για την επιστροφή των ενισχύσεων, όσο και ότι έχει ενημερώσει την Επιτροπή και της έχει προτείνει εναλλακτικές λύσεις για να αντιμετωπισθούν τα προβλήματα. Ειδικότερα, ο ενωσιακός δικαστής έχει επιβεβαιώσει επανειλημμένως ότι το κράτος μέλος δεν μπορεί να επικαλείται απαιτήσεις της εθνικής νομοθεσίας του, όπως εθνικούς κανόνες παραγραφής, ή την απουσία τίτλου ανάκτησης βάσει της εθνικής νομοθεσίας ακόμα δε και διατάξεις περί δεδικασμένου. Ειδικότερα, δε σε ότι αφορά στις περιπτώσεις δεδικασμένου, το ζήτημα δεν αφορά μόνο στην ύπαρξη καθεαυτή του δεδικασμένου, αλλά και την κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ Επιτροπής και Εθνικού Δικαστή. Όμοια αντιμετώπιση έχει υπάρξει και για τις διατάξεις εκείνες που προβλέπουν αποσβεστική προθεσμία για την ανάκληση των διοικητικών πράξεων, οι οποίες έχουν κριθεί ως αντιβαίνουσες στην αρχή της άμεσης και πραγματικής εκτέλεσης της απόφασης της Επιτροπής.
Επίσης έχει αποκλεισθεί ως στοιχείο απόδειξης της απόλυτης αδυναμίας η επίκληση ότι μια εταιρεία αντιμετωπίζει οικονομικές δυσχέρειες. Σε τέτοιας φύσεως περιπτώσεις ο ενωσιακός δικαστής επεσήμανε ότι η έλλειψη ανακτήσιμων στοιχείων ενεργητικού αποτελεί το μοναδικό μέσο, μέσω του οποίου το κράτος μέλος μπορεί να αποδείξει την απόλυτη αδυναμία ανακτήσεως της ενίσχυσης. Αιτιολογική βάση της συσταλτικής στις περιπτώσεις οικονομικών δυσχερειών της εμπλεκόμενης επιχείρησης αποτελεί το σκεπτικό ότι, εφόσον ο σκοπός που επιδιώκει η Επιτροπή είναι η κατάργηση της ενίσχυσης, αυτός μπορεί να επιτευχθεί, ακόμα και με την εκκαθάριση ή και την πτώχευση της επιχείρησης και, ως εκ τούτου, το κράτος θα πρέπει να εγγραφεί στη λίστα των πιστωτών της, και θα ικανοποιηθεί μέσω της εκποίησης των περιουσιακών στοιχείων της επιχείρησης. Μόνον τότε γίνεται δεκτό ότι το κράτος, από την πλευρά του, έλαβε όλα τα αναγκαία μέτρα για να εκτελέσει τις επιταγές της απόφασης ανάκτησης.
Μιαν άλλη πτυχή της αυτής επιχειρηματολογίας περί «απόλυτης» αδυναμίας αποτελούν οι περιπτώσεις, όπου τα κράτη μέλη ισχυρίζονται ότι δεν είναι σε θέση να εκτελούν την Ενωσιακή απόφαση ανάκτησης, λόγω διοικητικών ή τεχνικών δυσχερειών.
Ο ενωσιακός δικαστής, επίσης, αρνήθηκε την υπαγωγή των περιπτώσεων αυτών στο πεδίο εφαρμογής της έννοιας της «απόλυτης αδυναμίας», ακόμα και σε περιπτώσεις ανυπέρβλητων εσωτερικών δυσχερειών. Ενδεικτικά αναφέρεται ότι οι διατάξεις του εθνικού δικαίου, τις οποίες επικαλούνται τα κράτη μέλη ή οι επιχειρήσεις για να αποφύγουν την ανάκτηση, όπως π.χ. η καλή πίστη ή ο αδικαιολόγητος πλουτισμός, πρέπει να παραμερίζονται προκειμένου να παρέχεται πλήρης ισχύς στην ενωσιακή απόφαση ανάκτησης.
Ως εκ τούτου, η εκάστοτε εθνική αρχή υποχρεούται, βάσει των ενωσιακών υποχρεώσεων, να ανακαλεί την απόφαση που χορήγησε την παράνομη ενίσχυση, ακόμα και αν παρήλθε εξαιτίας της αρχής αυτής η αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται για τον σκοπό αυτόν από το εθνικό δίκαιο, χάριν της ασφάλειας δικαίου, ακόμα και εάν αυτό αποκλείεται από το εθνικό δίκαιο, λόγω του ότι ο δικαιούχος της ενισχύσεως δεν είναι πλέον πλουσιότερος και δεν ενήργησε κακόπιστα. Το Δικαστήριο έχει, επίσης, αποφανθεί ότι το κράτος μέλος το οποίο, κατά την εκτέλεση της αποφάσεως της Επιτροπής περί κρατικών ενισχύσεων, αντιμετωπίζει δυσχέρειες που δεν είχαν προβλεφθεί και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν ή αντιλαμβάνεται ότι θα υπάρξουν συνέπειες που δεν είχε υπολογίσει η Επιτροπή, οφείλει να θέσει τα προβλήματα αυτά στην κρίση της Επιτροπής, προτείνοντας κατάλληλες τροποποιήσεις της επίμαχης αποφάσεως.
Στην περίπτωση αυτή, βάσει του κανόνα που επιβάλλει στα κράτη μέλη και στα όργανα της Ένωσης αμοιβαία καθήκοντα ειλικρινούς συνεργασίας, έκφραση του οποίου αποτελεί ιδίως το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΛΕΕ, η Επιτροπή και το κράτος μέλος οφείλουν να συνεργαστούν καλόπιστα, προκειμένου να υπερνικήσουν τις δυσχέρειες, τηρώντας πλήρως τις διατάξεις της Συνθήκης, ιδίως εκείνες που αφορούν τις ενισχύσεις.
Η ως άνω νομολογιακή κατεύθυνση επιβεβαιώθηκε και στην ενδιαφέρουσα πρόσφατη απόφαση «Επιτροπή κατά Γερμανίας» όπου ναι μεν κρίθηκε ότι ο εκ μέρους του εθνικού δικαστηρίου έλεγχος εκτελεστού τίτλου εκδοθέντος προς ανάκτηση παράνομης κρατικής ενίσχυσης και η ενδεχόμενη ακύρωση του τίτλου αυτού πρέπει να θεωρούνται απλή συνέπεια της αρχής της αποτελεσματικής ένδικης προστασίας η οποία συνιστά, κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου, γενική αρχή του δικαίου της Ένωσης, αλλά η καθυστέρηση που προέκυψε σε ότι αφορά στην ανάκτηση της ενίσχυσης κατέστησε εν τοις πράγμασι την ενίσχυση μη ανακτηθείσα και, ως εκ τούτου, δεν απεδείχθη απόλυτη αδυναμία.
Παρατηρούμε λοιπόν ότι ο ενωσιακός δικαστής ερμηνεύει με συνθήκες απόλυτης συστολής την αποδεκτή, επί της αρχής έννοια της «απόλυτης αδυναμίας» αποδεικνύοντας, κατ’ αυτόν τον τρόπο, τον «πυρήνα» της στοχοθεσίας των διατάξεων περί ανάκτησης.
Η ομαλή μετάβαση στις, προ αντι-ανταγωνιστικής πράξης, συνθήκες αγοράς είναι τόσο ισχυρός στόχος, ώστε η εν γένει επιχειρηματολογία, αλλά πολύ περισσότερο και αυτή που, δυνητικά, μπορεί να αποτρέψει την ανάκτηση, όπως η ύπαρξη συνθηκών «απόλυτης αδυναμίας», διατρέχει διαδικασία έντονου νομικού και πραγματικού «φιλτραρίσματος», προκειμένου να εξυπηρετηθεί η λυσιτελής εφαρμογή του οικείου νομικού πλαισίου».(Σχ.Γ. Κότσηρας-Ανάκτηση Κρατ. Ενισχ. κατά το Ενωσιακό Δίκαιο και την Ελληνική έννομη τάξη).
Περαιτέρω, οι αποφάσεις ανάκτησης, που εκδίδει η Επιτροπή, θα πρέπει να προσδιορίζουν με σαφήνεια το ποσό ή τα ποσά της ενίσχυσης, που πρέπει να ανακτηθούν από τις επιχειρήσεις, εντός μάλιστα συγκεκριμένης προθεσμίας. Ωστόσο έχει γίνει επίσης δεκτό από το ΔΕΚ, ότι η Επιτροπή δεν μπορεί, ούτε έχει την νομική υποχρέωση να ορίσει το ακριβές ποσό που πρέπει να ανακτηθεί, γι’ αυτό είναι επαρκές η απόφαση της Επιτροπής να περιλαμβάνει τις πληροφορίες, που θα επιτρέπουν στα κράτη μέλη να προσδιορίσουν το ποσό χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Κατά συνέπεια η Επιτροπή προσδιορίζει στην απόφασή της ότι το κράτος μέλος θα πρέπει να ανακτήσει κάθε ενίσχυση, που χορηγήθηκε.
Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 του Διαδικαστικού Κανονισμού, το ποσό της ανάκτησης, περιλαμβάνει και τους σχετικούς τόκους, οι οποίοι ορίζονται από την Επιτροπή ή το Δικαστήριο.
Το σημαντικό για τους υπόχρεους επιστροφής των ενισχύσεων είναι ότι, οι τόκοι οφείλονται από την ημερομηνία κατά την οποία, η παράνομη ενίσχυση ετέθη στη διάθεση του δικαιούχου, μέχρι την ημερομηνία της ανάκτησής της, και σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο η ευθύνη πέραν του νομικού προσώπου, επεκτείνεται και στα ασκούντα διοίκηση, διαχείριση και διεύθυνση φυσικά πρόσωπα, ευθύνονται αλληλεγγύως.
Βεβαίως υπεύθυνος, έναντι της Επιτροπής, για την εφαρμογή της απόφασης ανάκτησης είναι το κράτος μέλος και όχι ο δικαιούχος της ενισχύσεως και υπόχρεος για την επιστροφή της. Γι’ αυτό το κράτος μέλος θα πρέπει να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την ανάκτηση της ενισχύσεως από τον αποδέκτη. Σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 3 του Διαδικαστικού κανονισμού, το κράτος μέλος έχει υποχρέωση να παρέχει στην Επιτροπή, όλα τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι κοινοποίησε στον αποδέκτη την υποχρέωσή του να επιστρέψει την ενίσχυση και χωρίς καθυστέρηση.

Το Δικαστήριο, επί προδικαστικής παραπομπής του Ιταλού Δικαστή/2014, κρίνει τα ακόλουθα στις σκέψεις 29, 30, 31 και 32 : «Συναφώς, υπενθυμίζεται ότι η εφαρμογή των περί ανταγωνισμού κανόνων της Ένωσης θεμελιώνεται στην υποχρέωση καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ, αφενός, των εθνικών δικαστηρίων και, αφετέρου, της Επιτροπής και των δικαιοδοτικών οργάνων της Ένωσης, στο πλαίσιο της οποίας έκαστο ενεργεί σύμφωνα με την αποστολή που του έχει ανατεθεί από τη Συνθήκη Λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ). Στο πλαίσιο της συνεργασίας αυτής, τα εθνικά δικαστήρια οφείλουν να λαμβάνουν όλα τα γενικά ή ειδικά μέτρα που είναι πρόσφορα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το δίκαιο της Ένωσης και να μην λαμβάνουν μέτρα ικανά να θέσουν σε κίνδυνο την επίτευξη των σκοπών της Συνθήκης, όπως προκύπτει από το άρθρο 4, παράγραφος 3, ΣΕΕ.
Ως εκ τούτου, αν το εθνικό δικαστήριο έχει αμφιβολίες ή αντιμετωπίζει δυσχέρειες ως προς τον υπολογισμό του ποσού των προς ανάκτηση ενισχύσεων, έχει πάντοτε τη δυνατότητα να απευθυνθεί στην Επιτροπή, προκειμένου αυτή να του παράσχει τη συνδρομή της σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, σχετικά με την εφαρμογή της νομοθεσίας περί κρατικών ενισχύσεων από τα εθνικά δικαστήρια. Συνεπώς, μολονότι οι θέσεις τις οποίες λαμβάνει η Επιτροπή δεν δεσμεύουν το εθνικό δικαστήριο, επιβάλλεται η επισήμανση ότι, στο μέτρο που τα στοιχεία τα οποία περιέρχονται στις εν λόγω θέσεις καθώς και στις γνωμοδοτήσεις της Επιτροπής τις οποίες έχει ενδεχομένως ζητήσει το εθνικό δικαστήριο, υπό συνθήκες όπως οι εκτεθείσες στην προηγούμενη σκέψη, σκοπούν στη διευκόλυνση της εκπληρώσεως του καθήκοντος των εθνικών αρχών στο πλαίσιο της άμεσης και αποτελεσματικής εκτελέσεως της αποφάσεως περί ανακτήσεως και βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας, το εθνικό δικαστήριο οφείλει να τις λάβει υπόψη και όλα τα στοιχεία της δικογραφίας που έχει κατατεθεί ενώπιόν του. Κατόπιν όλων των ανωτέρω σκέψεων, στο πρώτο ερώτημα πρέπει να δοθεί η απάντηση ότι, καίτοι, προς εκτέλεση μιας αποφάσεως της Επιτροπής με την οποία καθεστώς ενισχύσεων κηρύσσεται παράνομο και ασύμβατο προς την εσωτερική αγορά και διατάσσεται η ανάκτηση των επίμαχων ενισχύσεων, αλλά δεν προσδιορίζονται οι κατ’ ιδίαν λήπτες των ενισχύσεων αυτών και τα ακριβή ποσά που πρέπει να επιστραφούν, το εθνικό δικαστήριο δεσμεύεται από την απόφαση αυτή, δεν δεσμεύεται, αντιθέτως, από τις θέσεις που λαμβάνει το εν λόγω θεσμικό όργανο στο πλαίσιο εκτελέσεως της ανωτέρω αποφάσεως. Πάντως το εθνικό δικαστήριο οφείλει, βάσει της αρχής της καλόπιστης συνεργασίας την οποία προβλέπει το άρθρο 4, παρ. 3, ΣΕΕ, να λάβει υπόψη τις θέσεις αυτές ως στοιχείο εκτιμήσεως στο πλαίσιο της ένδικης διαφοράς της οποίας έχει επιληφθεί.

Ακολούθως με το άρθρο 260 της ΣΛΕΕ, εάν το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), διαπιστώσει ότι κράτος μέλος, έχει παραβεί υποχρέωσή του εκ των Συνθηκών, το κράτος αυτό οφείλει, να λάβει τα μέτρα, που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου.
Εάν η Επιτροπή κρίνει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν έλαβε τα μέτρα, που συνεπάγεται η εκτέλεση της αποφάσεως του Δικαστηρίου, μπορεί να προσφύγει στο Δικαστήριο, αφού παράσχει στο κράτος αυτό τη δυνατότητα να υποβάλει τις παρατηρήσεις του. Προσδιορίζει το ύψος του κατ΄ αποκοπήν ποσού, ή της χρηματικής ποινής, που οφείλει να καταβάλει το κράτος μέλος και το οποίο η Επιτροπή κρίνει κατάλληλο για την περίσταση.
Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το συγκεκριμένο κράτος μέλος δεν συμμορφώθηκε με την απόφασή του, μπορεί να του επιβάλει την καταβολή κατ΄ αποκοπήν ποσού ή χρηματικής ποινής.

Μια εξαιρετικής σημασίας απόφαση του τότε Πρωτοδικείου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων (ΠΕΚ) και νυν Γενικού Δικαστηρίου, είναι αυτή της υπόθεσης Deggendorf, το Πρωτοδικείο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων αποφάνθηκε ότι, «η Επιτροπή όταν εξετάζει το ασυμβίβαστο κρατικής ενισχύσεως με την κοινή αγορά, πρέπει να λαμβάνει υπόψη, όλα τα στοιχεία που ασκούν επιρροή, περιλαμβανομένων, αν παρίσταται ανάγκη, του πλαισίου που έχει ήδη αξιολογηθεί σε προηγούμενη απόφαση, καθώς και των υποχρεώσεων που αυτή η προηγούμενη απόφαση, επέβαλε σε κράτος μέλος. Επομένως, η Επιτροπή είχε την εξουσία να λάβει υπόψη αφενός το ενδεχόμενο σωρευτικό αποτέλεσμα παλαιών ενισχύσεων …και των νέων ενισχύσεων … και αφετέρου, το ότι οι παλαιές ενισχύσεις που κηρύχθηκαν παράνομες δεν είχαν επιστραφεί.».
Κατ’ εφαρμογή της απόφασης αυτής, και για να αποφεύγεται η στρέβλωση του ανταγωνισμού που αντιβαίνει στο κοινό συμφέρον, η Επιτροπή μπορεί να διατάξει κράτος μέλος να αναστείλει την πληρωμή νέας συμβιβάσιμης ενίσχυσης σε επιχείρηση, η οποία έχει στη διάθεσή της παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση που υπόκειται σε προηγούμενη απόφαση ανάκτησης και τούτο μέχρις ότου το κράτος μέλος πειστεί ότι η εν λόγω επιχείρηση έχει επιστρέψει στην παλαιά παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση.
Η Επιτροπή εφαρμόζει τα τελευταία έτη την ονομαζόμενη αρχή Deggendorf με πιο συστηματικό τρόπο. Στην πράξη, κατά τη διάρκεια της προκαταρκτικής εξέτασης ενός νέου μέτρου ενίσχυσης, η Επιτροπή ζητά από το σχετικό κράτος μέλος να αναλάβει τη δέσμευση ότι θα αναστείλει την καταβολή νέας ενίσχυσης σε οποιονδήποτε αποδέκτη οφείλει να επιστρέψει παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση που υπόκειται σε προηγούμενη απόφαση ανάκτησης. Εάν το κράτος μέλος δεν αναλάβει τη δέσμευση αυτή ή εάν δεν υπάρχουν σαφή στοιχεία για τα μέτρα ενίσχυσης που υπεισέρχονται και που εμποδίζουν την Επιτροπή να αξιολογήσει την συνολική επίπτωση της παλαιάς και της νέας ενίσχυσης στον ανταγωνισμό, η Επιτροπή λαμβάνει τελική απόφαση υπό όρους βάσει του άρθρου 7 παράγραφος 4 του Διαδικαστικού Κανονισμού απαιτώντας από το σχετικό κράτος μέλος να αναστείλει την καταβολή νέας ενίσχυσης μέχρις ότου πεισθεί ότι ο σχετικός δικαιούχος έχει επιστρέψει την παλαιά παράνομη και ασυμβίβαστη ενίσχυση, περιλαμβανομένων τυχόν οφειλόμενων τόκων στο πλαίσιο στο πλαίσιο της ανάκτησης. Η αρχή «Deggendorf» έχει εν τω μεταξύ ενσωματωθεί στις κοινοτικές κατευθυντήριες γραμμές όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και την αναδιάρθρωση προβληματικών επιχειρήσεων και στους πρόσφατους κανονισμούς απαλλαγής κατά κατηγορία. Η επιτροπή σκοπεύει να ενσωματώσει την αρχή αυτή σε όλους τους προσεχείς κανόνες για τις κρατικές ενισχύσεις και τις σχετικές αποφάσεις.
(Βλ. Ανακοίνωση Επιτροπής 2007/C272/2005).

ΙΙΙ. Συμπέρασμα

Με βάση το ιστορικό της εδώ εξεταζόμενης υποθέσεως, διαπιστώνεται ότι, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ενωσιακού Δικαίου και κατά κύριο λόγο την νομολογία του Δικαστηρίου και του Πρωτοδικείου ΕΕ,(Γενικού Δικαστηρίου), η ανάκτηση των συγκεκριμένων ενισχύσεων, παρίσταται άκρως καταχρηστική και λαμβάνει πλέον την μορφή κύρωσης, χαρακτηρισμό τον οποίο… έχει αποκλείσει η νομολογία του Δικαστηρίου, ως ασυμβίβαστο με τον επιδιωκόμενο σκοπό της ανακτήσεως. Και αποτελεί κύρωση , διότι τόσον η Επιτροπή, όσον και οι Ελληνικές Αρχές, ζητούν την ανάκτηση των ενισχύσεων εντόκως από το έτος 1992 μέχρι και σήμερα, οι οποίες όμως ενισχύσεις, έχουν ήδη χαρακτηρισθεί από το ΔΕΚ, παράνομες, το έτος 2004, και από την Επιτροπή το έτος 1995, δηλαδή μετά από την πάροδο είκοσι και πλέον ετών.
Άποψή μας είναι ότι, προ πάσης ενεργείας τόσον της Επιτροπής, όσον και των Εθνικών Αρχών, θα πρέπει να απαντηθεί με ποιόν τρόπο υλοποιείται η Ενωσιακή Αρχή της επαναφοράς της κατάστασης, που υπήρχε στην αγορά πριν από την χορήγηση της ενίσχυσης, στοιχείο απαραίτητο, προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι διατηρούνται ισότιμοι όροι ανταγωνισμού στην εσωτερική αγορά, σύμφωνα με τα οριζόμενα στη συνθήκη ΕΚ. Μήπως, η αδράνεια στην οποία έχουν περιέλθει τόσον τα δικαιώματα της Επιτροπής, όσον και των εθνικών κρατικών αρχών, εξαιτίας του διαδραμόντος χρόνου, νοθεύουν σήμερα τον ανταγωνισμό, σε βάρος των αγροτικών συνεταιρισμών και μάλιστα υπό τις παρούσες συνθήκες, οι οποίες έχουν μεταβληθεί σημαντικά και απρόβλεπτα σε σχέση με τον πραγματικό χρόνο της ανάκτησης; Και ποια είναι η έννοια του άρθρου 14 του Διαδικαστικού Κανονισμού, όπως ίσχυσε, αλλά και ισχύει ότι η ανάκτηση πραγματοποιείται αμελλητί και σύμφωνα με τις διαδικασίες της εθνικής νομοθεσίας του οικείου κράτους μέλους, οι οποίες γίνονται με την επιμέλεια και την βοήθεια της Επιτροπής; Αν η Επιτροπή και οι Εθνικές Αρχές δώσουν εσωτερικά ως όργανα, απάντηση στα ερωτήματα αυτά, τότε να συνεχίσουν τις διαδικασίες των ανακτήσεων. Και όλα αυτά αφού λάβουν υπόψιν τους ότι τα ποσά των ανακτήσεων βαρύνονται με τόκους.
Η αναφορά μας στην νομολογία του Δικαστηρίου, ως άνω, καταδεικνύει ότι όλα τα δικαιώματα ασκούνται στο πλαίσιο των γενικών αρχών της Ένωσης, οι οποίες στην υπόθεση των αγροτικών συνεταιρισμών παραβιάζονται.

Α.Θ. Μητροπούλου



Προτεινόμενο Σχέδιο Νόμου για τους Αγροτικούς Συνεταιρισμούς: Μια κακή συρραφή διατάξεων προηγουμένων νομοθετημάτων (Ανδριανή - Άννα. Μητροπούλου)


«…….Στη δημοκρατική Αθήνα, ο Πλάτων έγραφε: «Κακίστη πόλις η πλείστους έχουσα νόμους...»... Και στην αυτοκρατορική Ρώμη, ο ιστορικός Τάκιτος πρόσθετε: «Όσο πιο διεφθαρμένο είναι το κράτος, τόσο πιο πολλούς νόμους έχει» («Corruptissima republica, plurimae leges» Και στη βασιλευομένη Αγγλία, ο Thomas Hobbes θα γράψει ρεαλιστικά: «Οι άχρηστοι νόμοι είναι παγίδες για χρήμα».
Και οι Επιζεφύριοι Λοκροί της Κάτω Ιταλίας είχαν βρει την εξής λύση :
«Αν κάποιος θελήσει να προτείνει έναν καινούργιο νόμο, το κάνει έχοντας περασμένη μια θηλιά στον λαιμό του. Κι αν ο νόμος φανεί καλός και χρήσιμος, αυτός που τον πρότεινε φεύγει απείραχτος, αν όμως όχι, τότε τραβάνε τη θηλιά και πεθαίνει» (Γνώμες-Μ. Πλωρίτης 2001)…».
Δόθηκε στην δημοσιότητα (Αγρότυπος -Ιούλιος 2015), το «νέο» σχέδιο νόμου για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς του Υπουργείου Παραγωγικής Ανασυγκρότησης Περιβάλλοντος και Ενέργειας.
Για μια ακόμη φορά, παρά τα όσα γράφτηκαν και ακούστηκαν, κατά την ψήφιση του ν. 4015/2011,διαπιστώνεται το χάος που δημιουργεί η πλήρης άγνοια της οικονομικής λειτουργίας του συνεταιρισμού.
Η έννοια των παγκοσμίως αναγνωρισμένων συνεταιριστικών αρχών και αξιών, που υποχρεωτικά, πρέπει να διατρέχει τις διατάξεις του προτεινομένου σχεδίου νόμου, είναι απούσα.
Αν οι εκάστοτε συντάκτες των νόμων για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, δεν κατανοήσουν ότι ο Συνεταιρισμός έχει μια ειδική χρηματοοικονομική διάρθρωση, η οποία σκοπεί στην επίτευξη του συνεταιριστικού σκοπού, υπό το φως όμως των συνεταιριστικών αρχών, είναι προτιμότερο να απέχουν κάθε καταστροφικής πρωτοβουλίας.
Το «νέο» σχέδιο νόμου είναι πολύ κακό. Ουσιαστικά δεν αποτελεί νέο προτεινόμενο σχέδιο νόμου αλλά μια πολύ κακή συρραφή διατάξεων προηγουμένων νομοθετημάτων, τις ορθές διατάξεις μάλιστα των οποίων αναιρεί, με τη διαστρέβλωση.
Αυτό φαίνεται με μια απλή ανάγνωση των διατάξεων, όπου παρατηρείται η σύγχυση που επικρατεί στην απόδοση των εννοιών, πέραν της κακής νομοθετικής διάρθρωσής του. Οι συντάκτες δεν έχουν το δικαίωμα να αφήνουν αρρύθμιστες καταστάσεις, που δημιούργησαν οι «αναγκαστικές» διατάξεις του ν. 4015/2011. Δεν έχουν δικαίωμα να αφήνουν αρρύθμιστες τις συλλογικές μορφές δράσης των συνεταιρισμών. Δεν έχουν δικαίωμα να γυρίζουν στις διατάξεις του ν. 1541/1985, οι οποίες στραγγάλιζαν την συνεταιριστική πρωτοβουλία και συλλογική επιχειρηματική δράση. Δεν έχουν δικαίωμα να καταργούν τη δυνατότητα προσέλκυσης κεφαλαίων από τα ίδια τα μέλη μέσω των μερίδων τους. Δεν έχουν δικαίωμα να αρνούνται το σύγχρονο management στην διοίκηση των συνεταιρισμών.
Θα ήθελα να είμαι περισσότερο συγκεκριμένη ,ώστε να στοιχειοθετήσω επαρκώς τους ισχυρισμούς μου, με αναφορά στις επί μέρους διατάξεις του προτεινομένου σχεδίου νόμου, αλλά θεωρώ ότι είναι άδικος κόπος.
Αν η πολιτική ηγεσία του ΥΠΑΠΕΝ αποφασίσει, όπως άλλωστε οφείλει, να ασχοληθεί σοβαρά με την συνεταιριστική νομοθεσία οφείλει να επαναφέρει σε ισχύ τον ν. 2810/2000, με παρέμβαση σε ορισμένες διατάξεις του, οι οποίες είναι αναγκαίες λόγω της πραγματικής κατάστασης, που έχει δημιουργηθεί σήμερα στους συνεταιρισμούς.
Σε περίπτωση μάλιστα, που αποφασίσει να βοηθήσει τους συνεταιρισμούς, όπως άλλωστε οφείλει κατά το Σύνταγμα, θα πρέπει να επενδύσει στην συνεταιριστική εκπαίδευση και στην επανασύσταση του κυρίαρχου θεσμικού οργάνου συντονισμού, παροχής συνεταιριστικής εκπαίδευσης και ουσιαστικής επιστημονικής βοήθειας στο έργο των συνεταιρισμών.
Διότι οι εκπαιδευμένοι συνεταιριστές δεν εκχωρούν τα δικαιώματά τους, όσον αφορά στην χρηματοοικονομική τους λειτουργία και θεσμική εκπροσώπηση σε τρίτους ιδιώτες, για έναν πολύ απλό λόγο, διότι δεν έχουν τον ίδιο συνεταιριστικό πολιτισμό.
Ο συνεταιρισμός ως αυτοβοηθούμενη, εξ ορισμού, επιχειρηματική οργάνωση, απαντά στις ανάγκες της, μέσα από τα μέλη της και τα εξειδικευμένα επιστημονικά της στελέχη κάθε ειδικότητας, τα οποία προηγουμένως έχουν τύχει συνεταιριστικής εκπαίδευσης.
Άλλως δεν υπηρετείται ο θεσμός, υπηρετείται μια απλή συμβατική επιχείρηση.
Το θέμα αυτό το αντιμετωπίζουν οι συνεταιρισμοί σήμερα στη χώρα μας σε θέματα φορολογίας. Η άγνοια της λειτουργίας του θεσμού οδηγεί σε παρερμηνεία των υφισταμένων διατάξεων, με αποτέλεσμα οι συνεταιρισμοί, να καταβάλουν φόρους, που δεν οφείλονται.

Ανδριανή-Άννα Μητροπούλου
               Δικηγόρος
Πρώην Νομικός Σύμβουλος ΠΑΣΕΓΕΣ


Οφειλόμενη διόρθωση (Κ. Παπαγεωργίου)


Στο προηγούμενο τεύχος, με τίτλο «Προς νέο νόμο για τους συνεταιρισμούς;», περιλαμβανόταν η ακόλουθη παράγραφος:
«Πριν από αρκετό καιρό, το Υπουργείο Οικονομικών είχε ζητήσει τη συνδρομή του Ευρωπαϊκού Τμήματος της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης (Cooperatives Europe) στην επεξεργασία σχεδίου νόμου για τους συνεταιρισμούς. Παρά το γεγονός ότι υπήρξε θετική ανταπόκριση, με την προϋπόθεση να καλυφθούν μόνο οι δαπάνες για συγκεκριμένες ημέρες εργασίας μιας ομάδας ξένων εμπειρογνωμόνων, δεν υπήρξε συνέχεια στο θέμα και αυτό συνιστά αρνητικό προηγούμενο.»

Καλός φίλος του περιοδικού επισήμανε ότι η αναφερόμενη ως «προϋπόθεση να καλυφθούν μόνο οι δαπάνες …» δεν ευσταθεί, διότι δεν ζητήθηκε από την ελληνική πλευρά να καλύψει τις δαπάνες (συνολικά 34.826 ευρώ), που αποτέλεσε τον προϋπολογισμό για τη σύνταξη σχεδίου νόμου πλαισίου για όλες τις κατηγορίες των συνεταιρισμών (πλην των αγροτικών), που αποτελούσε αρμοδιότητα των Υπουργείων Οικονομίας και Οικονομικών. Το Ευρωπαϊκό Τμήμα των Συνεταιρισμών (Cooperatives Europe) της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης (ICA) φρόντιζε να καλυφθούν οι σχετικές δαπάνες από συνεταιριστικές οργανώσεις άλλων χωρών

Η πρόταση είχε ημερομηνία 23 Ιουλίου 2012 και ο προγραμματισμός εφαρμογής του προγράμματος πρόβλεπε έναρξη τον Σεπτέμβριο του 2012 και ολοκλήρωση το τέλος Ιανουαρίου 2013

Κατόπιν αυτού, που τεκμηριώνεται από το σχετικό έγγραφο, το ερώτημα μεγεθύνεται: Γιατί δεν δόθηκε συνέχεια στην προκλητικά γενναιόδωρη και εγγυημένα ποιοτική πρόταση;


Κ. Παπαγεωργίου

Πήγασος Αγροδιατροφή – 7 Grapes



Ο αγροτικός συνεταιρισμός «Πήγασος Αγροδιατροφή» απασχόλησε τα εξειδικευμένα αγροτικά έντυπα1 τους τελευταίους μήνες, ως ένα εξαιρετικό παράδειγμα επιτυχίας στην παραγωγή και εμπορία νωπών σταφυλιών. Πρόκειται για Οργάνωση Παραγωγών, που ιδρύθηκε το 2010 στο Κιάτο Κορινθίας από 7 παραγωγούς. Το 2015 τα μέλη είναι 51 παραγωγοί, που καλλιεργούν τις ποικιλίες σουλτανίνα και Grimson σε 1900 στρέμματα στις περιφέρειες Πελοποννήσου, Θεσσαλίας και Κεντρικής Μακεδονίας και εξάγουν τα σταφύλια με το εμπορικό σήμα 7 Grapes σε μεγάλα σούπερ-μάρκετ (Marks and Spencer, Waitrose, Sainsbury’s, Tesco, Co-op, Aldi, Delhaize, κλπ.).
Η Οργάνωση Παραγωγών συμμετέχει σε διεθνές πρόγραμμα για βιολογική καλλιέργεια, χρησιμοποιώντας τεχνογνωσία της εταιρείας Bayer. Διαθέτει πρότυπη μονάδα τυποποίησης και συσκευασίας σταφυλιών στο Κιάτο Κορινθίας, με δυναμικότητα συσκευασίας 4.500 τόνων επιτραπέζιων σταφυλιών και χώρους μακράς αποθήκευσης 1.500 τόνων. Η βιολογική καλλιέργεια υποστηρίζεται από δίκτυο μετεωρολογικών σταθμών στους αμπελώνες, για τη συγκέντρωση και αξιοποίηση των μετεωρολογικών δεδομένων μέσω λογισμικού, ώστε να περιορίζεται στο ελάχιστο η χρήση σκευασμάτων, γεγονός που περιορίζει το κόστος και συντελεί στην προστασία του περιβάλλοντος και του καταναλωτή.
Την πρωτοβουλία για την ίδρυση της Πήγασος Αγροδιατροφή είχε ο κ. Μάριος Λέγγας, αγρότης με μεταπτυχιακές σπουδές στην Τεχνολογία Τροφίμων και στη Διοίκηση Ποιότητας και εμπειρία εργασίας σε μεγάλες επιχειρήσεις τροφίμων του εξωτερικού.
Η στρατηγική που ακολουθήθηκε για την αύξηση των μελών και των εκτάσεων, περιλάμβανε ενημέρωση και εκπαίδευση των νέων παραγωγών και η συνεργασία με την Τράπεζα Πειραιώς σε πρόγραμμα συμβολαιακής γεωργίας.
Στόχος του συνεταιρισμού είναι το 25% των νωπών σταφυλιών που καταναλώνεται στο εξωτερικό να είναι ελληνικά.
Ενδιαφέρουσα είναι η απάντηση του κ. Λέγγα στο ερώτημα της Δημοσιογράφου Μ. Λαμπαδίτη της Εφημερίδας Πρώτο Θέμα: Τι θα πρότεινε σε κάποιον νέο, ο οποίος εξαιτίας της ανεργίας θέλει να στραφεί στη γη. Θα τον ενθάρρυνε να ασχοληθεί με τις καλλιέργειες της «μόδας», όπως είναι το ιπποφαές, το ακτινίδιο ή το γκότζι-μπέρι; Είπε: «Ανησυχώ ότι θα εξελιχθεί σε φούσκα αυτή η τάση. Έχουμε κλίμα, νερό, πάρα πολύ καλά χώματα και πάρα πολύ δυνατά προϊόντα. Έχουμε το λάδι, την ελιά, το σταφύλι και άλλα φρούτα. Το ξέρετε ότι η Ελλάδα είναι από τις τυχερές χώρες που δεν θα επηρεαστούν πολύ από την κλιματική αλλαγή, λόγω των ορεινών όγκων και της μεγάλης ακτογραμμής της; Προτείνω αμπέλι και πάλι αμπέλι. Δεν χρειάζεται να ανακαλύψουμε τον τροχό. Όπως έγραψε και ο Ελύτης, “αν αποσυνθέσεις την Ελλάδα, στο τέλος θα δεις να σου απομένουν μια ελιά, ένα αμπέλι και ένα καράβι. Που σημαίνει: με άλλα τόσα την ξαναφτιάχνεις”. Όλα τα έχουμε. Αυτά που λείπουν είναι η σταθερή ποιότητα και αξιοπιστία στις ξένες αγορές».

1 Βλ. περιοδικό «Αγρότυπος» (11.6.2015), «Αγροτικός Τύπος» - εβδομαδιαία έκδοση της εφημερίδας «Ελεύθερος Τύπος» (25.6.2015) και εφημερίδα «Πρώτο Θέμα» (16.8.2015, σελ. 19.

Edgar Parnell, «Επανεφεύρεση των Συνεταιρισμών»

Edgar Parnell – Βιογραφικό

Ο Edgar Parnell ξεκίνησε την επαγγελματική ζωή του σε καταναλωτικούς συνεταιρισμούς στο βόρειο τμήμα της Αγγλίας μετά τη στράτευσή του στη βασιλική αεροπορία της Μ. Βρετανίας. Σπούδασε με υποτροφία στο Συνεταιριστικό Κολλέγιο της Αγγλίας. Στα επόμενα χρόνια κατείχε διάφορες θέσεις ανώτερων διοικητικών στελεχών στους καταναλωτικούς συνεταιρισμούς του Ηνωμένου Βασιλείου και στη συνέχεια ως Γενικός Διευθυντής Συνεταιριστικής Ανάπτυξης στη Μποτσουάνα, όπου εγκατέστησε πρώτο σούπερ μάρκετ της χώρας και κεντρικό φορέα χονδρικής πώλησης.

Κατά την επιστροφή του στο Ηνωμένο Βασίλειο, διορίστηκε ως σύμβουλος διαχείρισης λιανικών πωλήσεων στην εταιρεία Clarks Ltd και αργότερα κατέλαβε μια παρόμοια θέση στην Κεντρική Συνεταιριστική Οργάνωση Χονδρεμπορίου του Ην. Βασιλείου (CWS). Στη συνέχεια έγινε το Διευθυντής λιανικού εμπορίου μη εδώδιμων ειδών της CWS καλύπτοντας καταστήματα σε όλη την Σκωτία. Στη συνέχεια κατέλαβε θέση Συμβούλου της βρετανικής κυβέρνησης για το Συνεταιριστικό Μάνατζμεντ προς την κυβέρνηση της Τζαμάικα. Άλλες θέσεις που ακολούθησαν περιλαμβάνουν: Υπεύθυνος του Ταμείου για την Έρευνα και την Ανάπτυξη της Αφρικής, ΟΗΕ / ΔΟΕ, Σύμβουλος Διαχείρισης και Μάρκετινγκ των συνεταιρισμών στην Ινδία, Διευθύνων Σύμβουλος του Ιδρύματος Plunkett της Οξφόρδης με έργο την παροχή ενός ευρέος φάσματος υπηρεσιών υποστήριξης για τους συνεταιρισμούς και τις σχετικές οργανώσεις, τόσο στο Ηνωμένο Βασίλειο όσο και διεθνώς, όπως η διαχείριση έργων ανάπτυξης και έρευνας, ιδιαίτερα στις αγροτικές περιοχές.

Στα πιο πρόσφατα χρόνια του έχουν ανατεθεί καθήκοντα Συμβούλου στο Ηνωμένο Βασίλειο και σε πάνω από 30 άλλες χώρες, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που ασχολούνται με την διακυβέρνηση των συνεταιρισμών, με οικονομικά και φορολογικά θέματα, με συνεταιριστική νομοθεσία, μελέτες σκοπιμότητας για την ίδρυση συνεταιρισμών, αναθεώρηση των προγραμμάτων βοήθειας για τους συνεταιρισμούς, εγκατάσταση και αξιολόγηση προγραμμάτων κατάρτισης για τους συνεταιρισμούς και το γεωργικό τομέα και την ανάπτυξη στρατηγικών για την αναδιοργάνωση συνεταιριστικών συστημάτων.

 Έχει διατελέσει μέλος της Γενικής Συνέλευσης της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης, συν-πρόεδρος της επιτροπής της ΕΕ για την Ανάπτυξη της Αγροτικής Οικονομίας της Πολωνίας, μέλος του Συμβουλίου της Ομοσπονδίας Αγροτικών Συνεταιρισμών (Ηνωμένο Βασίλειο), πρόεδρος της Επιτροπής της Εθνικής Οργάνωσης Συνεταιριστικής Ανάπτυξης, Εκπαίδευσης και Κατάρτισης του Ηνωμένου, καθώς και σε διάφορες ομάδες εργασίας της COGECA (Ομοσπονδίας των Γεωργικών Συνεταιρισμών της ΕΕ). Ο Edgar Parnell είναι ο συγγραφέας πολλών εξειδικευμένων εκδόσεων, συμπεριλαμβανομένου του βιβλίου «Επανεφεύρεση των Συνεταιρισμών – Επιχειρήσεις για τον 21
ο Αιώνα», στο οποίο εξετάζει το μεταβαλλόμενο ρόλο των συνεταιρισμών στο σημερινό επιχειρηματικό περιβάλλον. Το βιβλίο αυτό έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες.

Από την αποχώρησή του από την εργασία πλήρους απασχόλησης, εργάστηκε ως εθελοντής (VSO) στο Υπουργείο για την Αγροτική Μεταρρύθμιση στις Φιλιππίνες. Τώρα άλλη μια φορά επανήλθε και διαμένει στο Oxfordshire, Αγγλία.


Κ. Παπαγεωργίου και Ο. Κλήμη-Καμινάρη, «Οι Συνεταιρισμοί στην Ελλάδα», τόμοι 7 και 8

ΜΟΛΙΣ ΚΥΚΛΟΦΟΡΗΣΕ:

Από το ΙΝΣΤΙΤΟΥΤΟ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΩΝ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΩΝ (ΙΣΕΜ)

«Οι Συνεταιρισμοί στην Ελλάδα», τόμοι 7ος και 8ος
Τόμος 7ος : Περίοδος 1977-1981, σελ. 390
Τόμος 8ος : Περίοδος 1982-1993, σελ. 696

Η ιστορική πορεία των ελληνικών συνεταιρισμών κατά την περίοδο 1977-1993
με αυτούσια τα σημαντικά κείμενα, σε δύο τόμους,

συνέχεια των 6 τόμων του κλασικού έργου του ΑΡΙΣΤ. Ν. ΚΛΗΜΗ:
«ΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ»

Συγγραφείς είναι οι συνεχιστές του έργου του ΑΡΙΣΤ. Ν. ΚΛΗΜΗ:
  • Κων/νος Παπαγεωργίου, Ομότιμος Καθηγητής Συνεταιριστικής Οικονομίας του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών
  • Ολυμπία Κλήμη-Καμινάρη, Επ. Καθηγήτρια Συνεταιριστικής Οικονομίας του Παντείου Πανεπιστημίου
Τόμος 7ος , περίοδος 1977-1981

Προσπάθεια ανασύνταξης των συνεταιρισμών, σώρευση «νεφών» στον συνεταιριστικό ορίζοντα

-Προετοιμασία ένταξης στην ΕΟΚ – συγκρούσεις κομμάτων
-Κινητοποίηση για ενημέρωση αγροτών
-Ανάληψη σοβαρών πρωτοβουλιών από αγροτοσυνεταιριστικές επιχειρήσεις
-Απόκτηση επιστημόνων από τους αγροτικούς συνεταιρισμούς
-Προετοιμασία ίδρυσης Τοπικών Αγορών
-Υποσχέσεις για συνεταιριστικοποίηση της ΑΤΕ
-Ανταγωνισμός ΑΤΕ-συνεταιρισμών για τις ασφαλιστικές εργασίες
-Εσωτερικές διχαστικές αντιπαραθέσεις στην ΠΑΣΕΓΕΣ με κομματικό «άρωμα»
-Νέα Κυβέρνηση, νέες ιδέες

Τόμος 8ος , περίοδος 1982-1993

Η περίοδος κατεδάφισης των συνεταιρισμών, με όλα τα σημαντικά κείμενα της περιόδου

-Ο θρίαμβος του κομματισμού
-Η καταδίκη της ΚΥΔΕΠ και η διάλυσή της
-Το ναυάγιο των Τοπικών Αγορών
-Η ΑΤΕ, που από υπόσχεση να γίνει συνεταιριστική τράπεζα, έγινε Α.Ε., για να καταλήξει στην Τράπεζα Πειραιώς
-Το συνεχές Κόμμα-Κυβέρνηση-Συνεταιρισμοί
-Οι ερασιτεχνισμοί με τους αγροτοβιομηχανικούς συνεταιρισμούς
-Το σπρώξιμο της ΣΥΝΕΛ στο γκρεμό
-Τα χρέη, η ρύθμιση και ο εμπαιγμός των συνεταιρισμών
-Ο ρόλος του Τύπου
Συνέβησαν τυχαία;
Ποιοί ωφελήθηκαν;
Με περίληψη του τόμου, και Ευρετήριο και των 8 τόμων
Έκδοση: Ινστιτούτο Συνεταιριστικών Ερευνών και Μελετών (ΙΣΕΜ)
Εκδοτικός Οίκος: «Αμφιλύκη», Τριών Ναυάρχων 17, 262 22 ΠΑΤΡΑ, Τηλ. 2610-338888,
Τιμή (με έκπτωση) 30€ (οι δύο τόμοι), με αντικαταβολή. (Συμπεριλαμβάνονται τα έξοδα αποστολής).

(Δύο ζεύγη τόμων 55€, τρία ζεύγη τόμων 75€ )