Δευτέρα 29 Ιουνίου 2020

Μανιάτης Α., «Οι συνεταιρισμοί του αγροτικού τομέα»


Οι συνεταιρισμοί του αγροτικού τομέα

Αντώνιος Μανιάτης
Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών
Τμήμα Διοίκησης Αγροτικών Προϊόντων και Τροφίμων

Εισαγωγή
  Οι συνεταιρισμοί αποτελούν ένα θεσμό ο οποίος υπάγεται στο - σε ευρεία έννοια -  Εμπορικό Δίκαιο, ο οποίος αποτελεί έναν παραδοσιακό και μάλιστα – όχι απλώς αυτοτελή – αλλά «αυτόνομο» κλάδο. Αυτός ο θεσμός δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ένα εμβληματικό παράδειγμα των διαφόρων εταιρικών τύπων αυτού του κλάδου. Το συνεταιριστικό μοντέλο της οικονομίας αυτοπροσδιορίζεται σε αντιδιαστολή προς τον κρατικό τομέα και τον κεφαλαιοκρατικό[1]. Δεδομένου ότι η κλασική μείζων  διάκριση των συνεταιρισμών είναι σε αστικούς και αγροτικούς και ότι η μεγάλη πλειοψηφία των αγροτών είναι οργανωμένη στους αγροτικούς συνεταιρισμούς[2], θα ήταν ενδιαφέρον να επιχειρηθεί μία προσέγγιση του θεσμικού πλαισίου εκείνου του τύπου συνεταιρισμών ο οποίος προσδιορίζεται ως αγροτικός.

Ι. Ιστορική αναδρομή της νομοθεσίας για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς
Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί υπήχθησαν στον πρώτο, ενιαίο για τις διάφορες περιπτώσεις συνεταιρισμών, Ν.  602/1915 «Περί Συνεταιρισμών».
Στην τελευταία περίοδο αυταρχικής  διακυβέρνησης, το καθεστώς θέλησε να αλλάξει τη σύνθεση των διοικητικών και εποπτικών συμβουλίων των συνεταιριστικών οργανώσεων, πράγμα που μεθοδεύθηκε με την υιοθέτηση του Ν. 31/1967, με τον οποίο έληξε η θητεία των μελών αυτών των συμβουλίων. Εξάλλου, το Ν.Δ. 227/1973 για τους συνεταιρισμούς απέβη θνησιγενές καθώς δεν εφαρμόστηκε. Με το Ν.Δ. 66/1974 επανήλθαν τα διοικητικά συμβούλια που είχαν καταργηθεί με το Ν. 31/1967.
  Με το Ν. 921/1979 «Περί γεωργικών συνεταιρισμών», ο νομοθέτης διέσπασε το δίκαιο των συνεταιρισμών σε δίκαιο γεωργικών συνεταιρισμών και αστικών ενώ ο νόμος αυτός δεν έμελλε να μακροημερεύσει. Καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με το Ν. 1541 της 18.4.1985 για τις «Αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις». Αυτό που δεν αναφέρεται συνήθως είναι ότι μεσολάβησε ο Ν. 1257/1982, κατά τον οποίο η γενική συνέλευση της Πανελλήνιας Συνομοσπονδίας Ενώσεων Γεωργικών Συνεταιρισμών (ΠΑΣΕΓΕΣ) αποτελείται μόνο από Ενώσεις Αγροτικών Συνεταιρισμών (ΕΑΣ) και όχι από τις κεντρικές συνεταιριστικές ενώσεις, κοινοπραξίες και συνεταιριστικές εταιρείες, με περιορισμένο αριθμό ψήφων. Το άρθρο 14 παρ. 1 του νόμου απένεμε το δικαίωμα συμμετοχής στις αρχαιρεσίες  των γεωργικών συνεταιριστικών οργανώσεων σε όλα τα μέλη που θα εγγράφονταν εντός  45 ημερών από τη δημοσίευση του νόμου. Ταυτόχρονα, καθιερωνόταν και μία ασφαλιστική δικλείδα για τη μαζικοποίηση – εκδημοκρατισμό της εκλογικής βάσης των γεωργικών συνεταιρισμών. Ειδικότερα, το ίδιο άρθρο στην παρ. 2 προέβλεπε μία ταχύτατη διαδικασία εκδίκασης αίτησης ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του ειρηνοδικείου, σε περίπτωση κατά την οποία το διοικητικό συμβούλιο έχει απορρίψει αίτηση εγγραφής ή δεν αποφαίνεται για την αίτηση σε διάστημα 20 ημερών από την υποβολή της αίτησης.
   Με τη νομοθετική διάταξη – πρόσκληση για λαϊκή συμμετοχή στους αγροτικούς συνεταιρισμούς, μέσα σε λίγες ημέρες ενεγράφησαν σε αυτούς 182.000 νέα μέλη. Ωστόσο, μέσω των ψηφοδελτίων των παρατάξεων οι οποίες ήταν προσκείμενες στα πολιτικά κόμματα οι συνεταιρισμοί από υποδοχείς της παραγωγής κατέληξαν «κομματικά παραμάγαζα»[3], πολύ περισσότερο στο πλαίσιο του πολωτικού πολιτικού  κλίματος εκείνης της περιόδου. Ωστόσο, αυτός ο ιδιόρρυθμος δελεασμός των υποψήφιων συνεταιριστών αποτελεί μία σημαντική παράμετρο του ευρύτερου πολιτικού συστήματος της Ελλάδας, το οποίο άρχισε να ωριμάζει περίπου έναν αιώνα πριν, κατόπιν της εισαγωγής, στο δημοκρατικό Σύνταγμα του 1864, της αρχής της καθολικότητας της ψηφοφορίας για τις βουλευτικές εκλογές. Πρόκειται για την επικέντρωση της πολιτικής ζωής γύρω από τις εκλογικές αναμετρήσεις των βουλευτικών εκλογών, για να μη γίνει λόγος για τον παρεμφερή, παράλληλο θεσμό των εκλογών της τοπικής αυτοδιοίκησης[4]. Η καθολική ψηφοφορία ανέπτυξε μακροπρόθεσμα μία «κατευναστική» λειτουργία.
Η έντονη νομοθετική κινητικότητα για τους γεωργικούς συνεταιρισμούς δεν σταμάτησε. Ο βασικός νόμος αντικαταστάθηκε με το Ν. 2169 της 10.9.1993 «Αγροτικές συνεταιριστικές οργανώσεις». Ωστόσο, προέκυψε νέος ομώνυμος νόμος, ο Ν. 2810 της 9.3.2000, ο οποίος υπέστη τροποποιήσεις με το Ν. 3147/2003.
   Στην περίοδο των μνημονίων, θεσπίστηκε ο Ν. 4015/2011, ο οποίος εισήγαγε το Μητρώο ενώ καταργήθηκαν πολλοί συνεταιρισμοί - σφραγίδες[5]. Πριν από αυτόν, οι πρωτοβάθμιοι αγροτικοί συνεταιρισμοί ξεπερνούσαν τις 5.000 ενώ πολλοί από αυτούς είτε δεν λειτουργούσαν είτε υπολειτουργούσαν[6].
   Στις 21 Απριλίου 2016 θεσπίστηκε ο Ν. 4384/2016 για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς και άλλες μορφές συλλογικής οργάνωσης του αγροτικού χώρου, ο οποίος επικρίθηκε ότι ουσιαστικά καταργεί την ΠΑΣΕΓΕΣ[7].Μία τέτοια εξέλιξη δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως μία ιδιαιτερότητα, πολύ περισσότερο μοναδικότητα, των πεπραγμένων της κυβερνητικής πλευράςσε βάρος του αγροτοσυνεταιριστικού κινήματος. Ένα από τα πρώτα μελήματα των κομμάτων, που γίνονται κυβέρνηση, είναι να ελέγξουν τις «Συνεταιριστικές» Οργανώσεις μέσα από τον έλεγχο των διευθύνσεών τους, οι οποίες είναι μάλλον διορισμένες παρά εκλεγμένες[8].
Μία ιδιαιτερότητα του Ν. 4384/2016 έγκειται στο γεγονός ότι πολύ σύντομα επακολούθησε μία συγκρίσιμη νομοθετική πρωτοβουλία, η οποία απέληξε στο Ν.  4430/2016 «Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία και ανάπτυξη των φορέων της και άλλες διατάξεις», ο οποίος αντικατέστησε τις σχετικές διατάξεις του Ν.  4019/2011 «Κοινωνική Οικονομία και Κοινωνική Επιχειρηματικότητα και λοιπές διατάξεις».   Η  «Κοινωνική και Αλληλέγγυα Οικονομία (Κ.ΑΛ.Ο.» στον πιο πρόσφατο από τους δύο διαδοχικούς νόμους ορίζεται ως το σύνολο των οικονομικών δραστηριοτήτων που στηρίζονται σε μία εναλλακτική μορφή οργάνωσης των σχέσεων παραγωγής, διανομής, κατανάλωσης και επανεπένδυσης, βασισμένη στις αρχές της δημοκρατίας, της ισότητας, της αλληλεγγύης, της συνεργασίας, καθώς και του σεβασμού στον άνθρωπο και το περιβάλλον.
Ο νεολογισμός της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας, ή απλούστερα ο όρος «κοινωνική οικονομία», θα μπορούσε να οριστεί ως ο τομέας μεταξύ του Κράτους και της αγοράς, ο οποίος θέτει και εκπληρώνει οικονομικούς και κοινωνικούς σκοπούς βασιζόμενους στις αρχές της αλληλεγγύης και της αειφορίας και του οποίου ο τελικός στόχος δεν είναι η διανομή κέρδους[9].Το φαινόμενο αυτό, πολύ νεότερο από εκείνο των συνεταιρισμών, ιδιαίτερα από τη δεκαετία του 1980 άρχισε να επιβάλλει την εμφάνισή του. Διακρίνεται από το γεγονός ότι οι κυριαρχούμενες τάξεις (εργατική, αγροτική) και το κυριαρχούμενο φύλο (γυναίκες) προσπαθούν να ιδιοποιηθούν τους κοινωνικούς όρους της ύπαρξής τους[10].Εκφράζεται μέσα από πολυπληθείς οργανισμούς, οικοδομείται με βάση τις συνεταιριστικές αρχές και αναλαμβάνει εκτός από συνεταιριστικές λειτουργίες και άλλες, όπως  ανατροφή παιδιών, υποστήριξη μειονοτήτων, επιμέλεια γερόντων, παροχή νομικών συμβουλών, φιλανθρωπικές δραστηριότητες, λειτουργίες τοπικής ανάπτυξης, στέγασης κλπ.
Μία άλλη ιδιαιτερότητα του Ν. 4384/2016 είναι ότι σε λιγότερο από δύο έτη από τη θέσπισή του, εισήχθη και ένας άλλος παρόμοιος νόμος. Με τον πρωτοποριακό Ν. 4513/2018 «Ενεργειακές Κοινότητες και άλλες διατάξεις», η Ελλάδα έγινε το πρώτο κράτος μέλος της ΕΕ που απέκτησε ένα ολοκληρωμένο  θεσμικό πλαίσιο για τις ενεργειακές κοινότητες και την εμπλοκή τους στις αγορές  ενέργειας[11]. Η πρωτοπορία γίνεται εναργής δεδομένου ότι δεν είχε τεθεί οριστικά το σχετικό πλαίσιο σε επίπεδο παράγωγου ευρωπαϊκού δικαίου, όταν τέθηκαν οι κανόνες στην ελληνική έννομη τάξη[12].Πρόκειται για μία ευρύτερη πρωτοτυπία στο iuscooperativum, των οποίων οι ενεργειακές κοινότητες αποτελούν ιδιόρρυθμη κατηγορία αστικού συνεταιρισμού, δεδομένου ότι ακόμη και ο αρχετυπικός ελληνικός νόμος για τους συνεταιρισμούς βασίστηκε σε ξένη παράδοση, στο γερμανο-αυστριακό μοντέλο[13]. Πάντως, έχει προκύψει αμφιβολία σχετικά με το κατά πόσον η ελληνική ενεργειακή κοινότητα, όπως ορίζεται στον ως άνω νόμο, είναι συμβατή ή όχι με τις συνεταιριστικές αρχές[14].
Εξάλλου, το θεσμικό πλαίσιο για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς πρόσφατα μεταβλήθηκε, με την εισαγωγή του νέου βασικού Ν. 4673/2020.  

ΙΙ. Ορισμός, σκοπός και νομική μορφή των αγροτικών συνεταιρισμών κατά το Ν. 4673/2020
Το άρθρο 1 του Ν. 4673/2020 ορίζει ότι οι αγροτικοί συνεταιρισμοί είναι αυτόνομες εθελοντικές ενώσεις προσώπων, οι οποίες συγκροτούνται σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού του νόμου και επιδιώκουν την οικονομική ανάπτυξη και προαγωγή των μελών τους, μέσω μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης αγροτικής συνεταιριστικής επιχείρησης.
  Ο ορισμός αυτός είναι κοντά στην επισήμανση της θεωρίας σε διεθνές επίπεδο για το μεικτό χαρακτήρα αυτών των οργανισμών. Ειδικότερα, η « διττή φύση » των συνεταιριστικών οργανώσεων έχει αναγνωριστεί από πολλούς ακαδημαϊκούς στο πεδίο της μελέτης των συνεταιρισμών[15]. Οι συνεταιρισμοί είναι δύο πράγματα σε ένα : (α) επιχείρηση και (β) κοινωνική ομάδα (μελών).
Είναι σημαντικό το γεγονός ότι ο νομοθέτης κάνει μία τομή έναντι των προηγούμενων νομοθετικών ορισμών του ίδιου φαινομένου, ενάντια στην προαναφερθέντα νομοθετικό νεωτερισμό της κοινωνικής οικονομίας, ιδίως όπως αυτή έχει πλέον μετονομαστεί σε Κ.ΑΛ.Ο., αν και ο όρος «αλληλέγγυα οικονομία» χρησιμοποιήθηκε στη Γαλλία σε συνδυασμό με τον όρο «κοινωνική οικονομία» ενώ το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 4430/2016 θεωρεί ότι οι δύο όροι είναι ταυτόσημοι.
Ενώ είχε ασκηθεί κριτική ότι η σύνθετη ορολογία αποτελεί ένα στομφώδη πλεονασμό[16], ο νομοθέτης πέρασε, στο νόμο για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, στην απάλειψη της «ρήτρας αλληλεγγύης», η οποίος προστέθηκε στο νομοθετικό ορισμό κατά την εποχή της κατοχύρωσης της κοινωνικής οικονομίας. Με άλλα λόγια, τόσο ο Ν. 2810/2000 όσο και (κυρίως) ο Ν. 4384/2016 έκαναν λόγο για «την αμοιβαία βοήθεια» και επιπροσθέτως (όσον αφορά το δεύτερο νόμο) για « την αλληλεγγύη των μελών» των  συνεταιρισμών ως προς την επιδίωξη των σκοπών τους. Είναι αξιοσημείωτο ότι στην Ελλάδα υπάρχει μία μακρόχρονη παράδοση περιθωριοποίησης της αλληλεγγύης, είτε χρησιμοποιείται ρητά αυτός ο όρος στο δίκαιο είτε κάποιος παρεμφερής. Αν η «ρήτρα αλληλοβοήθειας» των συνεταιριστών κατά κανόνα δεν έτυχε ιδιαίτερης αναφοράς, πολύ περισσότερο επιστημονικής επεξεργασίας, από τη θεωρία[17], είναι αξιοσημείωτο  ότι το Σύνταγμα του 1975, στο μοντέρνο για τα εθνικά δεδομένα άρθρο 25, είναι εξοπλισμένο με μία ρήτρα αλληλεγγύης, κατά την οποία «Το Κράτος δικαιούται να αξιώνει από όλους τους πολίτες την εκπλήρωση του χρέους της κοινωνικής και εθνικής αλληλεγγύης». Η διάταξη αυτή, της παρ. 4, έχει παραμείνει στο περιθώριο και της θεωρίας και της πρακτικής ενώ το άρθρο 12 για το παραδοσιακά κατοχυρωμένο δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι και ειδικότερα για τους συνεταιρισμούς είθισται να προσεγγίζεται μάλλον αποκομμένα από αυτόν τον κανόνα. Στην πραγματικότητα, η περιθωριοποίηση είχε αρχικά πλήξει στην ελληνική συνταγματική ιστορία το ίδιο το φαινόμενο του συνεταιρίζεσθαι, πράγμα ενδεικτικό της εγγενούς πολιτικής (οιονεί κομματικής) δυναμικής αυτής της ελευθερίας. Στο παραχωρημένο Σύνταγμα του 1844 αποτράπηκε η καθιέρωση αυτού του ατομικού δικαιώματος, για λόγους αυτοπροστασίας του μοναρχικού πολιτικού καθεστώτος. Το αποτέλεσμα ήταν ότι το επόμενο Σύνταγμα, του 1864, κατοχύρωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το δικαίωμα του συνεταιρίζεσθαι, όπως και εκείνο του συνέρχεσθαι, και γενικότερα βελτίωσε την προστασία των ατομικών ελευθεριών[18].
Η ιταλική θεωρία έχει δώσει βάρος στην προσέγγιση του (παρόμοιου με το άρθρο 25) άρθρου 2 του Συντάγματος του 1947, «επιστρατεύοντας» και έναν όρο αυτοτελή για τη σχετική αρχή (principiosolidaristico), διακριτό από τον επιθετικό προσδιορισμό του αλληλέγγυου (solidale) ανθρώπου[19].  
  Ο νομοθετικός ορισμός της έννοιας των αγροτικών συνεταιρισμών συμπληρώνεται από μία ενδεικτική απαρίθμηση υποκατηγοριών, όπως είναι οι αλιευτικοί, οι κτηνοτροφικοί, οι πτηνοτροφικοί (οι οποίοι στην πράξη διακρίνονται ιδιαίτερα για τον τζίρο τους και τη δυναμική τους), οι μελισσοκομικοί, οι σηροτροφικοί, οι αγροτουριστικοί, οι αγροβιοτεχνικοί και οι οικοτεχνικοί. Στην πραγματικότητα,  αυτό που συνήθως παραλείπεται να παρατηρηθεί είναι ότι αυτός ο κατάλογος δεν κάνει μνεία, αν και τον υπονοεί,  στη γενικότερη περίπτωση των γεωργικών (ή σε στενή έννοια αγροτικών) συνεταιρισμών.
Ρητά ορίζεται, όπως και στα προηγούμενα σχετικά νομοθετήματα, ότι  οι αγροτικοί συνεταιρισμοί «είναι Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου και έχουν την εμπορική ιδιότητα», δηλαδή απευθείας από το νόμο και ανεξάρτητα από το αν τελούν ή όχι εμπορικές πράξεις[20].
   Προβλέπεται επίσης, όπως στην προηγούμενη νομοθεσία, ότι για την εκπλήρωση των σκοπών του, ο συνεταιρισμός κατά ενδεικτική αναφορά έχει το δικαίωμα να ιδρύει υποκαταστήματα, παραρτήματα ή γραφεία στο εσωτερικό και το εξωτερικό, να συνιστά θυγατρικά του νομικά πρόσωπα,  να συμπράττει σε κοινές επιχειρήσεις με καταναλωτικούς αστικούς συνεταιρισμούς ή άλλους συνεταιρισμούς, νομικά πρόσωπα του δημοσίου ή του ιδιωτικού τομέα, με κοινωφελείς οργανισμούς, με επιχειρήσεις Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης, με συνεταιριστικές οργανώσεις άλλων χωρών και με φυσικά ή νομικά πρόσωπα, μέσα στο πλαίσιο της διακρατικής ή/και της διεπαγγελματικής συνεργασίας.
  Ωστόσο, αυτός ο μεθοδολογικός κατάλογος αποβαίνει εμπλουτισμένος δεδομένου ότι έχει εισαχθεί μία καινοτομία η οποία θυμίζει τις πιστωτικές εξελίξεις τις σχετικές με τη θέσπιση του πρώτου συνεταιριστικού νόμου. Προβλέπεται ότι σύμφωνα με το καταστατικό τους και για την εκπλήρωση των σκοπών τους, οι αγροτικοί συνεταιρισμοί μπορούν να παρέχουν, οι ίδιοι ή μέσω τρίτων νομικών προσώπων, στα μέλη συνεταιριστές, δηλαδή στα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 του νόμου φυσικά ή νομικά πρόσωπα που έχουν την ιδιότητα του μέλους συνεταιριστή, χρηματοδοτήσεις με τη μορφή «πιστώσεων». Αυτή η δυνατότητα εσωτερικής χρηματοδότησης δεν είναι όμως απεριόριστη, πρόκειται για μία περίπτωση «μικροχρηματοδότησης» η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρηματικό ποσό των 25.000 ευρώ συνολικά για κάθε μέλος συνεταιριστή. Πρόκειται για ένα μάλλον «επικίνδυνο» ζήτημα, τουλάχιστον σε συνειρμικό επίπεδο, δεδομένου ότι συνεταιριστικές τράπεζες, οι οποίες έχουν τη νομική φύση αστικού πιστωτικού συνεταιρισμού[21], απέτυχαν στο ρόλο τους με αποτέλεσμα το κλείσιμο, όπως συνέβη με την Αχαϊκή Συνεταιριστική Τράπεζα. 
  Τέλος, επαναλαμβάνεται η ρύθμιση ότι για θέματα που δεν ρυθμίζονται από τον νόμο 4673/2020, εφαρμόζονται συμπληρωματικά και αναλογικά οι διατάξεις του ιδιωτικού δικαίου, δηλαδή του ειδικού (εμπορικό δίκαιο, ειδικότερα ο Ν. 4548/2018 για τις Ανώνυμες Εταιρείες) και του γενικού (Αστικός Κώδικας).  


ΙΙΙ. Ο αγροτικός «τομέας»: Silvanondatur?
  Ο νόμος για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς δεν υπάγει  στο πεδίο του τους δασικούς  συνεταιρισμούς (ακριβέστερα, τις «δασικές συνεταιριστικές οργανώσεις») και τις  ενώσεις τους. Πρόκειται για μία σημαντική πολιτική επιλογή, η οποία είχε διατυπωθεί και στον προηγούμενο νόμο και επικριθεί ως εσφαλμένη[22].  Το έδαφος είχε προλειανθεί με το άρθρο 16 του Ν.  4015/2011 που τροποποίησε το Ν.  2810/2000, απαλείφοντας την αναφορά στους δασικούς συνεταιρισμούς από τον κατάλογο των διαφόρων τύπων από αγροτικούς συνεταιρισμούς. Αυτή η απάλειψη είναι δηλωτική των σημαντικών εν πολλοίς νομοτεχνικών και ουσιαστικών προβλημάτων του Συνεταιριστικού Δικαίου. Για παράδειγμα, ερμηνεύθηκε από το αρμόδιο Υπουργείο ότι σήμαινε ότι οι δασικοί συνεταιρισμοί δεν ήταν αγροτικοί συνεταιρισμοί[23], σαν να ήταν με βάση τη φύση του πράγματος οι αλιευτικοί συνεταιρισμοί, οι οποίοι συνεχίζουν να υπόκεινται στο πεδίο της νομοθεσίας για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς. Οι δασικοί συνεταιρισμοί υπάγονταν ανέκαθεν στους εκάστοτε ισχύοντες νόμους για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς[24].
    Αναγνωρίζονταν από τους συνεταιριστικούς νόμους ως κατεξοχήν αγροτικοί συνεταιρισμοί δεδομένου ότι ασχολούνταν με τον πρωτογενή αγροτικό τομέα ενώ στην πλειοψηφία τους ήταν αναγκαστικοί.
Εξάλλου, διατυπώθηκε η θέση ότι  οι δασικοί συνεταιρισμοί, ιδίως οι ελεύθεροι (μη αναγκαστικής  μορφής) θα συνέχιζαν να λειτουργούν με το Ν. 2810/2000 για μία μεταβατική περίοδο, μέχρι να εκδοθεί adhoc νόμος[25].     
  Το Κράτος στην πραγματικότητα βρισκόταν ουσιαστικά σε μία ιδιόρρυθμη, μεταβατική περίοδο, προς την  κατεύθυνση της απόσυρσης των δασικών συνεταιρισμών από το κοινό (και ταυτόχρονα κατατετμημένο, ως  προς τους αστικούς συνεταιρισμούς, πεδίο υπαγωγής) Δίκαιο Αγροτικών Συνεταιρισμών. Να σημειωθεί κατ’  αρχάς ότι η θεωρία υποστηρίζει την άποψη ότι το δίκαιο των συνεταιρισμών θα έπρεπε ως κλάδος του ιδιωτικού δικαίου να είναι το ίδιο για όλες τις κατηγορίες των συνεταιρισμών[26]. 
  Το νομοσχέδιο του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για τους δασικούς συνεταιρισμούς αποτέλεσε ένα κείμενο που διακρίθηκε για την παρατεταμένη βραδύτητα της εκπόνησής του. Η Δασική Υπηρεσία, η οποία είχε ήδη από το 1998 αποψιλωθεί από την αρμοδιότητα της δασοπυρόσβεσης η οποία έχει περάσει στην Πυροσβεστική Υπηρεσία, «πάσχιζε» να το ολοκληρώσει εδώ και καιρό αλλά συνεχώς κάτι συνέβαινε με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωνόταν η διαδικασία. Η έναρξη σύνταξης ανάγεται στο 2010, ενώ υποστηρίζεται η άποψη ότι η ανάγκη το επέβαλλε από το 2011[27].  Τα προβλήματα που υπήρχαν τα τελευταία χρόνια πριν από την υιοθέτηση εξειδικευμένου θεσμικού πλαισίου οφείλονταν κυρίως στο ότι οι δασικοί συνεταιρισμοί υπάγονταν στην γενική νομοθεσία για τους αγροτικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι όμως θεωρείται ότι έχουν τελείως διαφορετικούς σκοπούς και επιδιώξεις, με κυρίαρχη διαφορά αυτή της ιδιοκτησίας: στους δασικούς συνεταιρισμούς, συνήθως το δάσος στο οποίο επιχειρούν δεν  ανήκει κατά κυριότητα σε αυτούς, ενώ αντίθετα …οι (σε στενή έννοια) αγροτικοί συνεταιρισμοί αποτελούνται από αγρότες - γαιοκτήμονες. Από αυτή τη διαφορά προκαλούνται πολλά προβλήματα.
  Τελικά, ψηφίστηκε ο Ν. 4423/2016 για τις «Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις και άλλες διατάξεις», ο οποίος κατά έναν τρόπο που μαρτυρεί έλλειψη συστηματικής λογικής συνοχής, τουλάχιστον όσον αφορά τη θεμελιώδη αρχή της αλληλεγγύης, κάνει λόγο για «αμοιβαία βοήθεια» αλλά όχι και για τη σύστοιχη με βάση το Ν. 4384/2016  « αλληλεγγύη των μελών ». Στο πεδίο της κατ’ εξοχήν πολιτειοκρατίας, στο οποίο υπάγονται οι δασικοί συνεταιρισμοί (εποπτεία του Κράτους για συνεταιρισμούς που δραστηριοποιούνται σε δασικές εργασίες κυρίως σε κρατικής ιδιοκτησίας εκτάσεις), ο νομοθέτης καθιέρωσε την απαγόρευση της περαιτέρω επέκτασης του φαινομένου των  συνεταιρισμών που δεν προέκυψαν κατά την κλασική αρχή της ελευθερίας της βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων. Ειδικότερα, σε συμφωνία με τη σχετική νομολογία[28], απαγορεύθηκε η σύσταση νέων αναγκαστικών δασικών συνεταιρισμών. Σε αντίθεση με το σχετικό νομοσχέδιο που προέβλεπε τη λύση των συσταθέντων κατά τις διατάξεις του Α.Ν. 1627/1939 αναγκαστικών συνεταιρισμών δασοκτημόνων και την ανάθεση της διαχείρισης του αδιαίρετου δάσους ή της κάρπωσης των δασικών περιορισμένων δικαιωμάτων σε εκπροσώπους των δασοκτημόνων ή σε επιτροπή ή σε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τέθηκε ο κανόνας της διατήρησης των ήδη υφιστάμενων, οι οποίοι και λειτουργούν σύμφωνα με το Ν. 2810/2000.
  Εξάλλου, πολύ περιορισμένες τροποποιήσεις στο βασικό δασικό συνεταιριστικό νόμο έχουν επέλθει με το άρθρο 18 του ειδικού επενδυτικού Ν. 4635/2019. Για παράδειγμα, καταργείται το αυστηρό κώλυμα που προβλεπόταν κατά των επαγγελματιών του εμπορίου ξυλείας. Συγκεκριμένα, δεν μπορούσε να γίνει μέλος της (πρωτοβάθμιας) Δασικής Συνεταιριστικής Οργάνωσης ένας έμπορος ξυλείας. Το κώλυμα ίσχυε και για το στενό περιβάλλον του ξυλεμπόρου, δηλαδή για όσους συνδέονταν με αυτόν με σχέση συζυγική ή συγγένειας πρώτου βαθμού.
Το άρθρο 18 επιγράφεται «Δασικοί συνεταιρισμοί» και επομένως επαναφέρει το αναγνωρισμένο  όνομα (brandname) «συνεταιρισμός» για αυτόν τον τύπο συνεταιρισμών, ο οποίος άλλωστε προέρχεται από τον αγροτικό τομέα των συνεταιρισμών, χωρίς ωστόσο να καταργούνται οι εισαχθείσες με το Ν. 4423/2016 ονομασίες, όπως η γενική ονομασία «Δασική Συνεταιριστική Οργάνωση (ΔΑ.Σ.Ο.)» και οι ειδικές, σαν τη χρησιμοποιούμενη για τους πρωτοβάθμιους δασικούς συνεταιρισμούς «Δασικός Συνεταιρισμός Εργασίας (ΔΑ.Σ.Ε.)».
  Εκτιμάται ότι ένα από τα ευρύτερα προβλήματα του Συνεταιριστικού Δικαίου είναι η χρήση παρεμφερών όρων αντί της κεντρικής επιλογής της καθιέρωσης του αναγνωρίσιμου όρου «συνεταιρισμός». Παρόμοιες  παρατηρήσεις ισχύουν για τα μέλη των συνεταιρισμών, οι οποίοι θα μπορούσαν συλλήβδην να ονομάζονται με τον οικείο όρο « συνεταιριστές ».

Επίλογος
  Από την παρούσα ανάλυση προκύπτουν διάφορες παρατηρήσεις, όπως η ανάδειξη της σημασίας της θεμελιώδους αρχής της αλληλεγγύης (ή αλληλοβοήθειας) των μελών της κοινωνίας ή των κοινωνικών ομάδων, με βάση το άρθρο 25 παρ. 4 του Συντάγματος. Ωστόσο, δεσπόζει η διαπίστωση ότι οι αγροτικοί συνεταιρισμοί έχουν επιτελέσει μία λειτουργία αυτοτελούς (διαιρετικού) «τομέα» έναντι διαφόρων θεσμών.
  Ειδικότερα, η  θεωρία έχει επισημάνει, σχολιάζοντας τη θεσμική περιπέτεια της αρχής της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων στην ελληνική ιστορία, ότι ο δημόσιος τομέας αποτελεί κατά κυριολεξία «τομέα», με την έννοια ότι δεν έλειψαν οι πρακτικές ακούσιας απομάκρυνσης των δημοσίων υπαλλήλων, κατά καιρούς με τη λήψη διάφορων σχετικών νομοθετικών μέτρων. Ειδικότερα, επισημαίνεται ότι ρυθμίσεις και διατάξεις, σαν εκείνη της Συντακτικής Πράξης αρ. 4/14 Ιανουαρίου 1974, με την οποία με πρωθυπουργική απόφαση μπορούσε να κηρυχθεί ληγμένη η θητεία διοικητικών συμβουλίων ΝΠΔΔ, δημοσίων επιχειρήσεων και άλλων φορέων που εξαρτώνταν από το Δημόσιο και η θητεία ή η σύμβαση προσφοράς υπηρεσιών των Διοικητών, Υποδιοικητών, Γενικών Διευθυντών και Αναπληρωτών ή Βοηθών τους και άλλων υπηρεσιακών παραγόντων, είναι χαρακτηριστικές στην ελληνική Δημόσια Διοίκηση κάθε φορά που μια νέα ομάδα  κυβερνώντων εγκαθίσταται στην εξουσία[29]. Στάθηκαν μάλιστα μία από τις αφορμές εισαγωγής στο ελληνικό νομικό λεξιλόγιο του όρου «δημόσιος τομέας».  
Αυτή η παρατήρηση για την ανεπαρκή εφαρμογή της συνταγματικής εγγύησης της μονιμότητας σε έναν τομέα ιδιαίτερα ευαίσθητο σε περίπτωση κυβερνητικής μεταβολής μπορεί τηρουμένων των αναλογιών να προβληθεί στην περίπτωση του  πεδίου των αγροτικών συνεταιρισμών, και μάλιστα με την προσφυγή στη χρήση της νομοθετικής μεθόδου.
Μιας που η αναφορά στη διαιρετική και «εκκαθαριστική» λειτουργία του δημοσίου τομέα χρησιμοποιεί ως παράδειγμα την απομάκρυνση ανώτερων και ανώτατων στελεχών δημοσίων οργανισμών, επιχειρηματικών και μη, θα ήταν σκόπιμο να συγκριθεί αυτή η κίνηση με μία άλλη προαναφερθείσα, της ίδιας ιστορικής περιόδου αυταρχικής διακυβέρνησης.  Πρόκειται για το πραξικόπημα σε βάρος των διοικητικών και εποπτικών συμβουλίων χιλιάδων συνεταιρισμών, με την υιοθέτηση του Ν. 31/1967. Ένα τέταρτο του αιώνα μετά, και πάλι με τη νομοθετική οδό αλλά στην εποχή πλέον της οριστικής αποξένωσης από την πρακτική των στρατιωτικών πραξικοπημάτων, χρησιμοποιήθηκε το δικαίωμα της ψήφου στους γεωργικούς συνεταιρισμούς ως ένα δέλεαρ για τη μαζικοποίηση του συνεταιριστικού κινήματος και επομένως και για την ευρεία λαϊκή νομιμοποίηση των διοικητικών συμβουλίων των συνεταιρισμών. Αυτή η εξέλιξη επιβεβαιώνει τον κανόνα της καταστολής των συνεταιρισμών από τα αυταρχικά πολιτικά καθεστώτα και της συμβατότητάς τους με τα δημοκρατικά, σε διεθνή κλίμακα.   
Ούτως ή άλλως, προέκυψε ύστερα από μισό αιώνα ενιαίου νομοθετικού κειμένου για το συνολικό φαινόμενο των συνεταιρισμών στην ελληνική έννομη τάξη, μία διάσπαση σε επιμέρους τομείς, δεδομένου ότι ο αγροτικός τομέας αποσπάστηκε από το κοινό πεδίο και αποτέλεσε τον πρώτο τομέα με εξειδικευμένο νομοθετικό καθεστώς, σε αντιδιαστολή προς τους αστικούς συνεταιρισμούς. Ωστόσο, και εκείνος,  ο οποίος άλλωστε πάσχει σε εννοιολογική συνοχή καθώς απέχει πολύ από το να αφορά απλώς γεωργικές εργασίες ή έστω εργασίες του πρωτογενούς τομέα της παραγωγής μόνον στην ξηρά, δεν έχει παραμείνει πλήρως αδιάσπαστος. Οι δασικοί συνεταιρισμοί παραδοσιακά έτειναν να υπόκεινται σε ειδική νομοθεσία, προκειμένου για την υποκατηγορία των αναγκαστικών συνεταιρισμών, η οποία αποτελεί και την πλειοψηφία. Αυτή η ιδιαιτερότητα πρόσφατα διευρύνθηκε με την πρόσφατη αυτονόμηση των εθελοντικών δασικών συνεταιρισμών από το κοινό δίκαιο των αγροτικών συνεταιρισμών.
  Σε κάθε περίπτωση, οι συνεταιρισμοί του αγροτικού τομέα έχουν παραδοσιακά εμφανίσει μία ευρύτερη διαιρετική λειτουργία, η οποία μάλιστα έχει και συνταγματικά κατοχυρωθεί. Πρόκειταιγια το υποσύνολο των αναγκαστικών συνεταιρισμών, το οποίο εμφανίζει σημαντικές φυγόκεντρες τάσεις έναντι του κεντρικού υποσυνόλου των ελεύθερων συνεταιρισμών. Ο θεσμός αυτός είναι εξοπλισμένος με μακρόχρονη συνταγματική παράδοση, δεδομένου ότι προβλέφθηκε για πρώτη φορά με ερμηνευτική δήλωση στο άρθρο 109 του Συντάγματος του 1952 ενώ είναι καθιερωμένος και στο άρθρο 12 παρ. 4 εδ. β’ του ισχύοντος Συντάγματος. Η πρακτική της επιβολής συνεταιρισμών αυτού του είδους είναι πολύ παλαιότερη, όπως προκειμένου για τους Οινοποιητικούς Συνεταιρισμούς Σάμου με τον α. ν. 6085/1934 «Περί οργάνωσης της οινοπαραγωγής Σάμου»[30]. Η κατάτμηση των σε ευρεία έννοια  αγροτικών συνεταιρισμών σε διάφορους τομείς ή υποσύνολα αποτελεί όχι απλώς μία υπαρκτή, παραδοσιακή πρακτική αλλά και επίκαιρη, κατ’ αναφορά προς μοντέρνους συγγενείς θεσμούς. Για παράδειγμα, αναγκαστικός αγροτικός συνεταιρισμός στα Δολιανά Ιωαννίνων, ο οποίος με βάση το νομοθετικό καθεστώς που τον διέπει απαγορεύεται να διανέμει ένα μέρος από τα κέρδη του στα μέλη του, έχει γίνει κατά τον προαναφερθέντα Ν. 4430/2016 «Φορέας Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας» σε αντιδιαστολή με τους ελεύθερους αγροτικούς συνεταιρισμούς… 

Cooperatives of Agricultural Sector
AntoniosManiatis
Teaching staff – Associate Professor, University of Patras
Dept. of Business Administration of Food and Agricultural Enterprises

Abstract
This paper aims at investigating the history of law on agricultural cooperatives, which began in 1915 in the Greek legal order. It highlights the traditional character of the field of these cooperatives as a sui generis agricultural “ sector”, following the comparable concept of public ‘’ sector ‘’, namely through divisions and exclusions, for instance as far as inter alia forest cooperatives are concerned.   
Keywords: Agricultural cooperative, forest cooperative, social solidarity economy 



[1]Πρβλ. Κ. Μελέτη, Χ. Τσουραμάνης, Συνεταιριστική Οικονομία και Νομοθεσία, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004, σ. 5.
[2] Κ. Μελέτη, Χ. Τσουραμάνης, Συνεταιριστική Οικονομία και Νομοθεσία, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004, σ. 15.
[3]Πρβλ. ‘Α. Στεργίου, 1915 Vs 2016: Πώς ο Παπαναστασίου ήταν πιο μπροστά από τον Αποστόλου. Το νομικό πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς και πώς διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων, ypaithros.gr, 4.05.2016, https://www.ypaithros.gr/1915-vs-2016-papanastasiou-apostolou-nomosxedio-sinetairismoi/.

[4]Ν. Αλιβιζάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία. Σημειώσεις πανεπιστημιακών παραδόσεων, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 1981, σσ. 85, 87, 88.
[5]Πρβλ. ‘Α. Στεργίου, 1915 Vs 2016: Πώς ο Παπαναστασίου ήταν πιο μπροστά από τον Αποστόλου. Το νομικό πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς και πώς διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων, ypaithros.gr, 4.05.2016, https://www.ypaithros.gr/1915-vs-2016-papanastasiou-apostolou-nomosxedio-sinetairismoi/.
[6] Κ. Μελέτη, Χ. Τσουραμάνης, Συνεταιριστική Οικονομία και Νομοθεσία, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004, σ. 15.
[7] ‘Α. Στεργίου, 1915 Vs 2016: Πώς ο Παπαναστασίου ήταν πιο μπροστά από τον Αποστόλου. Το νομικό πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς και πώς διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων, ypaithros.gr, 4.05.2016, https://www.ypaithros.gr/1915-vs-2016-papanastasiou-apostolou-nomosxedio-sinetairismoi/.

[8] Κ. Μελέτη, Συνεταιριστική Οικονομική και Πολιτική Θεωρία. Κοινωνική οικονομία και κοινωνικές θεωρίες, Εκδόσεις Παπαζήση, Αθήνα 2010, σ. 79.
[9] Μ. Φεφές, Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας και Αγροτικοί Συνεταιρισμοί: Νομοθετικά Παράδοξα, Κοινωνική Οικονομία, Τεύχος 18, Δεκεμβρίου 2019, Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019.
[10]Κ. Μελέτη, Χ. Τσουραμάνης, Συνεταιριστική Οικονομία και Νομοθεσία, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004, σ. 16.
[11] Α. Νέλλας, Οι ενεργειακές κοινότητες του Ν. 4513/2018: εγειρόμενα ζητήματα εφαρμογής και προκλήσεις, Ενέργεια και Δίκαιο, τεύχος 26/2017, σ. 44.
[12] Α. Μανιάτης, Οι ενεργειακές κοινότητες, e-ΘΕΜΙΣ 26 Φεβρουαρίου 2020, February 26 2020.
[13]‘Α. Στεργίου, 1915 Vs 2016: Πώς ο Παπαναστασίου ήταν πιο μπροστά από τον Αποστόλου. Το νομικό πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς και πώς διαμορφώθηκε στο πέρασμα των χρόνων, ypaithros.gr, 4.05.2016, https://www.ypaithros.gr/1915-vs-2016-papanastasiou-apostolou-nomosxedio-sinetairismoi/.

[14]G. Fajardo, Καινούριες Προοπτικές για το Συνεταιριστικό Κίνημα των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας: Νομική Αναγνώριση και Προώθηση, (Μτφρ. Α. Μητροπούλου, Ε. Βαΐου), Κοινωνική Οικονομία, Τεύχος 18 – Δεκέμβριος 2019.
[15] Α. Πλιακούρα, Γ. Μπεληγιάννης, Α. Κοντογεώργος, Το Αγροτικό Συνεταιριστικό Μοντέλο Επιχειρηματικότητας Μέσα από τη Διεθνή Βιβλιογραφία, Κοινωνική Οικονομία, Τεύχος 18 – Δεκέμβριος 2019.

[16] Μ. Φεφές, Φορείς Κοινωνικής και Αλληλέγγυας Οικονομίας και Αγροτικοί Συνεταιρισμοί: Νομοθετικά Παράδοξα, Κοινωνική Οικονομία, Τεύχος 18, Δεκεμβρίου 2019, Τετάρτη, 11 Δεκεμβρίου 2019.  
[17]Πρβλ. Κ. Μελέτη, Χ. Τσουραμάνης, Συνεταιριστική Οικονομία και Νομοθεσία, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004, σ. 149.
[18] Ν. Αλιβιζάτος, Εισαγωγή στην Ελληνική Συνταγματική Ιστορία. Σημειώσεις πανεπιστημιακών παραδόσεων, Εκδόσεις Αντ. Ν. Σάκκουλα Αθήνα – Κομοτηνή 1981, σ. 85.
[19]Πρβλ. A. Apostoli, Il consolidamento della democrazia attraverso la promozione della solidarietà sociale all’interno della comunità, Costituzionalismo.it 20 aprile 2016.
[20]Πρβλ. Κ. Μελέτη, Χ. Τσουραμάνης, Συνεταιριστική Οικονομία και Νομοθεσία, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004, σ. 150.
[21]Πρβλ. Κ. Μελέτη, Χ. Τσουραμάνης, Συνεταιριστική Οικονομία και Νομοθεσία, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004, σ. 171.
[22] ΥΧ, Το νέο νομοσχέδιο για τους Συνεταιρισμούς σημείο προς σημείο (upd). Θολό, άνευρο και κατώτερο των προσδοκιών, ypaithros.gr, 8.04.2016, https://www.ypaithros.gr/νέο-νομοσχέδιο-αγροτικούς-συνεταιρι/. 
[23]Εγκύκλιος 2012/3-9-2014, του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με θέμα: Τροποποιήσεις των Ν. 4015/2011 και Ν. 2810/2000 «Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις».
[24] Εισηγητική ‘Εκθεση για το Σχέδιο Νόμου με τίτλο: « Δασικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις ».
[25] Εγκύκλιος 2012/3-9-2014, του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, με θέμα: Τροποποιήσεις των Ν. 4015/2011 και Ν. 2810/2000 «Αγροτικές Συνεταιριστικές Οργανώσεις».
[26] Κ. Μελέτη, Χ. Τσουραμάνης, Συνεταιριστική Οικονομία και Νομοθεσία, Εκδόσεις Παπαζήση Αθήνα 2004, σ. 120.
[27] Θ. Καραουλάνη, Τι προβλέπει το νομοσχέδιο για τους δασικούς συνεταιρισμούς, Greenagenda.gr, 13 Σεπτεμβρίου 2016, http://greenagenda.gr/25784/.
[28] Θ. Καραουλάνη, Τι προβλέπει το νομοσχέδιο για τους δασικούς συνεταιρισμούς, Greenagenda.gr, 13 Σεπτεμβρίου 2016, http://greenagenda.gr/25784/.
[29] Σ.  Φλογαΐτης, Το ελληνικό διοικητικό σύστημα, Εκδόσεις Αντ.  Ν. Σάκκουλα  Αθήνα – Κομοτηνή 1987, σσ. 218-219.
[30]Σχετ. ΣτΕ 3581/2010.