Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Μέρος Β' - Hagen Henrÿ, Κατευθυντήριες γραμμές για την Συνεταιριστική Νομοθεσία

Μέρος 2:

Τι είναι οι συνεταιρισμοί;

Γιατί χρειάζεται νομοθεσία για τους συνεταιρισμούς;

Τι είδους συνεταιριστική νομοθεσία;


«Η ύπαρξη και μόνο ενός θεσμού [...] δεν αρκεί ποτέ από μόνη της για να ολοκληρωθεί η διαδικασία, θα πρέπει να προστεθεί και η δύναμη του νόμου. Είναι ο ρόλος του νομικού να επεξεργαστεί τις λεπτομέρειες των θεσμικών δομών της κοινωνίας
(William Barnes1).

1. ΓΕΝΙΚΑ


Οι προκλήσεις της παγκοσμιοποίησης για την οικονομία και για τους πολιτικούς κανόνες επηρεάζουν τους συνεταιρισμούς και έχουν ήδη οδηγήσει, όπως αναφέρθηκε, στη δημιουργία νέων τύπων συνεταιρισμών, εκτός από τους παραδοσιακούς. Ο συνεταιριστικός νομοθέτης θα πρέπει να εξετάσει αν οι ακόλουθες βασικές αλλαγές απαιτούν ειδικό χειρισμό στο νόμο. Αλλαγή από:

  • γεωργικούς μέσω αγροτικών σε αστικούς συνεταιρισμούς

  • συνεταιρισμούς παροχής αγαθών σε συνεταιρισμούς ατόμων που προσφέρουν πνευματική εργασία

  • οικονομικά προσανατολισμένους σε συνεταιρισμούς προσανατολισμένους στην κοινωνία και την κοινότητα2

  • συνεταιρισμούς μιας ομάδας ενδιαφερομένων (ομοιογενείς) /ενός σκοπού σε συνεταιρισμούς πολλών ομάδων ενδιαφερομένων (ετερογενείς, συμπεριλαμβανομένων ιδιωτικών και δημόσιων εταιρειών) / πολλαπλού σκοπού, συναλλασσόμενους επίσης, ή αποκλειστικά, με μη μέλη, και/ή (επίσης) που να εξυπηρετούν τις ανάγκες μη-μελών.

Λαμβάνοντας αυτές τις μεταβολές υπόψη θα σήμαινε απομάκρυνση από ορισμένες παραδοσιακές παραδοχές, στις οποίες στηρίχθηκε μια πλούσια θεσμική συνεταιριστική εμπειρία. Εκτός από τις δυσκολίες και τους κινδύνους που ενυπάρχουν σε κάθε αλλαγή θεσμικών εμπειριών που στηρίζονται στις συνεταιριστικές Αρχές, οι τροποποιήσεις θα σήμαιναν κάτι περισσότερο από διακοσμητικές προσαρμογές.

Η δομή των συνεταιρισμών έχει παραδοσιακά μεταφράσει την προσέγγιση αυτοβοήθειας σε χειροπιαστά αποτελέσματα. Η αρχή της ταυτότητας κατεύθυνε τη λειτουργική σύνδεση μεταξύ των δύο στοιχείων των συνεταιρισμών, δηλαδή μιας ομάδας της οποίας τα μέλη χρησιμοποιούν τις υπηρεσίες που παρέχονται από την επιχείρησή τους. Αυτή η αρχή μπορεί να χρειαστεί να αναθεωρηθεί. Στην πραγματικότητα, το μοντέλο έχει ήδη προσαρμοστεί, όπως βλέπουμε, για παράδειγμα, από φορείς της κοινωνικής οικονομίας να χρησιμοποιείται το συνεταιριστικό μοντέλο και από τους τομείς προσφοράς υπηρεσιών κοινής ωφέλειας.

Το ερώτημα είναι αν αυτός ο αναπροσανατολισμός απλώς αναγνωρίζει τη διαδικασία να επιτρέπεται όλο και περισσότερο να προσφέρονται υπηρεσίες σε μη-μέλη και αν αυτό οδηγεί σε ακραίες περιπτώσεις, όπου ένας συνεταιρισμός θα μπορούσε επίσης να εξυπηρετεί αποκλειστικά ανάγκες μη-μελών ή εάν αυτό συνιστά εγκατάλειψη βασικών εννοιών της συνεταιριστικής σκέψης. Η συνεταιριστική μορφή λειτουργεί καλά για να μεταφράζει την έννοια της αυτοβοήθειας σε πραγματικότητα. Η πραγματικότητα δείχνει ότι μπορεί επίσης να λειτουργήσει καλά για να μεταφράζει άλλες προσεγγίσεις. Αυτό υποστηρίζεται από τη στροφή προς την θεώρηση της ίδρυσης των συνεταιρισμών ως ελεύθερη επιλογή και όχι μόνο ως αναγκαία "επιλογή" («παιδιά της επιλογής» και «παιδιά της ανάγκης»). Σε αυτήν την περίπτωση, η συνεταιριστική διαφορετικότητα, σε σύγκριση με άλλους τύπους επιχειρήσεων, θα περιοριζόταν στην ιδιαίτερη δομή, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διακυβέρνηση, το κεφάλαιο και τον έλεγχο. Αυτό εγείρει το ερώτημα «τι είναι συνεταιρισμοί;» Η "απάντηση" που ακολουθεί, καθώς επίσης και το Μέρος 3, «Αλφαβητάρι ενός συνεταιριστικού νόμου», βασίζονται στη μάλλον συντηρητική προσέγγιση να θεωρούνται οι συνεταιρισμοί ως επιχειρήσεις που κατευθύνονται από τα μέλη-χρήστες. Οι συνέπειες της παραπάνω συζήτησης, σχετικά με τη συνεταιριστική προσέγγιση όσον αφορά τη νομοθεσία, θίγονται περισσότερο επιφανειακά και δεν ανταποκρίνονται επαρκώς στο θέμα, καθόσον η ίδια η συζήτηση είναι ακόμα ανοικτή.

2. ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ;


Αν θέλουμε να νομοθετήσουμε για τους συνεταιρισμούς – παλιούς ή νέους, παλιούς και νέους – προφανώς πρέπει να γνωρίζουμε τι είναι συνεταιρισμοί. Η διαφορετικότητα των απόψεων για το τι είναι συνεταιρισμοί, ή θα έπρεπε να είναι, αποδεικνύει ότι μια υποτιθέμενη ουσία των συνεταιρισμών δεν είναι γραμμένη σε πέτρα.

Οι ουσιοκρατικές απόψεις αναφορικά με τους θεσμούς είναι επιζήμιες για την εξέλιξή τους. Αλλά, αν και εφόσον έχουμε έναν συμφωνημένο νομικό ορισμό, αυτή η ποικιλία των απόψεων έχει τη θέση της σε έναν πολιτικό διάλογο αλλά όχι στη συνεταιριστική νομοθεσία. Αυτός ο νομικός ορισμός περιέχεται στη Σύσταση 193 της ΔΟΕ. Όπως αναφέρθηκε, η Σύσταση 193 της ΔΟΕ είναι ο πυρήνας του δημόσιου διεθνούς συνεταιριστικού δικαίου. Η παράγραφος 2 αναφέρει: «[...] ο όρος "συνεταιρισμός" σημαίνει μια αυτόνομη ένωση προσώπων που συγκροτείται εθελοντικά για την αντιμετώπιση των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών και επιδιώξεών τους διαμέσου μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά διοικούμενης (ελεγχόμενης) επιχείρησης».

Ο ορισμός αυτός, ή οποιαδήποτε προσαρμογή του, δεν πρέπει να νοηθεί ως απλώς ένας ορισμός. Αντίθετα, ο ορισμός καθοδηγεί τον νομοθέτη κατά τη διαμόρφωση όλων των τμημάτων του νόμου. Δεν ερμηνεύεται αφ’ εαυτού. Οι συνεταιριστικές αξίες και αρχές, που αναφέρονται στην Παράγραφο 3 της Σύστασης 193 της ΔΟΕ και περιλαμβάνονται στο παράρτημα της Σύστασης, βοηθούν την κατανόηση του ορισμού, αλλά υπολείπονται της παροχής επαρκών στοιχείων για τη διατύπωση των νομικών αρχών που θα μπορούσαν να κατευθύνουν τον συνεταιριστικό νομοθέτη.3

Δύο κύρια ιστορικά φαινόμενα περιπλέκουν περαιτέρω την κατάρτιση συνεταιριστικού νόμου: Πρώτον, η ανανεωμένη συζήτηση για την κοινωνική οικονομία, κυρίως ως συνέπεια της αδυναμίας των κρατών να συνεχίσουν να παρέχουν δημόσιες υπηρεσίες, εξ αιτίας κυρίως της παγκοσμιοποίησης. Δεύτερον, η επικράτηση της κεφαλαιουχικής εταιρείας, ως του μοντέλου που διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τις μορφές επιχειρήσεων. Η ανωτέρω περιγραφόμενη εταιρειοποίηση των συνεταιρισμών μειώνει το πλήθος των τύπων επιχειρήσεων σε ένα μοντέλο. Αυτό αποτελεί μέρος μιας επιστημολογικής κρίσης.4 Πρέπει να ξεπεραστεί.5

Για να γίνει περισσότερο κατανοητό τι είναι συνεταιρισμοί, ακολουθεί μια σύντομη εξέταση, για να τους διακρίνουμε από τις επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας, ως ένα υποτιθέμενο πλησιέστερο φαινόμενο από τη μια πλευρά, και από τις κεφαλαιουχικές εταιρείες, ως έναν υποτιθέμενο μακρινό τύπο, από την άλλη πλευρά. Οι συγκρίσεις είναι ασύμμετρες. Το πρώτο αφορά έναν νομικό τύπο – συνεταιρισμοί - και ένα ευρύτερο φαινόμενο, η συζήτηση επί του οποίου δεν έχει (ακόμη) οδηγήσει στην αναγνώριση ενός ειδικού νομικού τύπου κοινωνικής οικονομίας.6 Το δεύτερο σχετίζεται με δύο νομικές μορφές. Οι συνεταιρισμοί και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες αναγνωρίζονται από τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα νομικά συστήματα, ως νομικά πρόσωπα.

2.1 Οι συνεταιρισμοί και οι επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας7

Είναι σημαντικό να κατανοηθούν οι λόγοι για τους οποίους ξανάρχισε η συζήτηση σχετικά με την κοινωνική οικονομία.8 Βιώνουμε έναν άνευ προηγουμένου κοινωνικό και πολιτικό αποκλεισμό μεγάλου αριθμού ανθρώπων σε όλον τον κόσμο. Τα μέσα παραγωγής και η ιδιοκτησία άλλων περιουσιακών στοιχείων συγκεντρώνονται, σε παγκόσμια κλίμακα, στα χέρια όλο και λιγότερων ανθρώπων και ανώνυμων φορέων, ως αποτέλεσμα των τεχνολογιών επικοινωνίας και της απορρύθμισης των αγορών.9 Αυτοί οι φορείς είναι οι κύριοι παγκόσμιοι παράγοντες, που είναι σε θέση να επωφεληθούν από την παγκοσμιοποιημένη παραγωγή γνώσης. Η συγκέντρωση και ο αποκλεισμός μπορούν καλύτερα να αποδειχθούν από την κατοχύρωση διπλωμάτων ευρεσιτεχνίας για τα αποτελέσματα της παραγωγής γνώσης. Αυτά τα δικαιώματα ευρεσιτεχνίας αποκλείουν όλους, εκτός από τους λίγους κατόχους, από τη χρήση τους και από τη χρήση των φυσικών πόρων, από τους οποίους συχνά προέρχονται αυτά τα πατενταρισμένα προϊόντα.

Σταδιακά, η δημόσια συζήτηση εκ νέου επικεντρώνεται στη συνεργασία, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αλληλεγγύη, για την αντιμετώπιση αυτού του αποκλεισμού. Στο πλαίσιο αυτό, η κοινωνική οικονομία αντιπροσωπεύει έναν άλλον τρόπο επιχειρηματικής δραστηριότητας. Αυτό που ενώνει τους ανθρώπους, οι οποίοι ταξινομούν τους εαυτούς τους μεταξύ εκείνων που εργάζονται στην κοινωνική οικονομία ή για την κοινωνική οικονομία, είναι η απόρριψη της άποψης ότι «μόνο χρήματα» είναι ο τρόπος μέριμνας για τις ανθρώπινες ανάγκες. Αυτό μεταφράζεται σε απροθυμία τους να δεχτούν, ότι όλο και περισσότερες ανάγκες παραμένουν ανικανοποίητες, ειδικά στους τομείς της υγείας και των κοινωνικών υπηρεσιών, όπου η αυξανόμενη απάνθρωπη μεταχείριση και οι γραφειοκρατικές διαδικασίες προκαλούν μεγάλη απέχθεια. Σε γενικές γραμμές, οι παραγωγοί και οι χρήστες θέλουν μεγαλύτερη επιρροή στις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων που αφορούν τη ζωή τους.10

Η συζήτηση σχετικά με το τι συνιστά την κοινωνική οικονομία βρίσκεται σε εξέλιξη. Διάφορα θέματα πρέπει να εξεταστούν.

Πρώτον, πρέπει να γίνει διάκριση μεταξύ της κοινωνικής οικονομίας ως πολιτικής έννοιας, που σχετίζεται με μια συγκεκριμένη δραστηριότητα ή έναν στόχο (οπότε έτσι αποτελεί αντικείμενο πολιτικών προώθησης) και ως νομικής μορφής των φορέων αυτής της κατηγορίας. Αυτή η διάκριση σπανίως γίνεται με σαφήνεια.11 Εδώ η συζήτηση επικεντρώνεται στη νομική μορφή των φορέων της κοινωνικής οικονομίας.

Οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας δραστηριοποιούνται σε διάφορους τομείς και παίρνουν διάφορες μορφές.12 Σε γενικές γραμμές, η περιγραφή της κοινωνικής οικονομίας περιέχει τουλάχιστον δύο στοιχεία. Από τη μια πλευρά, περιέχει απαρίθμηση των δραστηριοτήτων και των στόχων: υγειονομική περίθαλψη, μέριμνα για τους ηλικιωμένους και τα άτομα με ειδικές ανάγκες, εκπαίδευση, δημιουργία θέσεων εργασίας, ένταξη ατόμων με αναπηρία στην αγορά εργασίας, επανένταξη πρώην χρηστών ναρκωτικών και αποφυλακισθέντων. Το κοινό στοιχείο αυτών των δραστηριοτήτων είναι ότι ικανοποιούν ανάγκες που είναι δύσκολο να ικανοποιηθούν ιδιωτικά και οι οποίες όλο και λιγότερο εξυπηρετούνται από δημόσια ιδρύματα. Από την άλλη πλευρά, η περιγραφή της κοινωνικής οικονομίας περιέχει μια απαρίθμηση των φορέων μέσω των οποίων πραγματοποιούνται οι εν λόγω στόχοι και δραστηριότητες.

Η σημασία αυτής της διάκρισης είναι δύσκολο να μεταδοθεί, καθόσον οι δραστηριότητες είναι ορατές ενώ η μορφή ενός φορέα δεν είναι. Η νομική διάρθρωση παραμένει κρυμμένη, τουλάχιστον για όσο διάστημα δεν υπάρχουν συγκρούσεις μεταξύ των ενδιαφερομένων μερών. Η έλλειψη διάκρισης αυτών των στοιχείων εύκολα οδηγεί σε κακή χρήση ενός τύπου επιχείρησης, προκειμένου να αποκτηθεί πρόσβαση σε προνομιακή μεταχείριση.

Δεύτερον, η λειτουργική σχέση μεταξύ της νομικής διάρθρωσης και της δραστηριότητας είτε υποτιμάται ή υπερεκτιμάται, οδηγώντας πιθανώς σε δυσλειτουργίες. Ακραίο παράδειγμα είναι το σύγχρονο φαινόμενο κατά το οποίο από ιδιωτικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών, αναμένεται όλο και περισσότερο και μερικές φορές ακόμα και απαιτείται, να φροντίσουν για υπηρεσίες δημοσίου ενδιαφέροντος, ενώ δημόσιοι φορείς υποχρεούνται να συμπεριφέρονται όπως οι ιδιωτικές εταιρείες.

Τρίτον, σε γενικές γραμμές, η συζήτηση σχετικά με τις κοινωνικές επιχειρήσεις επικεντρώνεται στην κατανομή του παραχθέντος πλούτου με τις δύο όψεις του: την αμοιβή του επενδυτή ή / και διανομή σε άλλους δικαιούχους σύμφωνα με κοινωνικά κριτήρια. Αυτό τείνει να αφήνει σε ένα δεύτερο στάδιο τον στόχο μιας επιχείρησης - οικονομικό ή / και κοινωνικό, τον τρόπο παραγωγής του πλούτου και τη φύση της σχέσης μεταξύ της επιχείρησης και εκείνων που την ελέγχουν - επενδυτική σχέση και / ή συναλλαγή / μέλος / χρήστης σχέση, καθώς και το ερώτημα κατά πόσον ο τελικός ωφελούμενος είναι το δημόσιο γενικά ή μια συγκεκριμένη ομάδα, για παράδειγμα τα μέλη του συνεταιρισμού.13

Τέταρτον, η συζήτηση δεν αποκαλύπτει επαρκώς το σκοπό της. Όπως κάθε κατηγοριοποίηση, η προσπάθεια για την κατηγοριοποίηση των φορέων της κοινωνικής οικονομίας εξυπηρετεί ένα σκοπό. Ο σκοπός είναι η προώθηση αυτών των φορέων για πολιτικούς λόγους. Εκτός από σπάνιες περιπτώσεις, αυτή η προώθηση δεν απαιτεί αλλαγές στην υφιστάμενη νομική τυπολογία των φορέων. Στις περισσότερες χώρες, οι φορείς της κοινωνικής οικονομίας είναι συνεταιρισμοί, ενώσεις, ιδρύματα και φορείς αλληλασφάλισης. Οι συνεταιρισμοί αποτελούν τον κύριο όγκο. Γενικά, ξεχωριστοί νόμοι ισχύουν για κάθε ένα από αυτούς.14 Η νομική δομή των φορέων κοινωνικής οικονομίας επανεξετάζεται, προκειμένου να αξιολογηθεί η λειτουργικότητά τους, που σχετίζεται με τις απαιτήσεις της κοινωνικής οικονομίας και προκειμένου να προταθούν προσαρμογές, όπου είναι αναγκαίο και εφικτό.15

Αντίθετα με την ευρέως διαδεδομένη υπόθεση, το πεδίο δραστηριότητας δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως κριτήριο ορισμού για τη νομική μορφή που μπορούν να πάρουν οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας. Είναι προφανές, για παράδειγμα, ότι η παραγωγή ή η παροχή μιας υπηρεσίας, η οποία ικανοποιεί μια κοινωνική ανάγκη, όπως η θεραπεία μιας ασθένειας, η φροντίδα για τους ηλικιωμένους ή η εκπαίδευση, δεν κάνει τον παραγωγό ή τον πάροχο υπηρεσιών μια κοινωνική επιχείρηση per se. Μια ανώνυμη εταιρεία μπορεί να παρέχει ιατρική περίθαλψη, αν και, με τον νομικό ορισμό, ο πρωταρχικός στόχος της είναι η μεγιστοποίηση της απόδοσης της επένδυσης. Το ίδιο ισχύει και για δημόσιες υπηρεσίες και για υπηρεσίες κοινής ωφέλειας.

Η συζήτηση σχετικά με τη νομική μορφή των οργανώσεων της κοινωνικής οικονομίας πρέπει μάλλον να βασίζεται στα διαρθρωτικά στοιχεία τους. Σύμφωνα με τον Χάρτη Κοινωνικής Οικονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη βιβλιογραφία σχετικά με το θέμα, για παράδειγμα, οι επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας είναι αυτόνομες οντότητες ιδιωτικού δικαίου και μοιράζονται τα ακόλουθα διαρθρωτικά / λειτουργικά χαρακτηριστικά:

  • [...] υπεροχή του ατόμου και του κοινωνικού στόχου έναντι του κεφαλαίου
  • Εθελοντική και ελεύθερη προσχώρηση
  • Δημοκρατικός έλεγχος από τα μέλη του [εξ ορισμού δεν εφαρμόζεται στα ιδρύματα]
  • [...] συνδυασμός των συμφερόντων των μελών / χρηστών και / ή το γενικό συμφέρον
  • [...] υπεράσπιση και εφαρμογή της αρχής της αλληλεγγύης και της ευθύνης
  • Αυτόνομη διαχείριση και ανεξαρτησία από τις δημόσιες αρχές
  • [...] ουσιαστικό πλεόνασμα χρησιμοποιείται για την υλοποίηση στόχων βιώσιμης ανάπτυξης, υπηρεσίες που ενδιαφέρουν τα μέλη ή για στόχους γενικού συμφέροντος.16

Αυτά είναι τα κοινά χαρακτηριστικά των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας, αλλά υπάρχουν και διαφορές μεταξύ των κύριων τύπων των φορέων της κοινωνικής οικονομίας, δηλαδή των ιδρυμάτων, των συνεταιρισμών, των ενώσεων και των ταμείων αλληλασφάλισης. Όσα ακολουθούν έχουν ως στόχο να περιγράψουν αυτές τις διαφορές.

2.1.1 "Για κέρδος" ή "όχι για κέρδος"


Από τη στιγμή που ένας φορέας καταστεί, ή τουλάχιστον πρόκειται να καταστεί, οικονομικά αυθύπαρκτος και αφού ασχοληθεί με οικονομικές δραστηριότητες, ή, τουλάχιστον, αφού ασκεί μια επιχείρηση, πρέπει να παράγει θετικό οικονομικό αποτέλεσμα. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο σκοπός, δηλαδή η μοναδική επιδίωξη της εν λόγω δραστηριότητας ή / και επιχείρησης, πρέπει να είναι να παράγει κέρδος με τη στενή έννοια του «καπιταλιστικού κέρδους».17 Ως εκ τούτου, το ερώτημα είναι "(για) κέρδος" ή "όχι (για) κέρδος ". Το ερώτημα είναι μάλλον σχετικά με το σκοπό της επιδίωξης κέρδους. Είναι η επιδίωξη του κέρδους ο κύριος σκοπός της δραστηριότητας ή η επιζήτηση κέρδους αποτελεί ένα μέσο για την επιδίωξη της βελτίωσης της κατάστασης των δικαιούχων του φορέα ή ένα μέσο για την επίτευξη ακόμη ευρύτερου κοινωνικού σκοπού; 18 Αλλά ακόμη και αυτή η διάκριση είναι ασαφής, δεδομένου ότι ασχολείται με προθέσεις / επιδιώξεις και όχι με απτά, ελέγξιμα κριτήρια.

2.1.2 Τρόπος διανομής κερδών


Η διάκριση μεταξύ των τύπων των φορέων της κοινωνικής οικονομίας, που αναλύεται εδώ και των κεφαλαιουχικών εταιρειών, έγκειται στην αντιμετώπιση από τους επενδυτές / συνεισφέροντες κεφάλαια, του θέματος της διανομής των κερδών.

Οι κεφαλαιουχικές εταιρείες διανέμουν κέρδη στους μετόχους κατ' αναλογία των χρημάτων που έχουν επενδύσει. Τα ιδρύματα, οι ενώσεις προσώπων και τα ταμεία αλληλασφάλισης δεν μπορούν να διανέμουν κέρδη. Αντ' αυτού, πρέπει να χρησιμοποιούν τα κέρδη για τη βελτίωση των προϊόντων / υπηρεσιών τους. Οι συνεταιρισμοί πρέπει να κάνουν διάκριση μεταξύ των συστατικών μερών του θετικού αποτελέσματος, δηλαδή του κέρδους (που προέρχεται από συναλλαγές με μη μέλη) και του πλεονάσματος (που προέρχεται, σύμφωνα με τις συνεταιριστικές αρχές, από συναλλαγές με μέλη). Σύμφωνα με τις αυστηρές συνεταιριστικές αρχές, τα κέρδη θα μεταφερθούν σε ένα αδιανέμητο αποθεματικό κεφάλαιο. Το πλεόνασμα θα πρέπει να κατανέμεται μεταξύ των μελών, τουλάχιστον εν μέρει, κατ' αναλογία προς τις συναλλαγές τους με τον συνεταιρισμό κατά τη διάρκεια μιας καθορισμένης χρονικής περιόδου.19

2.1.3 Η κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων


Μια άλλη διαφορά μεταξύ των τύπων που αναλύθηκαν εδώ βρίσκεται στην κυριότητα των περιουσιακών στοιχείων. Τα μέλη των ενώσεων προσώπων, δεν επιτρέπεται να έχουν περιουσιακά στοιχεία από κοινού. Εξ ορισμού, τα ιδρύματα και τα ταμεία αλληλασφάλισης δεν έχουν περιουσιακά στοιχεία κοινής ιδιοκτησίας των συμμετεχόντων. Όσον αφορά τους συνεταιρισμούς, ορίζονται ως μια «[...] συνιδιόκτητη και δημοκρατικά ελεγχόμενη επιχείρηση.»

2.1.4 Κεφαλαιοποίηση


Όπως και με τη διανομή κερδών, το συνεταιριστικό μοντέλο φαίνεται να είναι το πιο ευέλικτο, ως προς την κεφαλαιοποίηση. Ένας αυξανόμενος αριθμός συνεταιριστικών νόμων επιτρέπει τον απεριόριστο όγκο συναλλαγών με μη μέλη, ακόμη και για περιορισμένες επενδύσεις από μέλη και μη μέλη.20

Οι «επενδύσεις» σε ιδρύματα δεν αποτελούν επένδυση, αλλά μάλλον μια απώλεια για τον επενδυτή με τη μορφή μιας επιπλέον συμβολής στο κεφάλαιο του ιδρύματος. Επιπλέον, απαιτούν μια περίπλοκη νομική διαδικασία. Μερικές νομοθεσίες επιτρέπουν μετοχές εταιρικής σχέσης στις ενώσεις προσώπων.21

Τα αλληλασφαλιστικά ταμεία δεν σχετίζονται με το θέμα των επενδύσεων.

2.1.5 Παραδείγματα φορέων της κοινωνικής οικονομίας


Ανάμεσα στις πιο γνωστές μορφές επιχειρήσεων στην κοινωνική οικονομία είναι οι ιταλικοί κοινωνικοί συνεταιρισμοί, που μπορούν να περιγραφούν ως πολυσυμμετοχικοί συνεταιρισμοί. Αυτοί παρέχουν υγειονομική περίθαλψη, εκπαίδευση ή κοινωνικές υπηρεσίες ή ένταξη των μειονεκτούντων ατόμων στην αγορά εργασίας. Χαρακτηρίζονται από ετερογένεια μελών/συμμετοχής, συγκεντρώνοντας παραγωγούς, χρήστες, υπηρεσίες κοινής ωφέλειας, κυρίως τοπική αυτοδιοίκηση, ενώ όλοι αυτοί δεν οφείλουν κατ’ ανάγκη να είναι μέλη του συνεταιρισμού. Καλύπτουν τις χρηματοδοτικές τους ανάγκες, εν μέρει μέσω μεταφοράς από το δημόσιο προϋπολογισμό, από συστήματα επιχορήγησης της ανεργίας ή / και από τα συστήματα κοινωνικής ασφάλισης. Επιπλέον, απολαμβάνουν ειδικής φορολογικής μεταχείρισης και ειδικής μεταχείρισης στις δημόσιες συμβάσεις. Ένας ειδικός νόμος για κοινωνικούς συνεταιρισμούς παρέχει τη νομική βάση τους.22

Το παράδειγμα δείχνει, επίσης, ότι το κοινό συμφέρον των μελών του συνεταιρισμού δεν θα πρέπει απαραίτητα να σχετίζεται με την υπηρεσία ή το προϊόν που παράγεται ή/και προσφέρεται ως προϋπόθεση, προκειμένου η οργάνωση να χαρακτηριστεί ως συνεταιριστική. Το κοινό ενδιαφέρον των μελών μπορεί να αφορά, αντιθέτως, τον τρόπο που ένα αγαθό ή υπηρεσία παράγεται ή/και παρέχεται. Το ίδιο ισχύει και για τους συνεταιρισμούς εργαζομένων.

Η «Ιταλική λύση» έχει το πλεονέκτημα της αποφυγής πολλών από τις αρνητικές πτυχές ενός εναλλακτικού τομέα, του οποίου οι συμμετέχοντες μπαίνουν στον πειρασμό να επιδοθούν σε νομο-έρευνα για να επιλέξουν τη μορφή της οργάνωσης που τους επιτρέπει να ξεφύγουν από τους αυστηρούς κανόνες του εργατικού δικαίου και της κοινωνικής ασφάλισης, καθώς και τήρησης βιβλίων και λογιστικών προτύπων. Η συμμετοχή της (τοπικής) κυβέρνησης σε αυτούς τους ιταλικούς συνεταιρισμούς εξασφαλίζει τουλάχιστον τον ελάχιστο δημόσιο έλεγχο.

Άλλα εμπειρικά παραδείγματα είναι οι ισπανικοί συνεταιρισμοί καταναλωτών και οι συνεταιρισμοί εργασιακής ένταξης, στους οποίους οι εργαζόμενοι-μέλη έχουν ένα ειδικό καθεστώς και εκπροσώπηση στα διοικητικά όργανα του συνεταιρισμού.

Οι διαβουλεύσεις και οι συζητήσεις που οδήγησαν στην υιοθέτηση της Σύστασης 193 της ΔΟΕ του 2002, ασχολήθηκαν με το ζήτημα κατά πόσον οι συνεταιρισμοί αποτελούν μέρος ενός τομέα κοινωνικής οικονομίας, ένας ειδικός τύπος κοινωνικής επιχείρησης ή ένα εντελώς ιδιόμορφο είδος (sui generis) οργάνωσης των επιχειρήσεων. Η διατύπωση της Σύστασης 193 της ΔΟΕ μπορεί να μην είναι υπερβολικά σαφής, 23 αλλά δεν είναι δυνατόν να υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το γεγονός ότι το μέσο αυτό, παράλληλα με τα άλλα δύο βασικά διεθνή εργαλεία σχετικά με τους συνεταιρισμούς, δηλ. τη δήλωση της Διεθνούς Συνεταιριστικής Ένωσης (ICA) και τις Κατευθυντήριες Γραμμές του ΟΗΕ, δεν επιτρέπει στους συνεταιρισμούς να θεωρηθούν ως ένα δυσδιάκριτο στοιχείο ενός τύπου που ονομάζεται επιχείρηση «κοινωνικής οικονομίας».24

2.2 Διάκριση μεταξύ συνεταιρισμών και κεφαλαιουχικών εταιρειών25

Οι συνεταιρισμοί και οι κεφαλαιουχικές εταιρίες μπορούν να συγκριθούν από την άποψη της δομής του κεφαλαίου τους, της διαχείρισης και του ελέγχου.26

  • Οι κεφαλαιουχικές εταιρείες έχουν επίκεντρο το επενδυμένο κεφάλαιο, κατευθύνονται από τους επενδυτές και καθορίζονται από τις επενδυτικές σχέσεις. Πρέπει να έχουν ένα ελάχιστο πάγιο κεφάλαιο. Οι συνεταιρισμοί έχουν επίκεντρο τον άνθρωπο, κατευθύνονται από τα μέλη-χρήστες και καθορίζονται από τις συναλλακτικές σχέσεις. Το κεφάλαιο που αποτελείται από μερίδες των μελών, ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών. Το σκεπτικό είναι να αποφεύγεται μια σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων του επενδυτή και των συμφερόντων των μελών και να δοθεί η δυνατότητα στον ενωσιακό (σωματειακό) χαρακτήρα της σχέσης μελών/συνεταιρισμού να υπερισχύσει των πιθανών πρόσθετων συμβατικών σχέσεων. Αυτό δεν συνεπάγεται περιορισμό της χρηματοδότησης των συνεταιρισμών στις μετοχές των μελών.

  • Εκτός από το γεγονός ότι η φύση της σχέσης μεταξύ του επενδυτή και της κεφαλαιουχικής εταιρείας, αφενός, και μεταξύ του μέλους και του συνεταιρισμού, από την άλλη πλευρά, διαφέρει, το ίδιο το περιεχόμενο αυτών των σχέσεων επίσης διαφέρει. Όταν ένας επενδυτής μπορεί επίσης να είναι ο χρήστης των υπηρεσιών που παρέχονται από μια κεφαλαιουχική εταιρεία ή του αγοραστή / πωλητή των προϊόντων της, η θέση αυτή είναι μάλλον τυχαία. Σε συνεταιρισμούς, η θέση αυτή είναι, κατ' αρχήν, ένα δομικό στοιχείο. Μέλη είναι οι κύριοι χρήστες των υπηρεσιών του συνεταιρισμού τους ή αποτελούν την πλειοψηφία του εργατικού δυναμικού σε έναν συνεταιρισμό εργαζομένων.

  • Μερίδες των μελών στους συνεταιρισμούς. Σε άλλες γλώσσες από την Αγγλική χρησιμοποιούν διαφορετικούς όρους για να διακρίνονται οι μετοχές των κεφαλαιουχικών εταιρειών από τις μερίδες των μελών στους συνεταιρισμούς για να αποφεύγεται η σύγχυση. Για παράδειγμα, στα Γαλλικά χρησιμοποιούνται οι όροι «actions» και «parts sociales». Δεν σημαίνουν ένα μερίδιο στα περιουσιακά στοιχεία, ούτε και αποτελούν μια επένδυση.

  • Οι κεφαλαιουχικές εταιρείες αναμένεται, και κατά καιρούς έχουν τη νομική υποχρέωση, να επιτυγχάνουν την υψηλότερη δυνατή απόδοση των επενδύσεων. Ως εκ τούτου, αναζητούν ευκαιρίες στην αγορά. Ενδιαφέρονται για την ανταλλακτική αξία των προϊόντων (τους). Οι συνεταιρισμοί επιδιώκουν την εξυπηρέτηση των μελών τους. Τους ενδιαφέρει η αξία χρήσης των προϊόντων (τους). Ενώ οι συνεταιρισμοί, ως επιχειρήσεις, έχουν επίσης ανάγκη να παράγουν θετικά αποτελέσματα, είναι επιχειρήσεις «όχι για κέρδος» (το «όχι για κέρδος» σε αντιδιαστολή προς το «χωρίς κέρδος») - βλέπε παραπάνω), δηλαδή δεν επιδιώκουν το θετικό αποτέλεσμα αυτό καθαυτό (per se), αλλά επιδιώκουν ένα θετικό αποτέλεσμα προκειμένου να επιτύχουν το στόχο τους, που είναι η ικανοποίηση των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών των μελών τους. Το θετικό αποτέλεσμα πρέπει να υπηρετεί αυτόν το στόχο.27 Ως εκ τούτου, τα αντικείμενα / επιδιώξεις αυτών των δύο τύπων επιχειρήσεων διαφέρουν.

  • Το θετικό αποτέλεσμα των συνεταιρισμών αποτελείται, όπως έχει λεχθεί, από δύο διακριτά μέρη: κέρδη από συναλλαγές με μη μέλη, εάν υπάρχουν, που παράγονται σύμφωνα με εμπορικούς όρους και πλεόνασμα από συναλλαγές με τα μέλη, που δημιουργείται σύμφωνα με συνεταιριστικές όρους. Ένας αριθμός νομοθεσιών της Λατινικής Αμερικής, καθώς και ο νόμος το 2008 Ley para las Cooperativas Marco de América Latina (Τμήμα 7), πληρούν τις προϋποθέσεις των συναλλαγών μεταξύ των μελών και των συνεταιρισμών τους ως συνεταιριστικές πράξεις28, σε αντίθεση με τις εμπορικές πράξεις.

  • Η διαφορά μεταξύ "κέρδους" και "πλεονάσματος" δεν σχετίζεται μόνο με τον τρόπο που αυτά παράγονται, αλλά επίσης, όπως προαναφέρθηκε, με τον τρόπο που διανέμονται. Οι κεφαλαιουχικές εταιρείες διανέμουν κέρδη στους μετόχους σε αναλογία με την επένδυσή τους. Οι συνεταιρισμοί δεν διανέμουν κέρδη και τουλάχιστον ένα μέρος των πλεονασμάτων τους προορίζεται προς διανομή στα μέλη και αυτό κατ' αναλογία προς τις συναλλαγές που είχαν τα επιμέρους μέλη με τον συνεταιρισμό κατά τη διάρκεια μιας καθορισμένης περιόδου (βλέπε τρίτη συνεταιριστική αρχή: Οικονομική συμμετοχή των μελών).

  • Η διαχείριση των κεφαλαιουχικών εταιρειών επικεντρώνεται στις επενδύσεις κεφαλαίου και στην ανάπτυξή τους. Στους συνεταιρισμούς, η διαχείριση επικεντρώνεται στα μέλη. Το κεφάλαιο πρέπει να υπηρετεί όχι μόνο τις υπάρχουσες αλλά και τις μελλοντικές ανάγκες των μελών και οφείλει, συνεπώς, να διατηρηθεί στο πέρασμα του χρόνου. Αυτός είναι άλλος ένας λόγος για τον οποίο το κύριο μέρος του κεφαλαίου, το αποθεματικό, θα πρέπει να κλειδώνεται (αδιανέμητο) και να μην διανέμεται.

  • Ο έλεγχος στους δύο τύπους επιχειρήσεων διαφέρει, επίσης. Στις κεφαλαιουχικές εταιρείες τα δικαιώματα ψήφου κατανέμονται ανάλογα με το επενδεδυμένο κεφάλαιο. Ως ενώσεις προσώπων, οι συνεταιρισμοί διαθέτουν ίσα δικαιώματα ψήφου για τα μέλη, ανεξάρτητα από την οικονομική τους θέση, δηλαδή οι συνεταιρισμοί ελέγχονται δημοκρατικά.

Εκτός από αυτές τις διαφορές ως προς τη διάρθρωση του κεφαλαίου, τη διαχείριση και τον έλεγχο, οι συνεταιρισμοί και οι κεφαλαιουχικές εταιρίες διαφέρουν επίσης σε πιο γενικά χαρακτηριστικά. Διαφέρουν με τον τρόπο που:

  • αναφέρονται στην εργασία. Ενώ, σύμφωνα με την καπιταλιστική, καθώς και την κομμουνιστική οικονομική θεωρία, το κεφάλαιο προσλαμβάνει την εργασία, στην κοινωνική οικονομία, συμπεριλαμβανομένων των συνεταιρισμών συμβαίνει το αντίθετο.29

  • οι συνεταιρισμοί αναφέρονται στην ικανοποίηση των ατομικών αναγκών μέσα από μια προσέγγιση της ομάδας, ενώ οι κεφαλαιουχικές εταιρείες αναφέρονται στην απόδοση των επενδύσεων.

  • μεγαλώνουν. Ενώ οι κεφαλαιουχικές εταιρείες μεγαλώνουν μέσω της επέκτασης και/ή συγχωνεύσεων, οι συνεταιρισμοί αναπτύσσονται μέσω της επέκτασης ή / και μέσω της συνεργασίας οριζόντια ή σχηματίζοντας ενώσεις και ομοσπονδίες, εξυπηρετώντας τα συμφέροντα των μελών σε πρωτοβάθμιο επίπεδο και διασφαλίζοντας την αυτονομία των συνεργαζόμενων μερών και των συστατικών τους (βλ. Σύσταση 193 της ΔΟΕ, Παράγραφος 6 (δ)).

  • αξιολογούν το αποτέλεσμα της δραστηριότητάς τους και με τον τρόπο με τον οποίο καθορίζουν τα αποτελέσματα που επιτεύχθηκαν. Για τους συνεταιρισμούς, ο τρόπος έχει μεγαλύτερη σημασία από ότι, ή τουλάχιστον στον ίδιο βαθμό όπως και, το αποτέλεσμα της δραστηριότητας, και,

  • σχετίζονται με τους προβληματισμούς για την κοινότητα και την κοινωνία γενικότερα. Αυτό, όλο και περισσότερο, γίνεται το θέμα στο οποίο θα αξιολογηθούν τα συγκριτικά ανταγωνιστικά πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα των τύπων επιχειρήσεων. Η διάκριση αυτή θα είναι σχετικά με το κατά πόσον η Εταιρική Κοινωνική Ευθύνη (ένας όρος που χρησιμοποιείται κατά κύριο λόγο στη συζήτηση για την ΕΚΕ στο γαλλόφωνο κόσμο) 30 παραμένει κάτω από το επίπεδο του νόμου (ας το πούμε έτσι), ή αν μπορεί να διατυπωθεί ως νομικά δεσμευτική υποχρέωση 31 και / ή να είναι μέρος του κοινωνικού υποχρεωτικού ελέγχου, όπως συμβαίνει ήδη για ορισμένα είδη συνεταιρισμών σε μερικές χώρες. 32



3. ΓΙΑΤΙ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΥΣ;


3.1 Γενικά


Στην ανωτέρω αναφερθείσα εισαγωγή στο άρθρο του τού 1951, σχετικά με το συγκριτικό συνεταιριστικό δίκαιο, ο Barnes όχι μόνο προβλέπει, κάπως απολογητικά, το μέλλον των συνεταιρισμών, αλλά συνοψίζει επίσης την ολοκλήρωση του σύγχρονου συνεταιριστικού δικαίου, ως γέφυρας μεταξύ των συνεταιρισμών, ως οικονομικού θεσμού, και της νομικής οργανωτικής δομής τους. Ανεξάρτητα από το ζήτημα του κατά πόσον είναι δυνατόν33 ή όχι34 να αποτελέσουν δίκαιο, είναι δυνατόν να το περιγραφούν ως «ένας διαρκώς ανανεούμενος τρόπος να φαντάζεται κανείς την πραγματικότητα, [το] ενδιάμεσο μεταξύ του κόσμου των απτών γεγονότων και του κόσμου των ιδεών».35

Ακόμα κι αν πολλοί είναι της γνώμης ότι, αντί να ρυθμίζονται οι θεσμοί, θα ήταν σημαντικό να ρυθμίζονται οι λειτουργίες και οι δραστηριότητες36, η ίδια η φύση αυτών των Κατευθυντήριων Γραμμών παρουσιάζει το δίκαιο ως δομικό στοιχείο των συνεταιρισμών, δηλαδή τονίζει την κανονιστική πλευρά ενός φορέα, του οποίου οι διασυνδετικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες δημιουργούν μια θεσμική πραγματικότητα. Εκτός αυτού, η αντιπαράθεση των λειτουργιών / δραστηριοτήτων έναντι των θεσμικών ρυθμίσεων είναι μια ψεύτικη εναλλακτική επιλογή. Η Σύσταση 193 της ΔΟΕ, ιδίως η παράγραφος 7 (2), είναι σαφής για το θέμα αυτό. Διαχωρίζει τις δραστηριότητες από τη μορφή, δηλαδή τη δραστηριότητα από τον δρώντα. Όμως, θεωρεί τα δύο θέματα ως εξίσου σημαντικά,37 που έχουν ανάγκη ρύθμισης. Επιπλέον, ο λόγος ύπαρξης των διαφόρων τύπων επιχειρήσεων είναι η ποικιλία των λειτουργιών και δραστηριοτήτων προς τις οποίες ο τύπος της επιχείρησης δεν είναι ουδέτερος.

Σε ορισμένες χώρες, όπως η Δανία και η Ιρλανδία, οι συνεταιριστικές οργανώσεις ευημερούν χωρίς να διέπονται από δική τους νομοθεσία. Ωστόσο, δεν υπάρχουν συνεταιριστικές οργανώσεις που να ευημερούν χωρίς να ισχύουν νομικοί κανόνες γι' αυτές. Μερικοί από τους σημαντικότερους λόγους γι’ αυτό είναι:

  • Η ύπαρξη ενός συνεταιριστικού νόμου είναι μια αναγκαία, αλλά όχι ικανή συνθήκη, για να εφαρμοσθεί μια συνεταιριστική πολιτική. Στη νομική εκδοχή της λέξης, οι φορείς μπορούν να ιδρυθούν με δύο τρόπους: μέσω ενός αριθμού νομικών κανόνων, που γίνονται για να συνεργήσουν με τέτοιο τρόπο ώστε να υλοποιηθεί μια ορισμένη ιδέα ή / και με τη δημιουργία ενός νομικού προσώπου επί τη βάσει μιας ιδέας. Αυτό το είδος της τυποποίησης βελτιώνει την αποτελεσματικότητα των οικονομικών φορέων, δεδομένου ότι, εκτός από τα φυσικά πρόσωπα, μόνο νομικά πρόσωπα μπορεί να έχουν δικαιώματα και υποχρεώσεις. Σπάνια αυτό γίνεται σαφές.38 Μέσα από την απονομή της ιδιότητας του νομικού προσώπου σε έναν φορέα, η ευθύνη μετατοπίζεται από τα φυσικά πρόσωπα στον εν λόγω φορέα. Αυτό, όπως λέγεται, αποτελεί κίνητρο για την οικονομική δραστηριότητα, τα οφέλη της οποίας δεν μπορεί να υπερεκτιμηθούν. Απαιτούνται, όμως, αυστηρές γραμμές ευθύνης, καταλογισμού και ελέγχου, προκειμένου να μην τεθεί σε κίνδυνο αυτό καθαυτό το πλεονέκτημα της απόκτησης του καθεστώτος του νομικού προσώπου. Επιπλέον, τα νομικά πρόσωπα δεν μπορούν να συμμετέχουν μόνο ως συνεργάτες σε συναλλαγές στην αγορά, αλλά μπορούν επίσης να χρησιμοποιούν τη δυνατότητα να γίνουν μέλη συγκεκριμένων ενώσεων επιχειρήσεων, όπως οι συνεταιρισμοί υπηρεσιών ή συνεταιρισμοί επιτηδευματιών.39 Σε αυτή την περίπτωση συνεισφέρουν και κάνουν χρήση των θετικών επιπτώσεων του φορολογικού και του εργατικού δικαίου, καθώς και των συστημάτων κοινωνικής ασφάλισης και άλλων πολιτικών του δημοσίου.40 Στις πολύπλοκες κοινωνίες, όπου ο κοινωνικός έλεγχος δεν μπορεί πλέον να βασίζεται στις στενές προσωπικές σχέσεις, η θεσμοποίηση των σχέσεων έχει αποδειχθεί ότι είναι το πιο επαρκές μέσον για τη ρύθμιση των δραστηριοτήτων των οικονομικών παραγόντων. Εξ ορισμού, αυτό ισχύει ιδιαίτερα όταν οι οικονομικές σχέσεις δεν αφορούν μόνο φυσικά πρόσωπα, αλλά και νομικά πρόσωπα. Για να παρέχει νομική ασφάλεια, ο νόμος πρέπει να καθορίσει τα κριτήρια για τον προσδιορισμό των προσώπων αυτών, την εξουσία των οργάνων / οργανισμών τους και τις ευθύνες τους, αντί εκείνων των μελών ή των μεμονωμένων μετόχων. Η Σύσταση 193 της ΔΟΕ προωθεί την ιδέα της θεσμοθέτησης των συνεταιρισμών, με την έννοια της χορήγησης νομικής προσωπικότητας.41

  • Μεταξύ των σημερινών γενικών πολιτικών του κράτους, ξεχωρίζει η εγκαθίδρυση του κράτους δικαίου. Το κράτος δικαίου αποτελεί θεμελιώδες στοιχείο της νέας προσέγγισης για την ανάπτυξη, η οποία δίνει έμφαση στο σεβασμό των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Αυτό προϋποθέτει ότι η σχέση μεταξύ των πολιτών και του κράτους βασίζεται στις πράξεις του κοινοβουλίου.

  • Οι εθνικές νομοθεσίες είναι ένα απαραίτητο μέσο για την εφαρμογή του δημόσιου διεθνούς συνεταιριστικού δικαίου, του οποίου η Σύσταση 193 της ΔΟΕ αποτελεί τον πυρήνα.42

  • Στη διεθνή συνεργασία και μεταξύ των παγκόσμιων οικονομικών παραγόντων, το δίκαιο χρησιμοποιείται σε ένα συνεχώς αυξανόμενο βαθμό ως μέσο ενημέρωσης και επικοινωνίας. Ο νόμος είναι ένα σημείο αναφοράς και μια κατευθυντήρια γραμμή.

  • Ο νόμος γεφυρώνει το χάσμα ανάμεσα στην πολυπλοκότητα της κοινωνικής ζωής και στον ορισμό και στην απόδοση των διαφόρων ρόλων στην κοινωνία, αφενός, και στη γνώση, ή μάλλον η έλλειψη γνώσης σχετικά με την τεχνολογία και τα κοινωνικά ζητήματα, που απαιτούνται για να κατανοήσουμε αυτές τις πολυπλοκότητες, από την άλλη.

  • Ο νόμος είναι ένα κατάλληλο και δοκιμασμένο μέσο για να εκπροσωπεί και να διατηρεί μια δίκαιη ισορροπία μόνο μεταξύ της αυτονομίας των συνεταιριστών και των συνεταιρισμών, από τη μια πλευρά και των εξουσιών του κράτους, από την άλλη.

Ο νόμος είναι ένα μέσο για να μεταμορφώνει την άτυπη σε τυπική διαδικασία.

Περαιτέρω συζήτηση θα ακολουθήσει, έστω και έμμεσα μόνο, σε ορισμένες περιπτώσεις. Εξαιτίας της σημασίας της, αν μη τι άλλο για τη ΔΟΕ, η άτυπη μορφή και η συνεταιριστική νομοθεσία θα εξεταστούν χωριστά και σε κάποια έκταση στην επόμενη ενότητα.

3.2 Άτυπη οικονομία και συνεταιριστική νομοθεσία


Ο αριθμός των ανεπίσημων φορέων στην οικονομία αναπτύσσεται σε όλες σχεδόν τις χώρες. Μείζονες δραστηριότητες στην άτυπη οικονομία περιλαμβάνουν τον τουρισμό, πωλήσεις, υπηρεσίες, εμπόριο, γεωργία, μεταποίηση, μεταφορές, βιοτεχνίες, δανεισμό χρημάτων και κατασκευές. Συνεταιρισμοί υπάρχουν σε όλους αυτούς τους τομείς.
Πολλά έγγραφα της ΔΟΕ συνδέουν τους συνεταιρισμούς με τη μετάβαση φορέων από την άτυπη οικονομία σε τυπική και συνδέουν κάθε ένα από αυτά τα φαινόμενα με τη νομοθεσία.43

Η έμφαση εδώ είναι στην κανονιστική πλευρά της νομοθεσίας.44 Αυτό γίνεται για να αποφευχθεί ένα πρόωρο συμπέρασμα από την εμπειρική απόδειξη της μη εφαρμογής των νόμων εξ αιτίας τις ανεπάρκειες της νομοθεσίας, προς όφελος των φορέων της άτυπης οικονομίας.45


Πλαίσιο 8: Άτυπη Οικονομία

Σύμφωνα με τον ορισμό από τη Διεθνή Συνδιάσκεψη Εργασίας του 2002, «ο όρος "άτυπη οικονομία" αναφέρεται σε όλες τις οικονομικές δραστηριότητες των εργαζομένων και των οικονομικών μονάδων, οι οποίες - κατά το νόμο ή την πράξη - δεν καλύπτονται ή καλύπτονται ανεπαρκώς από επίσημες συμφωνίες. Οι δραστηριότητές τους δεν περιλαμβάνονται στον νόμο, πράγμα που σημαίνει ότι λειτουργούν εκτός της επίσημης πρόσβασης του νόμου ή δεν καλύπτονται στην πράξη, πράγμα που σημαίνει ότι - παρότι λειτουργούν στο πλαίσιο της επίσημης πρόσβασης του νόμου - ο νόμος δεν εφαρμόζεται ή δεν επιβάλλεται, ή ο νόμος αποθαρρύνει την συμμόρφωση, γιατί δεν είναι κατάλληλος, είναι επαχθής ή επιβάλλει υπερβολικό κόστος» (Βλέπε ψήφισμα και τα συμπεράσματα ... Παράγραφος 3).
Θεωρούνται ως άτυπες «όλες οι δραστηριότητες που εμπίπτουν de facto ή de jure έξω από την εμβέλεια του νόμου» (ΔΟΕ Διοικητικό Όργανο (GB), βλέπε GB298-ESP-4-2007-02-0118-1- En.doc, Παράγραφος 14).
Το Διοικητικό Όργανο (GB) της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας ανέφερε στη σύνοδο του Μαρτίου του 2007 ότι «ο ίδιος ο χαρακτηρισμός της παραοικονομίας, στη συζήτηση της Διεθνούς Διάσκεψης Εργασίας του 2002, αναφέρεται στη σχέση με το νόμο ...». Την ίδια στιγμή, το GB εξέφρασε κάποιες αμφιβολίες ως προς την αποτελεσματικότητα της έμφασης στο "κανονιστικό πλαίσιο". Δείτε GB298-ESP-4-2007-02-0118-1- En.doc, Παράγραφος 14 και Παράγραφος 45 αντίστοιχα.


Τα μεγαλύτερα οφέλη από την ίδρυση συνεταιρισμών από φορείς της άτυπης οικονομίας θα πρέπει να αναμένονται από τα αποτελέσματα της συγκέντρωσης των πόρων τους. Όσο μικροί και αν είναι οι πόροι αυτοί, η συγκέντρωση αυξάνει τη διαπραγματευτική τους δύναμη και βοηθά τη μεταφορά γνώσης και τεχνογνωσίας. Τα δομικά χαρακτηριστικά των συνεταιρισμών προσφέρονται γι’ αυτή τη συγκέντρωση. Επιπλέον, οι συνεταιρισμοί αποτελούν σχετικά εύκολα προσβάσιμες επιχειρήσεις, καθώς οι κεφαλαιακές απαιτήσεις είναι ελάχιστες και η αρχική έλλειψη δεξιοτήτων μπορεί να ξεπεραστεί με προγράμματα ενημέρωσης, κατάρτισης και εκπαίδευσης, που προσφέρονται στις περισσότερες χώρες από τις κυβερνήσεις, τις συνεταιριστικές κινήσεις, δωρητές και ΜΚΟ. Ωστόσο, το «εύκολα προσβάσιμη» δεν πρέπει να ερμηνεύεται ως «απλή οργανωτική και λειτουργική μορφή της επιχείρησης».

Για τα τελευταία 160 χρόνια, οι συνεταιρισμοί έχουν αποδείξει ότι είναι ένα μέσο για την άτυπη οικονομία να ενταχθεί στην επίσημη οικονομία, σε πολλές χώρες σε όλον τον κόσμο. Η συνεταιριστική πολιτική και νομοθεσία διευκολύνει την αναγνώριση των συνεταιρισμών ως νομικών προσώπων με τα ίδια δικαιώματα και υποχρεώσεις με τους υπόλοιπους νομικά αναγνωρισμένους επιχειρηματικούς φορείς. Μια επαρκής συνεταιριστική νομοθεσία, που περιλαμβάνει τη φορολόγηση των συνεταιρισμών, η οποία λαμβάνει υπόψη τη διαφορά μεταξύ του κέρδους και του πλεονάσματος, τη λογική της χορήγησης επιστροφής στα μέλη και τη δημιουργία αδιανέμητου αποθεματικού κεφαλαίου, καθώς και η εφαρμογή των ειδικών συνεταιριστικών λογιστικών προτύπων, είναι όλα τα μέτρα που προχωρούν, σε μεγάλο βαθμό, στην αποτροπή των άτυπων φορέων της οικονομίας από τη φοροδιαφυγή και την αποφυγή καταβολής εισφορών κοινωνικής ασφάλισης.46

Η επισημοποίηση μέσω σχηματισμού συνεταιριστικών επιχειρήσεων, που αναγνωρίζονται ως νομικά πρόσωπα, εγείρει μια σειρά από εννοιολογικά ζητήματα. Πρώτον, η επισημοποίηση δεν πρέπει να είναι αυτοσκοπός. Σε όλες τις κοινωνίες, οι άτυπες δραστηριότητες και ρυθμίσεις είναι απαραίτητες για την κοινωνική και οικονομική ευημερία. Δεύτερον, παρά την καθολική τους αποδοχή, η έννοια των συνεταιρισμών ως νομικών προσώπων προϋποθέτει διατυπώσεις εννοιών,47 που δεν είναι καθολικής αποδοχής.

Σε πολλές κοινωνίες, ιδιαίτερα εκείνες με έντονη επικράτηση των άτυπων φορέων της οικονομίας, τα πολιτιστικά χαρακτηριστικά για την αναγνώριση νομικών προσώπων δεν είναι δεδομένα.48 Όταν γίνεται διάκριση μεταξύ οργανωμένων και μη-οργανωμένων ομάδων αυτοβοήθειας, είναι σημαντικό να γίνεται διάκριση μεταξύ συνεταιρισμών, ως εθελοντικών ενώσεων προσώπων, δηλαδή ενός τρόπου οργάνωσης μιας ομάδας, και των κοινοτήτων, ή ενός τρόπου ζωής.49 Οι συνεταιρισμοί μπορούν να ευημερήσουν μόνο εάν τα μέλη τους είναι αυτόνομα στις οικονομικές δραστηριότητές τους και εάν η οικονομική ζωή, γενικά, διατηρείται χωριστά από άλλες κοινωνικές δραστηριότητες. Οι κοινωνίες στις οποίες η κοινότητα θεωρείται ως μια αδιαίρετη οντότητα, δυσκολεύονται να ενσωματώσουν την έννοια μιας νομικής προσωπικότητας, η οποία επιτρέπει σε αφηρημένα νομικά πρόσωπα να υπάρχουν ανεξάρτητα από τα μέλη τους. Δυσκολεύονται, για παράδειγμα, να καταλάβουν ότι η οικονομική ευθύνη των συνεταιριστών μπορεί να περιοριστεί στις μερίδες τους. Όπου οι έννοιες του σωματείου και της κοινότητας συγχέονται, μπορεί η εφαρμογή του συνεταιριστικού νόμου να παρεμποδίζεται από μηχανισμούς κοινοτικού τύπου. Αυτό το μίγμα τείνει να είναι επιβλαβές τόσο για τον συνεταιρισμό όσο και για την ομάδα κοινοτικού τύπου, στην οποία τα μέλη του συνεταιρισμού συνήθως θα συνεχίσουν να ζουν. Η διάκριση μεταξύ σωματείων και κοινοτήτων δεν πρέπει να συγχέεται με αυτήν μεταξύ συνεταιρισμών και απλοποιημένων συνεταιριστικών δομών, όπως προτείνεται περαιτέρω στις παρούσες Κατευθυντήριες Γραμμές. Τρίτον, η έννοια της νομοθεσίας χρειάζεται διευκρίνιση, προκειμένου να αποφευχθεί το προαναφερθέν πρόωρο συμπέρασμα από νόμους που είναι αναποτελεσματικοί, ότι οι νόμοι καθαυτοί είναι ένα ανεπαρκές μέσο. Εξετάζοντας μια σειρά από στοιχεία του ορισμού της άτυπης οικονομίας, προκύπτει ότι οι ανεπάρκειες είναι θέμα πολιτικής βούλησης και / ή παράλειψης εφαρμογής της νομοθεσίας και όχι ανεπάρκειας της νομοθεσίας. Αυτό μπορεί να αποδειχθεί από την εξέταση των ακόλουθων στοιχείων της συνηθισμένης περιγραφής των φορέων της άτυπης οικονομίας (παραοικονομίας):

  1. «το πεδίο εφαρμογής του νόμου δεν καλύπτει τους φορείς της άτυπης οικονομίας ή τις δραστηριότητές τους»: τροποποιήσεις μόνο απαιτούνται από την πολιτική βούληση για να αλλάξει αυτό.

  1. «ο νόμος είναι ακατάλληλος, είναι επαχθής ή επιβάλλει υπερβολικό κόστος» 50: αυτά είναι αξιολογικές κρίσεις, οι οποίες απαιτούν ανάλυση πριν σχεδιαστούν και εφαρμοσθούν διορθωτικά μέτρα, καθώς οι αξιολογικές κρίσεις κατά πάσα πιθανότητα θα προβάλλονται από μια μεγάλη ποικιλία φορέων, συμπεριλαμβανομένων των απατεώνων φοροφυγάδων.

  1. «εφαρμοστικοί μηχανισμοί λείπουν ή αστοχούν»: για παράδειγμα, όταν δεν υπάρχουν καθόλου ή υπάρχουν μόνο ανεπαρκείς προληπτικοί μηχανισμοί εποπτείας, οι συνεταιρισμοί περιορίζονται, ή ακόμη αποκλείονται από την προσφορά χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών ή την άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων. Δεν υπάρχουν παρά μόνο ανεπαρκείς μηχανισμοί αποφυγής της εμφάνισης ψευδών συνεταιρισμών, που έχουν συσταθεί για την καταστρατήγηση της φορολογίας και της εργατικής νομοθεσίας. Σε περίπτωση που αυτές είναι σωστές παρατηρήσεις σε πολλές περιπτώσεις, που έχουν ανάγκη προφανούς θεραπείας, είναι εξίσου αλήθεια ότι σε πολλές περιπτώσεις οι μηχανισμοί αυτοί αποτυγχάνουν επειδή οι φορείς της άτυπης οικονομίας μένουν έξω ή εν μέρει έξω από τις κρατικές δομές, δηλαδή ζουν σε μια άλλη πολιτική τάξη ή / και κάτω ένα νομικό σύστημα το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο του κράτους. Αυτό μπορεί να σημαίνει καταστάσεις κατά τις οποίες δύσκολα μπορούν να διαχωριστούν η επίσημη από την ανεπίσημη οικονομία.

  1. «οι φορείς της παραοικονομίας συχνά αναπτύσσουν στρατηγικές για την αποφυγή των επίσημων περιορισμών, κυρίως εισφορών σε συστήματα κοινωνικής ασφάλισης και καταβολής φόρων»: Αυτό τους αφήνει όχι μόνο χωρίς κοινωνική προστασία, αλλά επίσης οδηγεί σε οικονομικές στρεβλώσεις μεταξύ των επίσημων και άτυπων φορέων της οικονομίας. Στερεί τους τελευταίους από τις οικονομικές ευκαιρίες, καθώς οι φορείς της επίσημης οικονομίας είναι απρόθυμοι, αν δεν είναι εντελώς εχθρικοί, για την αναγνώριση των φορέων της άτυπης οικονομίας ως επιχειρηματικών εταίρων. Επιπλέον, η άνιση κατανομή των υποχρεώσεων, οδηγεί σε κοινωνικές και, τελικά, σε πολιτικές τριβές.

Μέσω του Συνεταιριστικού Τμήματος, το Γραφείο της ΔΟΕ έχει εργαστεί για να αντισταθμίσει, τουλάχιστον εν μέρει, αυτές τις ελλείψεις. Το έπραξε, για παράδειγμα:

  • συμβάλλοντας με την παροχή εκδοχών συνεταιριστικού νόμου στις καθομιλούμενες γλώσσες που ομιλούνται από τους αποδέκτες,
  • συμβάλλοντας με την παροχή οδηγών για τον συνεταιριστικό νόμο για απλούς ανθρώπους,
  • βοηθώντας στη σύνταξη συνεταιριστικών καταστατικών
  • προτείνοντας περισσότερο προσαρμοσμένες πολιτιστικά μορφές συνεταιρισμών. Το σημείο εκκίνησης ήταν η συμπερίληψη των κοινών ομάδων οικονομικής πρωτοβουλίας στον νόμο του 1982 για τους συνεταιρισμούς στο Καμερούν. Αυτό οδήγησε επίσης το Συνεταιριστικό Τμήμα να συμπεριλάβει στην συνεταιριστική πολιτική του και συμβουλές για τη νομοθεσία σχετικά με το θέμα των απλοποιημένων συνεταιριστικών δομών (βλέπε Μέρος 3, τμήμα 9).


4. ΤΙ ΕΙΔΟΥΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΟ ΝΟΜΟ;


4.1 Το ευρύτερο νομικό πλαίσιο


Το ευρύτερο νομικό πλαίσιο ορίζεται από τις ακόλουθες περιφερειακές και διεθνείς δομές. Αυτές ποικίλλουν όσον αφορά το πεδίο εφαρμογής τους και τη νομική τους αξία51. Μερικά από αυτά τα πλαίσια εφαρμόζονται μόνο σε ένα συγκεκριμένο τομέα. Είναι αλληλένδετα από το γεγονός ότι η αντίστοιχη νομική αξία τους συμβάλλει στην υποστήριξη της θέσης ότι η Σύσταση 193 της ΔΟΕ συνιστά δεσμευτικό δημόσιο διεθνές δίκαιο. Ωστόσο, αυτές οι διαφορετικές πτυχές πρέπει να σταθμίζονται, καθόσον τα μέσα αυτά περιορίζουν την αυτονομία των εθνικών νομοθετών.

4.1.1 Περιφερειακή συνεταιριστική νομοθεσία


4.1.1.1 OHADA ενιαία νομική πράξη για τους συνεταιρισμούς


Μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια προετοιμασίας και διαπραγματεύσεων, τα δεκαέξι Κράτη Μέλη του OHADA (Οργανισμός για την Εναρμόνιση της Νομοθεσίας για τις Επιχειρήσεις στην Αφρική) εγκρίθηκε μια ενιαία πράξη για τους συνεταιρισμούς το 2010.52 Ο νόμος είναι άμεσα εφαρμόσιμος στα Κράτη μέλη της OHADA.

4.1.1.2 Κανονισμός του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης σχετικά με το καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού (SCE)


Το 2003, η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ), δημοσίευσε τον Κανονισμό 1435/2003 σχετικά με το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού (SCE), μετά από περισσότερα από τριάντα χρόνια προετοιμασίας. Ο Κανονισμός τέθηκε σε ισχύ το 2006. Ως κανονισμός, είναι άμεσα εφαρμόσιμος στα κράτη μέλη της ΕΕ. Σε αντίθεση με την ενιαία Πράξη της OHADA για τους Συνεταιρισμούς, δεν ρυθμίζει τις εθνικές νομοθεσίες των συνεταιρισμών, αλλά δημιουργεί ένα νέο είδος συνεταιρισμού, την SCE. Τα μέλη πρέπει να προέρχονται από δύο τουλάχιστον Κράτη μέλη της ΕΕ. Δεν ρυθμίζει όλες τις νομικές πτυχές των συνεταιρισμών. Με ένα περίπλοκο σύστημα παραπομπών, αναφέρεται στην εθνική νομοθεσία των συνεταιρισμών. Αυτό μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει δημιουργήσει 27 διαφορετικά είδη SCE, αντί της εισαγωγής μόνο ενός μόνο νέου τύπου.53

4.1.1.3 Mercosur Κοινό Συνεταιριστικό Καταστατικό


Οι χώρες της Mercosur είχαν από το 2009 ένα κοινό Συνεταιριστικό Καταστατικό.54 Όπως και ο Κανονισμός της ΕΕ, είναι άμεσα εφαρμόσιμο στα Κράτη μέλη για να διευκολύνει τη διακρατική δημιουργία συνεταιρισμών, και δεν ρυθμίζει τους εθνικούς συνεταιρισμούς. Ωστόσο, η εφαρμογή του απαιτεί τη μετατροπή σε εθνικό δίκαιο. Μέχρι στιγμής, αυτό έχει γίνει μόνο από την Ουρουγουάη.

4.1.2 Άλλα σχετικά περιφερειακά κείμενα


4.1.2.1 Ley Marco para las Cooperativas de América Latina / Νόμος-πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς στη Λατινική Αμερική


Ο νόμος του 2008 Ley para las Cooperativas Marco de América Latina55, είναι μια πειστική μετάφραση της σύγχρονης συνεταιριστικής σκέψης σε έναν «πρότυπο νόμο». Με προέλευση έναν ιδιωτικό φορέα, την ICA Αμερικής, δεν έχει καμία δεσμευτική ισχύ για τους νομοθέτες. Μπορεί να γίνει δεκτό, ωστόσο, ότι θα παίξει τον ίδιο πειστικό ρόλο στις διεργασίες διαμόρφωσης της νομοθεσίας, όπως έκανε η πρώτη έκδοση του (1988) κατά τη διάρκεια των χρόνων. Επιπλέον, είναι ένα χρήσιμο εργαλείο, καθώς συνδυάζει προτάσεις για ένα κείμενο συνεταιριστικού νόμου με ένα συνοπτικό σχόλιο σε κάθε άρθρο.

4.1.2.2 WOCCU μοντέλο συνεταιριστικού νόμου


Το Παγκόσμιο Συμβούλιο των Πιστωτικών Ενώσεων (World Council of Credit Unions - WOCCU) εκπόνησε ένα μοντέλο νόμου για τους αποταμιευτικούς και πιστωτικούς συνεταιρισμούς.56 Η νομική αξία και τα αποτελέσματά του είναι συγκρίσιμα με εκείνα του Ley Marco para las Cooperativas de América Latina. Εκφράζει μία από τις δύο μεγάλες «σχολές» σκέψης για τους αποταμιευτικούς και πιστωτικούς συνεταιρισμούς, η άλλη είναι το μοντέλο "Raiffeisen".

4.1.3 Δημόσιο διεθνές συνεταιριστικό δίκαιο: Σύσταση 193 της ΔΟΕ


4.1.3.1 Η νομική αξία της Σύστασης 193 της ΔΟΕ 57


Τα επιχειρήματα που στηρίζουν την άποψη ότι η Σύσταση 193 της ΔΟΕ συνιστά δεσμευτικό δημόσιο διεθνές συνεταιριστικό δίκαιο είναι τα εξής:

  1. Τα ψηφίσματα και οι συστάσεις διεθνών οργανισμών μπορεί να είναι πηγές του δημοσίου διεθνούς δικαίου,58 αν και δεν αναφέρονται μεταξύ των πηγών που αναφέρονται στο άρθρο 38 § 1 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου. Ο κατάλογος αυτός δεν είναι εξαντλητικός.59

  1. Το γεγονός ότι η ILC (International Labour Conference), κατά τη συζήτηση της Σύστασης 193 της ΔΟΕ, επέλεξε μια σύσταση, αντί της σύμβασης,60 δεν πρέπει να ερμηνευθεί ως επιλογή για ένα νομικώς μη δεσμευτικό πρότυπο εργασίας. Αναφορικά με την αντίστοιχη νομική τους αξία, η διαφορά μεταξύ των συμβάσεων της ΔΟΕ και των συστάσεων της ΔΟΕ, δεν μπορεί να ερμηνευθεί στην πρώτη ως νομικά δεσμευτική και στη δεύτερη όχι. Τα άρθρα 19 και 30 του Συντάγματος της ΔΟΕ, καθώς και το άρθρο 7 του Κανονισμού της Διεθνούς Συνδιάσκεψης Εργασίας σχετικά με την Επιτροπή για την Εφαρμογή των Συμβάσεων και των Συστάσεων,61 δεν επιτρέπουν τέτοια ερμηνεία.

  1. Η ΔΟΕ έχει συνταγματική εντολή για την υιοθέτηση προτύπων για συνεταιρισμούς62 καθώς η εντολή της δεν περιορίζεται στην εργατική νομοθεσία με τη στενή έννοια του όρου. Το άρθρο 1 του Συντάγματός της ορίζει ότι: «Ιδρύεται μια μόνιμη οργάνωση για την προώθηση των αντικειμένων που εκτίθενται στο Προοίμιο του παρόντος Συντάγματος ... ". Το πρώτο αντικείμενο "που παρατίθεται στο Προοίμιο ..." είναι "η ειρήνη ... με βάση την κοινωνική δικαιοσύνη". Η εργατική νομοθεσία είναι σίγουρα ένα σημαντικό μέσο με το οποίο πρέπει να προωθείται η κοινωνική δικαιοσύνη, αλλά δεν είναι η μόνη. Η ΔΟΕ και τα Κράτη μέλη έχουν την ευχέρεια να αποφασίσουν σχετικά με τα μέσα που θα χρησιμοποιήσουν. Το ερώτημα, ως εκ τούτου, είναι αν η συνεταιριστική νομοθεσία αποτελεί κατάλληλο μέσο για την επίτευξη της κοινωνικής δικαιοσύνης. Η απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να βρεθεί σε μια ανάλυση των συνεταιριστικών νόμων και της εφαρμογής τους στις διάφορες χώρες. Παρατηρούμε ότι ένας αυξανόμενος αριθμός συνεταιριστικών νόμων υποχρεώνουν τους συνεταιρισμούς ρητώς να συμβάλλουν στην κοινωνική δικαιοσύνη.63 Παρατηρούμε επίσης ότι σε έναν αυξανόμενο αριθμό κρατών η εφαρμογή αυτών των κειμένων βελτιώνεται.

  1. Η Σύσταση 193 της ΔΟΕ εγκρίθηκε με συντριπτική πλειοψηφία. Μόνο τρεις αντιπρόσωποι απείχαν.64

  1. Οι συστάσεις της ΔΟΕ φέρουν μεγαλύτερο νομικό βάρος από εκείνες άλλων διεθνών οργανισμών, καθόσον η ΔΟΕ είναι ένας τριμερής οργανισμός, δηλαδή είναι πιο αντιπροσωπευτικός από άλλους διεθνείς κυβερνητικούς οργανισμούς.65

  1. Οι Συστάσεις της ΔΟΕ φέρουν ιδιαίτερη βαρύτητα, καθόσον θα έπρεπε τουλάχιστον να αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το άθροισμα των συμφερόντων των Κρατών μελών και κάτι άλλο εκτός από τον ελάχιστο κοινό παρονομαστή αυτών των συμφερόντων, επειδή η ΔΟΕ είναι επίσης μια «διακρατική» οργάνωση. Οι αντιπρόσωποι για την ILC έχουν μια ελεύθερη εντολή.66 Η ενασχόληση με την προετοιμασία νομοθεσίας από τη ΔΟΕ είναι μια μοναδική περίπτωση διακρατικής νομοθεσίας.67

  1. Η Διεθνής Διάσκεψη Εργασίας (ILC) ενσωμάτωσε, όπως έχει λεχθεί, τα βασικά μέρη του Δήλωσης της ICA στη Σύσταση 193 της ΔΟΕ: Ο ορισμός στην Παράγραφο 2, οι συνεταιριστικές αξίες στην Παράγραφο 3 και οι συνεταιριστικές αρχές στην Παράγραφο 3 και στο Παράρτημα. Με αυτόν τον τρόπο, προώθησε το κύρος της Δήλωσης της ICA, από ενός κειμένου μιας διεθνούς μη κυβερνητικής οργάνωσης σε ένα νομικό κείμενο μιας διεθνούς κυβερνητικής οργάνωσης, ενώ, την ίδια στιγμή, αύξησε την νομική αξία της ίδιας της Σύστασης 193 της ΔΟΕ. Σε έναν κόσμο που χαρακτηρίζεται από παγκοσμιοποίηση, μειούμενη δημοκρατική συμμετοχή στη νομοθετική διαδικασία, από μια αυξανόμενη παραοικονομία στις οικονομίες και από την αυξημένη επιρροή του ιδιωτικού καθορισμού των βασικών κανόνων στην νομοθετική διαδικασία του κράτους, η ενσωμάτωση της Δήλωσης της ICA στη Σύσταση 193 της ΔΟΕ αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα κατά την αξιολόγηση του νομικού χαρακτήρα αυτής της Σύστασης. Η Δήλωση της ICA πρέπει να εξετάζεται μέσα σε αυτό το πλαίσιο καθορισμού των βασικών κανόνων από ιδιωτικούς φορείς. Η ICA υπήρξε ο θεματοφύλακας των συνεταιριστικών αξιών και αρχών από το 1895. Είναι η μεγαλύτερη και ίσως και η παλαιότερη διεθνής ΜΚΟ. Αυτό της δίνει μια ιδιαίτερη νομιμοποίηση στη συζήτησή μας. Αλλά ακόμη πιο σημαντικό, η ICA είναι δημοκρατικά δομημένη και αντιπροσώπευε το 2002, όταν εγκρίθηκε η Σύσταση 193 της ΔΟΕ, κάπου700 εκατομμύρια μελών. Σήμερα τα μέλη αριθμούν σχεδόν ένα δισεκατομμύριο. Η γνώμη αυτών των μελών των συνεταιρισμών, όπως συμπυκνώνεται και εκφράζεται μέσα από τη Δήλωση της ICA, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη.

  1. Η νομική φύση της Σύστασης 193 της ΔΟΕ απορρέει επίσης από το ότι αντικατοπτρίζει μια επαναλαμβανόμενη συμπεριφορά των κρατών μελών της ΔΟΕ έναντι της διεθνούς / διακυβερνητικής νομοθετικής διαδικασίας. Τα κράτη μέλη καταδεικνύουν έτσι τη βούλησή τους να δεσμεύονται από την εν λόγω νομοθεσία και καθιερώνουν μια πράξη που θα προκριθεί σύντομα - αν δεν έχει ήδη - ως πηγή δημόσιου διεθνούς δικαίου σύμφωνα με το άρθρο 38, § 1 του Καταστατικού του Διεθνούς Δικαστηρίου. Παραδείγματα τέτοιας επαναλαμβανόμενης συμπεριφοράς είναι:

    • Το 1966 η ILC υιοθέτησε τη Σύσταση 127. Αυτό χρησιμοποιείται ως επιχείρημα, παρά το γεγονός ότι η Σύσταση 193 "την αναθεωρεί και την αντικαθιστά" (Σύσταση 193 της ΔΟΕ, Παράγραφος 19). Πρότυπα της ΔΟΕ χάνουν την ισχύ τους μέσω μιας τυποποιημένης διαδικασίας παρέκκλισης μόνο. Η Σύσταση 127 της ΔΟΕ δεν έχει ακόμη περιληφθεί σε μια τέτοια διαδικασία. Περιλαμβάνει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο (Κεφάλαιο ΙΙΙ) για την συνεταιριστική νομοθεσία, το οποίο σε μεγάλο βαθμό αντικατοπτρίζεται στην έκθεση του Διεθνούς Γραφείου Εργασίας στην ILC στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τη συζήτηση και την έγκριση της Σύστασης 193 της ΔΟΕ.68

    • Το 2001, οι Κατευθυντήριες Γραμμές των Ηνωμένων Εθνών είχαν εγκριθεί με συναίνεση, δηλαδή και με τη συγκατάθεση των Κρατών μελών της ΔΟΕ.

  1. Ένα ανάλογο επιχείρημα μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την έγκριση περιφερειακών, διεθνών και υπερεθνικών εργαλείων της ΔΟΕ μετά τη Σύσταση 193. Για παράδειγμα,

    • Ο Κανονισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης 1435/2003 περί του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συνεταιρισμού (SCE)

    • Το Κοινό Συνεταιριστικό Καταστατικό για τις χώρες Mercosur, 2009

    • Η Ενιαία Πράξη για συνεταιρισμούς69 OHADA 2010.

  1. Το ίδιο ισχύει και για τη συμπεριφορά των κρατών ξεχωριστά:

    • Ορισμένα κράτη υιοθέτησαν νομοθεσία για σεβασμό της Σύστασης 193 της ΔΟΕ 70 άλλα είναι σε διαδικασία να το κάνουν.

    • Αντιπρόσωποι και βουλευτές των περισσότερων χωρών της Λατινικής Αμερικής συνεργάστηκαν στενά με τη διαδικασία κατάρτισης του Marco Ley para las Cooperativas de América Latina, παρά το γεγονός ότι αυτό το μοντέλο νόμου απορρέει από έναν μη-κυβερνητικό οργανισμό, τον ICA Americas.71 Η συμμετοχή αυτή ήρθε για δεύτερη φορά, καθώς αυτό το μοντέλο είναι μια (αναθεωρημένη) επανάληψη του μοντέλου νόμου του 1988, με το ίδιο όνομα, που στη συνέχεια το επεξεργάσθηκε ο αείμνηστος OCA, ο Οργανισμός των Συνεταιρισμών της Αμερικής.

    • Ορισμένα κράτη έχουν αναφερθεί σε εργαλεία πολιτικής στη Σύσταση 193 της ΔΟΕ. Βλέπε για παράδειγμα τα συμπεράσματα και τις συστάσεις της ICA Αφρικής, στην Υπουργική Συνέλευση για τους Συνεταιρισμούς72 και στις Υπουργικές Συνελεύσεις που οργανώθηκαν από το Περιφερειακό Γραφείο της ICA για την Ασία και τον Ειρηνικό (η πιο πρόσφατη σχετικά με το θέμα ήταν του 2007). Το 2011 οι Πρόεδροι και οι Υπουργοί Εργασίας των χωρών της Mercosur, αναγνώρισαν τη Σύσταση 193 της ΔΟΕ ως μέσο για την προώθηση των συνεταιρισμών.73

    • Στο πλαίσιο της προετοιμασίας για τη Γενική Επισκόπηση του 2010 της ΔΟΕ σχετικά με [την εφαρμογή των] εργαλείων απασχόλησης της ΔΟΕ του 2008, υπό το πρίσμα της "Δήλωσης σχετικά με την Κοινωνική Δικαιοσύνη για μια Δίκαιη Παγκοσμιοποίηση»,74 ένας μεγάλος αριθμός των Κρατών μελών της ΔΟΕ απάντησαν σε ερωτηματολόγιο που αφορούσε επίσης τη Σύσταση 193 της ΔΟΕ. Καμία από τις χώρες που ανταποκρίθηκαν δεν αρνήθηκε την υποχρέωση να εφαρμόσει τη Σύσταση 193 της ΔΟΕ, υπό την έννοια που συζητήθηκε εδώ.75

  1. Ορισμένα από τα ανώτατα δικαστήρια έχουν αναφερθεί στη Σύσταση 193 της ΔΟΕ ή τουλάχιστον στις συνεταιριστικές αρχές που είναι καταχωρημένες εκεί.76

Θα μπορούσε κανείς να προσθέσει ότι η Σύσταση 193 της ΔΟΕ απλώς συγκεκριμενοποιεί νομικά δεσμευτικά διεθνή και περιφερειακά εργαλεία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων,77 τα οποία εμπεριέχουν όλες τις βασικές νομικές εγγυήσεις για την ελεύθερη ίδρυση και λειτουργία ενός συνεταιρισμού. Αυτό δεν συνιστά, ωστόσο, τη νομική αξία της Σύστασης 193 της ΔΟΕ.

4.1.3.2 Το περιεχόμενο της Σύστασης 193 της ΔΟΕ όσο αφορά τον συνεταιριστικό νόμο


Όσον αφορά το συνεταιριστικό δίκαιο, τα ακόλουθα περιεχόμενα της Σύστασης 193 της ΔΟΕ είναι σχετικά:

  1. Η Σύσταση 193 της ΔΟΕ απευθύνεται στις κυβερνήσεις, τους εργοδότες, τους εργαζόμενους, καθώς και στις συνεταιριστικές οργανώσεις όλων των Κρατών μελών της ΔΟΕ από κοινού και ιδιαιτέρως. Έτσι, η ILC τόνισε ότι όχι μόνο οι κυβερνήσεις είναι υπεύθυνες για την προώθηση των συνεταιρισμών αλλά και ότι τα προβλήματα χρήζουν εξέτασης σε παγκόσμιο επίπεδο και συλλογικά.

  1. Η Σύσταση 193 της ΔΟΕ καλεί τους νομοθέτες να επιτρέπουν στους συνεταιρισμούς να δραστηριοποιούνται σε όλους τους τομείς. Δεν υπάρχει αναφορά στο μέγεθος των συνεταιρισμών ή στα κοινωνικά στρώματα των μελών.

  1. Οι παράγραφοι που αφορούν τη συνεταιριστική νομοθεσία μπορούν να χωριστούν σε εκείνες οι οποίες υποχρεώνουν τους νομοθέτες να θεσμοθετήσουν συνεταιρισμούς, εκείνες οι οποίες υποχρεώνουν τους νομοθέτες να θεσπίσουν νομοθεσία που (επανα-) καθορίζει τη συνεταιριστική ταυτότητα και εκείνες που ασχολούνται με τα περιεχόμενα ενός συνεταιριστικού νόμου.

Όσο για τη θεσμοθέτηση των συνεταιρισμών, η Σύσταση 193 της ΔΟΕ συνιστά οι συνεταιρισμοί να έχουν επίσημη αναγνώριση και μεταδίδει, όπως έχει λεχθεί, μια ιδέα του συνεταιρισμού, που είναι εκείνη ενός συνεταιρισμού με νομική προσωπικότητα. Τα πλεονεκτήματα της επίσημης δραστηριοποίησης των συνεταιρισμών, υπό την έννοια αυτή, έχουν περιγραφεί παραπάνω.

Αρκετές παράγραφοι (3., 6., 7.(2), 10.(1) κλπ.) θεσπίζουν την υποχρέωση των νομοθετών να (επανα-) καθορίζουν τη συνεταιριστική ταυτότητα μέσω νόμου, αλλά δεν διευκρινίζουν σε τι συνίσταται αυτή η ταυτότητα.

Η τρίτη ομάδα παραγράφων το κάνει αυτό σε ορισμένο βαθμό. Αυτές οι παράγραφοι αποτελούνται από νομικούς κανόνες, νομικές αρχές και γενικές συστάσεις. Παρέχονται τα ακόλουθα παραδείγματα:

    • Ένα παράδειγμα νομικού κανόνα είναι η Παράγραφος 2, η οποία περιέχει τον προαναφερθέντα ορισμό των συνεταιρισμών, ως «αυτόνομη ένωση προσώπων που συνεργάζονται εθελοντικά για την αντιμετώπιση των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών και προσδοκιών τους μέσω μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά ελεγχόμενης επιχείρησης». Οι τρεις στόχοι των συνεταιρισμών που περιλαμβάνονται σε αυτόν τον ορισμό - οικονομικοί, κοινωνικοί και πολιτιστικοί - είναι συμπληρωματικοί και ίσης νομικής βαρύτητας. Οι νομοθέτες μερικές φορές το βρίσκουν δύσκολο να επιτευχθεί μια κατάλληλη ισορροπία μεταξύ αυτών των τριών στόχων και να εξασφαλιστεί ότι η επίτευξη όλων αυτών να ελέγχεται, όπως απαιτείται από την Παράγραφο 8 (2) (β).
Επίσης, το βρίσκουν μερικές φορές δύσκολο να επιτευχθεί μια κατάλληλη ισορροπία μεταξύ αυτών των τριών στόχων, από τη μία πλευρά, και των δύο στοιχείων που συνιστούν τη φύση των συνεταιρισμών, δηλαδή «ενώσεις προσώπων» και «επιχειρήσεις», από την άλλη πλευρά. Συχνά οι νομοθέτες θέτουν άνισα βάρη σε αυτά τα στοιχεία. Θέτοντας πάρα πολύ βάρος στο στοιχείο «ένωση προσώπων» εμποδίζει τους συνεταιρισμούς από το να γίνουν ανταγωνιστικές επιχειρήσεις στην αγορά. Θέτοντας πάρα πολύ βάρος στο στοιχείο «επιχείρηση», υποθέτοντας ότι η κεφαλαιουχική εταιρεία είναι ο μόνος τύπος επιχείρησης, αποδυναμώνονται τα χαρακτηριστικά του συνεταιρισμού. Το πρώτο στοιχείο προσδιορίζει τους συνεταιρισμούς ως ειδικό τύπο ομαδικού επιχειρηματία. Η γενική τάση για μείωση όλο και περισσότερο του ελάχιστου αριθμού των μελών προκαλεί προβληματισμό. Ένας συνεταιρισμός με ένα μέλος θα ήταν μια αντίφαση από μόνη της. Μια άλλη πτυχή αυτού του στοιχείου είναι η φύση της σχέσης μεταξύ των μελών και του συνεταιρισμού. Η Σύσταση 193 της ΔΟΕ θεωρεί ότι ο συνεταιρισμός αποτελεί μια συνεργασιακή σχέση. Πολλές χώρες την εκλαμβάνουν ως συμβασιακή σχέση.78 Όσον αφορά το δεύτερο στοιχείο, η Σύσταση 193 της ΔΟΕ υπογραμμίζει πολλές φορές το χαρακτήρα της επιχείρησης των συνεταιρισμών (βλέπε παραγράφους 5., 6.(γ) και (δ), 7.(2), 8.(1)(β), 16.(δ)).

    • Η παράγραφος 7.(2) αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας νομικής αρχής, της αρχής της ίσης μεταχείρισης.79 Είναι μια από τις κεντρικές παραγράφους της Σύστασης 193 της ΔΟΕ. Αναφέρει: «Οι Συνεταιρισμοί πρέπει να αντιμετωπίζονται [...] με όρους όχι λιγότερο ευνοϊκούς από εκείνους που παρέχονται στις άλλες μορφές επιχειρήσεων [...]. Οι κυβερνήσεις θα πρέπει να εισαγάγουν υποστηρικτικά μέτρα [...] για τις δραστηριότητες των συνεταιρισμών που προσφέρουν συγκεκριμένες υπηρεσίες κοινωνικές και δημόσιας πολιτικής, όπως [...].»

Η διατύπωση της πρώτης πρότασης είναι κάπως παραπλανητική, καθώς φαίνεται να υποδηλώνει ότι οι συνεταιρισμοί θα μπορούσαν να απολαμβάνουν μια πιο ευνοϊκή μεταχείριση από ότι άλλες μορφές επιχειρήσεων. Η Σύσταση 127 της ΔΟΕ περιείχε την ίδια διατύπωση. Παρά το γεγονός ότι η διατύπωση αυτή διατηρήθηκε ενώ είχε δεχθεί πολλή κριτική με την πάροδο των ετών, δεν μπορεί κανείς να υποθέσει ότι η ILC συμφώνησε για προτιμησιακή μεταχείριση των συνεταιρισμών. Πράγματι, η έμφαση στον επιχειρηματικό χαρακτήρα των συνεταιρισμών, ακόμη και στην ίδια την Παράγραφο 7. (2), κάνει λόγο για το αντίθετο. Το θέμα αυτό συνδέεται επίσης με εκείνο της θετικής διακριτικής μεταχείρισης των συνεταιρισμών από το κράτος. Είναι πλέον κοινώς αποδεκτό ότι η αρνητική διάκριση των συνεταιρισμών παραβιάζει τα βασικά δικαιώματα και τους κανόνες περί θεμιτού ανταγωνισμού και, επομένως, στρεβλώνει τις συνθήκες της αγοράς. Όλο και περισσότερο, επίσης, υποστηρίζεται ότι η θετική διάκριση, δηλαδή τη χορήγηση προνομίων και πλεονεκτημάτων, αποτρέπει τους συνεταιρισμούς από το να γίνουν ανταγωνιστικοί. Οι ανταγωνιστές δεν είναι πρόθυμοι να συνάψουν επιχειρηματικές σχέσεις με φορείς, οι οποίοι είναι γνωστό ότι τροφοδοτούνται από το κράτος. Περιφερειακοί και παγκόσμιοι οικονομικοί οργανισμοί, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου, επιμένουν όλο και περισσότερο στα κράτη τηρούν το διεθνές δίκαιο του ανταγωνισμού. Επιπλέον, η θετική διακριτική μεταχείριση απαιτεί παρακολούθηση. Η διαχωριστική γραμμή μεταξύ παρακολούθησης και παρέμβασης στην αυτονομία των συνεταιρισμών είναι μερικές φορές δύσκολο να χαραχθεί. Η θετική διακριτική μεταχείριση συνοδεύεται επιπλέον από τον κίνδυνο ίδρυσης ψευδο-συνεταιρισμών.

Προφανώς, η αρχή της ίσης μεταχείρισης προϋποθέτει την ύπαρξη ενός τύπου επιχείρησης - συνεταιρισμού - ο οποίος μπορεί να είναι διακριτός από άλλες μορφές επιχειρήσεων. Αυτό, συνεπώς, ενισχύει την υποχρέωση να αποκαταστήσει και να διατηρήσει τη συνεταιριστική ταυτότητα. Το δεύτερο εδάφιο της Παραγράφου 7 (2), το οποίο χαράσσει τη διαφορά μεταξύ μορφής και δραστηριότητας, την υπογραμμίζει περαιτέρω. Η πρακτική σημασία της αρχής της ίσης μεταχείρισης, δείχνει, τόσο για την εφαρμογή του ίδιου του συνεταιριστικού νόμου, όσο και για την εφαρμογή εκείνων των άλλων κανόνων, που, μαζί με τον καθαυτό συνεταιριστικό νόμο, αποτελούν ότι αποκαλώ το συνεταιριστικό νόμο, την ευρύτερη έννοια (βλέπε Πλαίσιο 2).

    • Η Παράγραφος 6 (δ) είναι ένα παράδειγμα γενικής σύστασης. Κατευθύνει τις κυβερνήσεις να "διευκολύνουν τη συμμετοχή των συνεταιρισμών σε συνεταιριστικές δομές που ανταποκρίνονται στις ανάγκες των συνεταιρισμένων μελών...". Η δημιουργία ενώσεων και ομοσπονδιών των πρωτοβάθμιων και δευτεροβάθμιων συνεταιρισμών προς το συμφέρον των μελών των πρωτοβάθμιων συνεταιρισμών, αποτελεί έναν γνήσια συνεταιριστικό τρόπο για να επιτευχθούν οικονομίες φάσματος και κλίμακας, να έχουν εκπροσώπηση και να εγκαθιστούν γνήσια συνεταιριστικές αλυσίδες αξίας, οι οποίες συνδέουν τον παραγωγό με τον καταναλωτή, ενώ διατηρούν παράλληλα μια άλλη βασική αρχή, η οποία είναι η αυτονομία των συνεργαζομένων σε αυτές τις ενώσεις και ομοσπονδίες.80 Ορισμένα από αυτά τα αποτελέσματα μπορούν επίσης να επιτευχθούν με την οριζόντια ολοκλήρωση, τηρώντας τις ίδιες αρχές. Συνεργασία σε αυτές τις μορφές είναι προτιμότερη από την συγκέντρωση. Παρά την επιτυχία σε πολλές χώρες, η κάθετη και η οριζόντια ολοκλήρωση δεν αποτελούν έναν ευρέως διαδεδομένο τρόπο ανάπτυξης των συνεταιρισμών. Ο κίνδυνος είναι ότι χωρίς αυτήν την ολοκλήρωση οι πρωτοβάθμιοι συνεταιρισμοί παραμένουν με χαμηλού επιπέδου απλή παραγωγή και εμπορευματοποίηση. Οι λόγοι για αυτή την αδυναμία είναι εν μέρει πολιτικοί, αλλά και νομικοί, καθόσον η προσέγγιση αυτή επηρεάζεται από διαφορετικές νομικές παραδόσεις, που καθορίζουν τη σχέση μέλους-συνεταιρισμού, που προαναφέρθηκε.

Ένα άλλο παράδειγμα μιας γενικής σύστασης είναι η Παράγραφος 8 (2) (β) σχετικά με τον συνεταιριστικό έλεγχο. Αποτελεσματικό και αποδοτικό ειδικό συνεταιριστικό σύστημα ελέγχου λείπει γενικά. Αυτό είναι συχνά το αποτέλεσμα της μη εφαρμογής διαδικασιών / μηχανισμών, ακόμη και όταν υπάρχουν επαρκείς κανόνες. Επιπλέον, η αντίληψη του ελέγχου που καταγράφεται στη Σύσταση 193 της ΔΟΕ δεν είναι ακόμη ευρέως γνωστή. Ο έλεγχος αυτός πρέπει να θεωρηθεί ως μέρος ενός αποτελεσματικού μηχανισμού αυτοελέγχου και ως ένα εργαλείο που επιτρέπει στα μέλη του συνεταιρισμού να ασκούν αποτελεσματικά τα δικαιώματά τους για έλεγχο, και ως εκ τούτου, ως μέσο για τη μείωση του αδικαιολόγητου εξωτερικού δημόσιου ελέγχου. Το ίδιο ισχύει και για την αντίληψη του εξωτερικού επίσημου ελέγχου, για τον οποίο, σύμφωνα με την Παράγραφο 6.(γ), της Σύστασης 193 της ΔΟΕ, η αρχή της ίσης μεταχείρισης πρέπει να εφαρμόζεται. Πρέπει να ασκείται με σκοπό την προώθηση των συνεταιρισμών, και όχι ως στάδιο της προετοιμασίας για αρνητικές κυρώσεις.

Όσον αφορά άλλα θέματα, ο νομοθέτης πρέπει να ζητά καθοδήγηση από τις συνεταιριστικές αξίες και τις αρχές που αναφέρονται στην Παράγραφο 3 της Σύστασης 193 της ΔΟΕ και περιέχονται στο Παράρτημά της. Αυτές οι αξίες και αρχές, ωστόσο, πρέπει να ενταχθούν στο δίκαιο, προκειμένου να χαρακτηρίζονται ως νομικές αρχές, του είδους της αρχής της ίσης μεταχείρισης.81 Αυτό θα επιτρέψει μια πιο αποτελεσματική μετάφραση σε νομικούς κανόνες.

4.2 Συνεταιριστικές αξίες και αρχές


Ο ΟΗΕ, η ΔΟΕ και η ICA, δηλαδή εκείνες οι παγκόσμιες οργανώσεις, που έχουν ρητή εντολή για την περαιτέρω ανάπτυξη των συνεταιρισμών πάσης φύσεως, το πράττουν με βάση τις συνεταιριστικές αξίες και αρχές, όπως κατοχυρώνονται στη Δήλωση της ICA και όπως έχουν ενσωματωθεί στη δεσμευτική Σύσταση 193 της ΔΟΕ. Τα κατωτέρω αποτελούν έναν σχολιασμένο κατάλογο των κύριων σημείων:

  • Εθελοντική, ελεύθερη είσοδος εντός των ορίων του κοινωνικού στόχου, που ορίζεται στο καταστατικό / κανονισμό του εν λόγω συνεταιρισμού, καθώς και το δικαίωμα ελεύθερης αποχώρησης. Η ερμηνεία αυτής της αρχής της ανοικτής πόρτας - δηλαδή αρνητικά και θετικά απαγόρευση των διακρίσεων όσον αφορά το φύλο, την κοινωνική προέλευση, τη φυλή, τις πολιτικές πεποιθήσεις ή την θρησκεία - πρέπει να λάβει υπόψη τον συνεργασιακό χαρακτήρα των συνεταιρισμών. Η ελεύθερη βούληση των μελών να εργαστούν από κοινού αποτελεί ένα από τα κλειδιά των κινήτρων τους και ως εκ τούτου της επιτυχίας του συνεταιρισμού. Αυτό είναι ασυμβίβαστο με οποιαδήποτε προσπάθεια να επιβληθούν ορισμένα πρόσωπα ως μέλη.

  • Αυτοβοήθεια, αυτοδιάθεση, αυτοδιαχείριση, αυτοέλεγχος και αυτευθύνη με δημοκρατικά μέσα («ένα μέλος / μία ψήφος»). Αυτή η αρχή αγκαλιάζει εκείνη της συνεταιριστικής αυτονομίας, γεγονός που σημαίνει ότι θα πρέπει να επιτρέπεται στους συνεταιρισμούς να ρυθμίζουν τις εσωτερικές τους υποθέσεις, χωρίς εξωτερικές επιρροές, είτε από την κυβέρνηση ή οποιοδήποτε άλλο φορέα

  • Οικονομική συμμετοχή των μελών στις δραστηριότητες του συνεταιρισμού τους και συμμετοχή των μελών στην κατανομή των θετικών αποτελεσμάτων

  • Πληροφόρηση για τα μέλη από τα συνεταιριστικά στελέχη

  • Διασυνεταιριστική συνεργασία, και

  • Ενδιαφέρον για την κοινότητα. Η ICA πρόσθεσε την αρχή «ενδιαφέρον για την κοινότητα» κατά τη διάρκεια του Συνεδρίου της Εκατονταετίας της στο Μάντσεστερ το 1995, στο οποίο εγκρίθηκε η Δήλωση της ICA. Η μακροχρόνια συζήτηση, για το κατά πόσον οι συνεταιρισμοί θα πρέπει να εξυπηρετούν αποκλειστικά τα μέλη τους ή αν πρέπει, επίσης, να εξυπηρετούν την κοινότητα γενικά, πάντως, δεν άνοιξε εκ νέου. Τίποτα δεν εμπόδισε τα μέλη ενός συνεταιρισμού στο παρελθόν να εργασθούν εθελοντικά προς όφελος της κοινότητάς τους. Η έβδομη αρχή της ICA αρχή (Μέριμνα για την Κοινότητα), εκτός από το ότι δεν είναι κανόνας δικαίου, αφήνει το "Μέριμνα για την Κοινότητα" να καθοριστεί «μέσα από πολιτικές που εγκρίνονται από τα μέλη τους». Σύμφωνα με το νόμο, οι συνεταιρισμοί στοχεύουν να προωθήσουν τα συμφέροντα των μελών τους. Εκτός από περιπτώσεις που πολιτικές και νομικές ρυθμίσεις αντισταθμίζουν ανταγωνιστικές ανισορροπίες, όπως στην περίπτωση των κοινωνικών επιχειρήσεων, οι επιχειρήσεις δεν είναι σχεδιασμένες να προωθούν τα συμφέροντα της κοινωνίας στο σύνολό της. Σύμφωνα με την συνεταιριστική εμπειρία, η ευημερία των μελών των συνεταιρισμών συμβάλλει στην ευημερία της κοινότητας.

4.3 Πεδίο εφαρμογής του συνεταιριστικού νόμου


Ο νομοθέτης πρέπει να εξετάσει το πεδίο εφαρμογής του συνεταιριστικού νόμου. Μια συχνή ερώτηση είναι αν ο νόμος πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στους συνεταιρισμούς ή και σε άλλες μορφές φορέων αυτοβοήθειας ή / και κοινωνικής οικονομίας. Η απάντηση πιθανότατα θα ποικίλλει ανάλογα με το αν ο νόμος αναφέρεται στην προώθηση των δραστηριοτήτων / στόχων αυτών των φορέων, και / ή αν στοχεύει να ρυθμίζει τη νομική μορφή των εν λόγω φορέων. Η παραπάνω συζήτηση του φαινομένου της κοινωνικής οικονομίας, καθώς και εκείνη της Παραγράφου 7 (2) της Σύστασης 193 της ΔΟΕ, παρέχει κάποιες ιδέες. Η ρύθμιση της δραστηριότητας / στόχου μπορεί να αφορά πολλούς νομικούς τύπους.82 Πάντως, οι κανονισμοί νομικών τύπων θα πρέπει να περιορίζονται σε έναν τύπο. Η πιο ευρέως συναντώμενη τυπολογία νομικών οντοτήτων83 και της διασύνδεσής τους με κυβερνητικές δομές δεν επιτρέπει την αναπαραγωγή της γνώσης που είναι απαραίτητη για τη διαχείριση περισσότερων από ένα είδος κάθε φορά. Επιπλέον, μια νομοθεσία για όλες τις μορφές αυτοβοήθειας ή / και φορείς της κοινωνικής οικονομίας σε ένα νόμο, θα έτεινε κατ’ ανάγκη σε παραμέληση της άτυπης οικονομίας (που ορίζεται ως μη προσβάσιμη από τον νόμο του κράτους84) και σε ενασχόληση με τον επίσημο τομέα. Εκτός αυτού, η διαχείριση πολλών τύπων μέσω ενός νόμου θα ήταν δαπανηρή.

4.4 Φύση του συνεταιριστικού νόμου


4.4.1 Δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου;


Όπου το νομικό σύστημα κάνει διάκριση μεταξύ δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, η κατηγοριοποίηση του συνεταιριστικού νόμου εξαρτάται από το πεδίο εφαρμογής του.

Αν πρόκειται να ρυθμιστεί ο συνεταιριστικός τομέας, όπως ορίζεται, θα είναι μέρος του δημόσιου οικονομικού δικαίου και θα πρέπει να περιλαμβάνει κανόνες σχετικά με την ίδρυση, την εγκατάσταση και τις αρμοδιότητες της εποπτικής αρχής, ενδεχομένως και την προωθητική αρχή, εκτός από τους κανόνες σχετικά με το σχηματισμό, τη δομή, τη λειτουργία και τη διάλυση των συνεταιρισμών. Εάν, από την άλλη πλευρά, είναι μόνο για να προτείνει στους δυνητικούς συνεταίρους έναν τρόπο οργάνωσης που θα τους επιτρέψει να αναπτύξουν τις δραστηριότητές τους με έναν αυτόνομο τρόπο, τότε θα είναι μέρος του ιδιωτικού δικαίου.

Η ένταξη του συνεταιριστικού νόμου στο ένα ή στο άλλο από αυτά τα πεδία αντανακλά μια πολιτική επιλογή. Στο πλαίσιο των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου, το ιδιωτικό δίκαιο αποτελεί τη λογική επιλογή, καθόσον η κυβέρνηση δεν επιθυμεί να εμπλέκεται στις δραστηριότητες των συνεταιρισμών.

Αν και συνδέεται με το θέμα που συζητείται εδώ, το θέμα που συζητήθηκε νωρίτερα για μια νομική πολιτική επιλογή, που να ευνοεί έναν συνεταιριστικό νόμο που διατηρεί / αποκαθιστά τη συνεταιριστική διαφορετικότητα, δεν πρέπει να συγχέεται με αυτό.

4.4.2 Αναπτυξιακός Νόμος


Η Σύσταση 193 της ΔΟΕ διακόπτει τη διάσπαση του κόσμου σε πρώτο, δεύτερο, αναπτυγμένες, λιγότερο αναπτυγμένες χώρες.85 Αυτό δεν είναι σαν να λέμε ότι όλες οι χώρες έχουν τις ίδιες ανάγκες ανάπτυξης. Η συνεταιριστική νομοθεσία θα μπορούσε κάλλιστα να φιλοξενήσει επίσης ειδικές αναπτυξιακές ανάγκες. Ωστόσο, οι περιορισμοί που επιβάλλονται στους συνεταιρισμούς και τα προνόμια που τους χορηγήθηκαν στο παρελθόν ενόψει της ανάπτυξης, ή στο όνομα της ανάπτυξης, δεν μπορούν πλέον να είναι αποδεκτά. Δεν είναι μόνο ασυμβίβαστα με το γεγονός ότι οι συνεταιρισμοί αποτελούν μέρος του ιδιωτικού τομέα.86 Είναι επίσης ασυμβίβαστα με τις απαιτήσεις της ανάπτυξης.

Στο παρελθόν, οι αναπτυξιακές προσπάθειες κρατών συχνά κατέληξαν στη διαχείριση συνεταιρισμών σε καθημερινή βάση, προκειμένου να τους προσαρμόσουν σε σύγχρονο, κυρίως εισαγόμενο δίκαιο. Αυτό που προοριζόταν αρχικά να είναι προσωρινό, συχνά έγινε θεσμοθετημένο και μόνιμο. Η δημόσια χρηματοδότηση επέφερε τον αυστηρό έλεγχο, και έτσι κλείνει ο φαύλος κύκλος της κυβερνητικής εμπλοκής και της αυξανόμενης εξάρτησης του συνεταιριστικού συστήματος από το Κράτος. Χωρίς να είναι κύριοι της μοίρας τους, οι συνεταιρισμοί είδαν κρατικούς αξιωματούχους να εξετάζουν τον σχηματισμό και τη λειτουργία τους, να καθορίζουν τις δραστηριότητές τους ή να οργανώνουν την οριζόντια και την κάθετη ολοκλήρωσή τους και να χρησιμοποιούν τη συνεταιριστική νομοθεσία για τη διαμόρφωση της κοινωνίας ευρύτερα. Πιο συγκεκριμένα, η κατάσταση αυτή έχει συχνά χαρακτηρισθεί από:

  • Την υποχρέωση των συνεταιρισμών να περιορίζουν τις δραστηριότητές τους σε συγκεκριμένο χώρο, που συμπίπτει, τις περισσότερες φορές, με διοικητικά όρια. Η υποχρέωση αυτή, δήθεν για λόγους οικονομικής αποτελεσματικότητας των συνεταιρισμών, όχι μόνο παραβίασε την ελευθερία των συνεταιρισμών, αλλά συνέβαλε επίσης στην πολιτικοποίησή τους. Με την ίδια λογική, οι θετικές επιπτώσεις του ανταγωνισμού στην οικονομική αποτελεσματικότητα αποκλείστηκαν.

  • Την υποχρεωτική συμμετοχή μελών, που παραβιάζει την ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι.

  • Την παρέμβαση στη διαχείριση των συνεταιρισμών, λιγότερο ή περισσότερο άμεσα. Για παράδειγμα, οι οργανωμένες από το Κράτος συναντήσεις για την ίδρυση συνεταιρισμών. Μερικές φορές απλώς δημιουργούνται συνεταιρισμοί εκ του μηδενός, καλούνται τα συνεταιρισμένα μέλη σε τακτικές ή έκτακτες γενικές συνελεύσεις, συνεδριάσεις του διοικητικού συμβουλίου ή άλλων οργάνων / επιτροπών του συνεταιρισμού ή / και εξουσιοδοτημένων εκπροσώπων του κράτους να συμμετάσχουν σε αυτές τις συναντήσεις, λαμβάνουν αποφάσεις στην θέση των οργάνων / επιτροπών του συνεταιρισμού και επιλέγουν, αμείβουν, εποπτεύουν στενά και κατά καιρούς αντικαθιστούν τα στελέχη ή το προσωπικό των συνεταιρισμών, τοποθετώντας κρατικούς επιτρόπους.

Οι υποστηρικτές της μεταμόσχευσης των λεγόμενων σύγχρονων νόμων στις χώρες του Νότου στο παρελθόν, καθοδηγούνταν από την «θεωρία της ανάπτυξης δια του νόμου». Ο νόμος θεωρήθηκε ως μια τεχνική, ικανή να αναπτυχθεί. Αγνόησαν την «θεωρία του αναπτυξιακού νόμου», ο οποίος ασχολείται μάλλον με την εξεύρεση τρόπου με τον οποίο θα μπορούσε να προκληθεί ανάπτυξη με την υποστήριξη του νόμου. Ο νόμος δεν υπάρχει για να δημιουργήσει την κοινωνική πραγματικότητα. Είναι εκεί για να τη δομήσει και να διασφαλίσει ότι σε ένα ελεύθερο μέλλον οι συνεταιρισμοί μπορούν να ευδοκιμήσουν. Ειδικά για να συνδυαστεί με επιτυχία με την ταχεία κοινωνικο-οικονομική αλλαγή με τρόπο που να είναι επωφελής για τους επηρεαζόμενους από την αλλαγή, μια σειρά από κανόνες ίσως θα έπρεπε να υπάρχουν με τη μορφή προσωρινών ρητρών, δηλαδή ρητρών των οποίων η ισχύς παύει ή χρειάζονται τροποποιήσεις από τη στιγμή που επιτευχθεί ο στόχος που είχε τεθεί μέσω των κανόνων αυτών.87

Συχνά, εσφαλμένα πιστεύεται ότι η πρόκληση να σχεδιασθεί ένας νόμος που ενισχύει την ανάπτυξη μπορεί να ικανοποιηθεί με την αποδοχή αποκλίσεων από τις συνεταιριστικές αρχές, μέσω των κυβερνητικών διαταγμάτων τροποποίησης βασικών στοιχείων των συνεταιριστικών αρχών.

4.4.3 Επιλογή της ενδεδειγμένης νομικής πράξης


Η επιλογή μεταξύ των διαφόρων νομικών πράξεων, δηλαδή του Συντάγματος,88 του νόμου, του διατάγματος, της πράξης, του κανονισμού, της κυβερνητικής εντολής, του πρότυπου κανονισμού κ.λπ., δεν είναι ελεύθερη. Οι αρχές της συνεταιριστικής αυτονομίας και του κράτους δικαίου καθορίζουν την επιλογή.

Η αυτονομία των συνεταιρισμών θα επιτυγχάνεται και/ή θα διατηρείται μόνο με τον σεβασμό μιας άλλης αρχής, δηλαδή της αρχής της επικουρικότητας. Μόνο τα θέματα που ξεπερνούν την ικανότητα ενός συνεταιρισμού, τα οποία ανήκουν στη σφαίρα του δημοκρατικά καθοριζόμενου δημόσιου συμφέροντος ή εμπλέκουν συμφέροντα τρίτων μερών μπορούν να ρυθμίζονται μέσω κανόνων του δημοσίου, ενώ όλα τα υπόλοιπα θα πρέπει να αφεθούν να καθορίζονται μέσω καταστατικού / κανονισμού. Παρά το γεγονός αυτό, ο συνεταιριστικός νόμος πρέπει να είναι επαρκώς λεπτομερής προκειμένου να αποφεύγεται η αλλοίωση του χαρακτήρα του μέσω κυβερνητικών κανόνων. Αυτό είναι ιδιαίτερα σημαντικό σε χώρες όπου οι νόμοι ενεργοποιούνται μόνο όταν εκδοθεί το σχετικό κυβερνητικό διάταγμα. 89

Σύμφωνα με την αρχή του κράτους δικαίου, θέματα που αφορούν στις συνεταιριστικές αρχές πρέπει να ρυθμίζονται από το νόμο, ενώ τα διατάγματα ή άλλες διοικητικές πράξεις περιορίζονται σε θέματα λειτουργικότητας του νόμου για τον τρόπο λειτουργίας του νόμου, ιδίως σε θέματα που είναι προσωρινού χαρακτήρα ή υπόκεινται σε συχνές αλλαγές, όπως για παράδειγμα, οι κανόνες σχετικά με τα τέλη και σταθερά επιτόκια. Αφού εγγραφεί στο νόμο, ένας κανόνας δεν μπορεί να ανατραπεί, εκτός εάν η αρμόδια δικαστική αρχή το απαιτήσει ή ο νόμος αναθεωρηθεί. Ωστόσο, οι κανόνες, ανεξάρτητα από το νομικό τους χαρακτήρα, δεν μπορούν να εξαλείψουν αυτούς που περιέχονται σε άλλα κείμενα της ίδιας ή ανώτερης νομικής κατάταξης. Αυτός είναι ένας πρόσθετος λόγος για να λαμβάνεται υπόψη ο συστημικός χαρακτήρας του συνεταιριστικού νόμου στη νομοθετική διαδικασία.

4.4.4 Ένα συνεταιριστικός νόμος ή αρκετοί νόμοι;


Λαμβάνοντας υπόψη το ευρύ φάσμα των συνεταιρισμών, με διαφορετικές δραστηριότητες, ανάγκες, βάσεις μελών, στάδια ανάπτυξης, μεγέθη, βαθμούς πολυπλοκότητας, στόχους και διασυνδέσεις με άλλους φορείς, θα πρέπει να αποφασιστεί κατά πόσον θα πρέπει να υπάρχει ένας νόμος για όλους τους τύπους συνεταιρισμών (για παράδειγμα υπηρεσιών, εργαζομένων, καταναλωτών),90 όλους τους τύπους δραστηριοτήτων (π.χ. γεωργία, τη στέγαση, την αλιεία, την κτηνοτροφία, αποταμίευση και δανειοδότηση, μεταφορές, προμήθεια, εμπορία κλπ.), όλα τα είδη των επαγγελμάτων (για παράδειγμα αλιείς, τεχνίτες, γιατροί, δικηγόροι κλπ.), ενός ή πολλαπλού σκοπού και / ή πολλαπλών κατηγοριών ενδιαφερομένων συνεταιρισμών, και όλων των επιπέδων συνεταιριστικής οργάνωσης, ένας νόμος με χωριστά τμήματα / κεφάλαια για κάθε κατηγορία ή μερικές κατηγορίες συνεταιρισμών / δραστηριοτήτων ή περισσότεροι διαφορετικοί νόμοι. Θα μπορούσε ακόμη να υποστηριχθεί ότι δεν είναι καν ανάγκη για ένα ξεχωριστό συνεταιριστικό νόμο, αν ο αστικός κώδικας, ο εμπορικός ή άλλοι νόμοι περιέχουν διατάξεις ρύθμισης των συνεταιρισμών.91

Η επιλογή έχει επίδραση στη νομοθετική διαδικασία, για παράδειγμα, σχετικά με τον καθορισμό του αρμόδιου υπουργείου για τη διαμόρφωση του νόμου ή των τροποποιήσεών του.

Παγκόσμια βρίσκει κανείς κάθε νοητό συνδυασμό, από πολλούς νόμους μέχρι κανένα νόμο. Η τάση είναι προς την κατεύθυνση του ενιαίου γενικού νόμου που καλύπτει όλους τους τύπους των συνεταιρισμών, επειδή πιστεύεται ότι:

  • Ένας νόμος για όλους τους τύπους συνεταιρισμών, ενδεχομένως με συγκεκριμένα τμήματα / κεφάλαια για συγκεκριμένους τύπους συνεταιρισμών / δραστηριοτήτων,92 για παράδειγμα για τους συνεταιρισμούς εργατών, στεγαστικούς συνεταιρισμούς, αποταμιευτικούς και πιστωτικούς συνεταιρισμούς ή πολυσυμμετοχικούς συνεταιρισμούς, εγγυάται καλύτερα την αυτονομία των συνεταιρισμών, δηλαδή την εξουσία τους να ρυθμίζουν τις υποθέσεις τους όσο το δυνατόν περισσότερο μέσω καταστατικού /κανονισμού, δεδομένου ότι ο βαθμός λεπτομέρειας σε ένα τέτοιο γενικό νόμο θα είναι χαμηλότερος από ό,τι σε ένα πλήθος νόμων.

  • Αυτό το χαμηλό επίπεδο λεπτομέρειας μειώνει τη γραφειοκρατία.

  • Ένας γενικός νόμος αποφεύγει τον κατακερματισμό της συνεταιριστικής κίνησης, που μπορεί να συμβεί όταν διαφορετικοί τύποι συνεταιρισμών καταχωρούνται κάτω από διαφορετικές νομικές πράξεις και τελούν υπό την εποπτεία διαφορετικών δημόσιων αρχών, με, ίσως, ετερογενείς πολιτικές.

  • Ένας γενικός νόμος συμβάλλει στην ασφάλεια δικαίου για όσους ασχολούνται με τους συνεταιρισμούς. Η νομική ασφάλεια σχετίζεται μάλλον με τις διαρθρωτικές πτυχές και την ευθύνη και όχι με τον συγκεκριμένο τύπο συνεταιρισμού ή δραστηριότητας

  • Από την άποψη των περιορισμών της ανάπτυξης,93 ένας γενικός νόμος είναι το πιο επαρκές εργαλείο για την επίτευξη της συνάφειας μεταξύ των στόχων προσανατολισμού στην ανάπτυξη, προσανατολισμού στα μέλη και της αυτάρκειας των συνεταιρισμών.

Η συζήτηση πρέπει να λάβει επίσης υπόψη τη στροφή προς την αντίληψη των συνεταιρισμών ως επιλογής των (δυνητικών) συνεταιριστών για την οργάνωση των δραστηριοτήτων τους. Αυτή η επιλογή μπορεί να περιλαμβάνει την επέκταση πέρα από την αυτοβοήθεια και την εξυπηρέτηση (και) των αναγκών μη-μελών με συνεταιριστικό τρόπο. Προς χωριστή εξέταση είναι οι δραστηριότητες και οι στόχοι του τύπου της κοινωνικής οικονομίας. Αυτό μπορεί να είναι ένας λόγος για να υπάρχουν περισσότεροι νόμοι. Εξ ίσου, ίσως μπορεί να είναι αναγκαίο να ληφθούν υπόψη οι ιδιαίτερες ανάγκες των μικρών συνεταιρισμών.94

4.4.5 Γλώσσα του συνεταιριστικού νόμου


Η κατανόηση του νόμου είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του. Δεν είναι ασυνήθιστο ότι οι κύριοι αποδέκτες του συνεταιριστικού νόμου ούτε κατέχουν την επίσημη γλώσσα στην οποία είναι γραμμένο το κείμενο, ούτε κατανοούν την νομική ορολογία. Η δημοσίευση του νόμου στην καθομιλουμένη γλώσσα, η χρήση ενός κατανοητού στυλ ή η υιοθέτηση ενός νόμου που μπορεί καθένας να κατανοήσει, όσο το δυνατόν περισσότερο, χωρίς να χρειάζεται να καταφύγει σε άλλα κείμενα, είναι μερικά από τα μέσα για τη βελτίωση της πρόσβασης στον συνεταιριστικό νόμο. Όμως, ο συνεταιριστικός νόμος δεν μπορεί και δεν πρέπει να αποτελεί εξαίρεση στο νομικό σύστημα. Η γλώσσα του πρέπει να είναι συνεπής με εκείνη των άλλων νομικών κειμένων, έτσι ώστε να εξασφαλίζεται η συνοχή του νομικού συστήματος. Το ερώτημα αφορά επίσης το νομοθετικό στυλ. Υπάρχουν δύο κύριες μορφές: κώδικες και αυτόνομοι νόμοι.

Για τα υπόλοιπα, η κατανόηση του νόμου είναι ένα θέμα σωστής διάδοσης.

4.4.6 Μορφή του συνεταιριστικού νόμου


Η μορφή του συνεταιριστικού νόμου μπορεί να φαίνεται δευτερευούσης σημασίας. Όμως, πρέπει να σημειωθεί ότι η μορφή και το περιεχόμενο είναι ένα. Ο βαθμός λεπτομέρειας πρέπει συνεπώς να εξεταστεί. Ένας σύντομος νόμος, που ορίζει μόνο ένα οργανωτικό πλαίσιο για τους συνεταιρισμούς, αναγκαστικά αναφέρεται σε άλλες διατάξεις, καθιστώντας τον λιγότερο αντιληπτό και επομένως σχετικά δύσκολο να κατανοηθεί (βλέπε προηγούμενο σημείο). Από πρακτική άποψη, ένας λεπτομερής νόμος φαίνεται συνεπώς προτιμότερος. Ωστόσο, στην πραγματικότητα λεπτομερή κείμενα, αποφεύγοντας παραπομπές σε άλλα κείμενα, αναπτύσσουν ένα βαθμό λεπτομέρειας που υπάρχει κίνδυνος να παρεμποδίζει την αυτονομία των συνεταιρισμών, περιορίζοντας σημαντικά το χώρο που μπορεί να συμπληρώσει με το καταστατικό / κανονισμό τους. Από την άλλη πλευρά, λεπτομερείς νόμοι συνεπάγονται αποφυγή της υπερβολικής προσφυγής σε κυβερνητικούς μηχανισμούς.95

Η διάσταση του χρόνου θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη, όταν αποφασίζεται η μορφή. Συχνά, οι λεπτομέρειες στο συνεταιριστικό νόμο αναφέρονται σε συνδεόμενα με το χρόνο πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά ζητήματα, τα οποία αλλάζουν περισσότερο ή λιγότερο γρήγορα με την πάροδο του χρόνου, απαιτώντας έτσι προσαρμογές του νόμου. Οι συχνές αλλαγές του νόμου όχι μόνο καταναλώνουν πόρους, αλλά επηρεάζουν επίσης την κοινή γνώμη για την αξία ενός νόμου. Νόμος δεν είναι, γίνεται με την πάροδο του χρόνου. Και οι συχνές αλλαγές δεν ταιριάζουν με την μακροπρόθεσμη προοπτική της συνεταιριστικής ανάπτυξης, για την οποία η νομική σταθερότητα / συνέχεια είναι ζωτικής σημασίας, και ικανοποιούν την αδράνεια των διοικούντων.

4.4.7 Ακολουθία των θεμάτων που πρέπει να περιέχονται στο νόμο


Υπάρχουν πολλοί τρόποι για να παρουσιαστεί η ακολουθία των διαφόρων άρθρων / τμημάτων ενός νόμου. Η σειρά δεν έχει καμία επιρροή επί της νομικής αξίας των άρθρων / τμημάτων. Ωστόσο, η "ζωή" ενός συνεταιρισμού ή το αντικείμενο μπορεί να προκαθορίσουν σε έναν ορισμένο βαθμό αυτή την ακολουθία. Από την άλλη πλευρά, μπορεί κανείς επίσης να σκεφθεί την ακολουθία των διαφόρων άρθρων / τμημάτων από την άποψη εκείνων που θα εφαρμόσουν το νόμο, δηλαδή τα μέλη του συνεταιρισμού, τα όργανα / επιτροπές ή τους αξιωματούχους. Οι παρούσες Κατευθυντήριες Γραμμές προσπαθούν να συνδυάσουν αυτές τις δύο προσεγγίσεις, προτείνοντας μια σειρά, η οποία ακολουθεί τις φάσεις ενός συνεταιρισμού, από την ίδρυσή του ως τη διάλυσή του, από τη μία πλευρά, ενώ αναδιατάσσει εκείνα τα άρθρα / τμήματα τα οποία αφορούν είτε στα μέλη, στα όργανα / επιτροπές ή σε αξιωματούχους, από την άλλη. Αυτή η προσέγγιση καταλήγει μερικές φορές σε επαναλήψεις.
1 Barnes, p.570
2 Δείτε παρακάτω Μέρος 2, Τμήμα 2.1, Οι συνεταιρισμοί και οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας.
3 Βλέπε ανωτέρω υποσημείωση 45.
4 Βλ. Henry, Cooperatives, Crisis, Cooperative Law. Για μια επεξήγηση του όρου «κρίση», βλέπε Serres.
5 Στο πλαίσιο αυτό, τα ακόλουθα ίσως αξίζει να εξετασθούν: η αρχή της κεφαλαιακής εταιρειοποίησης των συνεταιρισμών μέσω πολιτικών και νομοθεσίας της δεκαετίας του 1970 είναι ταυτόχρονη με τρία φαινόμενα.
Περίπου την ίδια περίοδο, και μόνο τότε, η οικονομική επιστήμη άρχισε να αναπτύσσει ένα συστηματικό ενδιαφέρον για το θέμα των επιχειρήσεων. Μέχρι τότε, το ενδιαφέρον είχε επικεντρωθεί στο πρόσωπο του επιχειρηματία, δηλαδή του ενός επιχειρηματία (βλ. Barreto σελ.187). Η οικονομική ανάλυση της νομοθεσίας κατέστη επείγουσα, όχι λίγο μέσω της δημιουργικής εργασίας του Posner σχετικά με την οικονομική ανάλυση της νομοθεσίας (βλ Posner) και η ταχεία υπέρβαση της λεγόμενης πετρελαϊκής κρίσης εμπόδισε τη σοβαρή εξέταση της δημοσιευθείσας το 1972 Έκθεσης «Τα Όρια της Ανάπτυξης» (Έκθεση της Λέσχης της Ρώμης. Βλ. Meadows et al.).
Η έκθεση απέδειξε τα όρια της ανάπτυξης, αν η ανάπτυξη προέρχεται από τη χρήση μη ανανεώσιμων πηγών ενέργειας, κυρίως αργό πετρέλαιο. Για να ξεπεραστεί αυτή η πνευματική κρίση, το πρώτο βήμα είναι να επανεξετάσουμε τον όρο «αποτελεσματικότητα», με βάση τη σύγκριση των τύπων επιχειρήσεων που χρησιμοποιούν δύο μεθόδους: σύγκριση με κριτήρια τα οποία δεν είναι τα καθοριστικά τους χαρακτηριστικά , αλλά σχετίζονται με ένα τρίτο, και σύγκριση με ένα άλλο (σύμφωνα με τη σύγκριση).Η πρώτη μέθοδος είναι να προετοιμάσει επιλογές πολιτικής του ανωτέρω αναφερθέντος είδους. Το δεύτερο είναι να ξεκαθαρίσει το προφίλ των τύπων επιχειρήσεων και, συνεπώς, εξυπηρετεί τη νομοθεσία.
6 Βλέπε για παράδειγμα η βρετανική νομοθετική Πράξη του 2004 σχετικά με τις Εταιρείες Κοινοτικού Συμφέροντος, ο φινλανδικός Νόμος του 2003 για τις κοινωνικές επιχειρήσεις (Laki sosiaalisista yrityksistä 1351/2003), ο ιταλικός Νόμος του 1991 για τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς (Νόμος No. 381) και ο ισπανικός Νόμος 5/2011 de Economía Social (νόμος περί κοινωνικής οικονομίας).
7 Για το σημείο αυτό υπάρχει περιορισμένη ενημέρωση. Όσον αφορά τα εμπειρικά δεδομένα, είναι κυρίως περιορισμένα στα στοιχεία που αναφέρονται στη βιβλιογραφία. Ο συγγραφέας είχε κάποια προσωπική εμπειρία κοινωνικών συνεταιρισμών στην περιοχή Τορίνο. Όσον αφορά τα νομικά ζητήματα, η ενημέρωση περιορίζεται στο δημόσιο διεθνές δίκαιο, το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στο δίκαιο ορισμένων κρατών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για περισσότερες πληροφορίες, δείτε: CIRIEC España, Defourny, Defourny & Develtere, Defourny & Monzon Campos, Defourny & Nyssens, ΟΟΣΑ, De Poorter.
8 Βλ. Jeantet and Münkner, “Panorama d’une économie sociale qui ne se reconnaît pas comme telle: Le cas de l’Allemagne”. Ήδη από το 1905 o Ζιντ (βλ. Gide) έγραψε: «Η κοινωνική οικονομία δεν βασίζεται σε ελεύθερη επίδραση φυσικών νόμων για να εξασφαλίσει την ευημερία της ανθρωπότητας, αλλά πιστεύει στην αναγκαιότητα μιας επιζητούμενης, αντίστοιχης και ορθολογικής οργάνωσης, που ανταποκρίνεται σε κάποια αίσθηση δικαίου.»
9 Σύμφωνα με τον Geissler, σε όλο τον κόσμο 400 οικογένειες κερδίζουν περισσότερα από 3 δισεκατομμύρια άνθρωποι συνολικά, δηλαδή σχεδόν το ήμισυ του παγκόσμιου πληθυσμού θα πρέπει να ζει με λιγότερα από αυτά που κατέχουν οι 400 οικογένειες. Δείτε Geissler
10 Βλ. Kurimoto, Akira, “Cooperative solutions in health and social care: a participatory social enterprise model”. Συμβολή στην Παγκόσμια Διάσκεψη της ICA για την Έρευνα του 2011, με θέμα "Νέες Ευκαιρίες για Συνεταιρισμούς", 24-27 Αυγ. 2011 στο Mikkeli, Φινλανδία. Πρόκειται να δημοσιευθεί στα Πρακτικά του Συνεδρίου. Δείτε επίσης το παραπάνω επιχείρημα που σχετίζεται με τους συνεταιρισμούς και την κοινωνική δικαιοσύνη, ως μέρος της συζήτησης για τη βιώσιμη ανάπτυξη.
11 Münkner (“Panorama dune économie sociale qui ne se reconnaît pas comme telle: Le cas de lAllemagne”) γράφει, "Σύμφωνα με τις ιδέες των ακτιβιστών της κοινωνικής οικονομίας, οι επιχειρήσεις κοινωνικής οικονομίας δεν καθορίζονται από τη νομική μορφή τους, αλλά περισσότερο από τη φιλοσοφία τους, το σύστημα αξιών τους και τον τρόπο που διαχειρίζονται μια επιχείρηση ".
12 Για παράδειγμα, ιδρύματα διαχειρίζονται νοσοκομεία στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, ενώ στην Αυστρία, τη Γαλλία και τη Γερμανία πολλά νοσοκομεία οργανώνονται με τη μορφή συλλόγων. Σύλλογοι επίσης έχουν δεσπόζουσα θέση στην παροχή κοινωνικής φροντίδας για τους ηλικιωμένους και αποκατάσταση αναπήρων τόσο ως εσωτερικών ασθενών όσο και μέσω κινητών μονάδων. Η Σουηδία είναι διάσημη για τις υπηρεσίες παιδικών σταθμών και νηπιαγωγείων με τη μορφή συνεταιρισμών των γονέων. Στον Καναδά, τα συνεταιριστικά νηπιαγωγεία και οι βρεφονηπιακοί σταθμοί αποτελούν τη δεύτερη μεγαλύτερη ομάδα συνεταιρισμών στη χώρα. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής υγειονομική περίθαλψη μέσω συνεταιρισμών είναι ένας αναπτυσσόμενος τομέας. Στην Ιαπωνία, οι συνεταιρισμοί για την υγεία και την κοινωνική φροντίδα αναπτύσσονται ταχέως σε αριθμό, όχι μόνο σε υπο-εξυπηρετούμενες αγροτικές περιοχές, αλλά και σε μεγάλα αστικά κέντρα. Υπηρεσίες κοινής ωφέλειας παρέχονται από συνεταιρισμούς σε Αργεντινή, Βραζιλία, Φινλανδία και Ηνωμένες Πολιτείες. Στη Φινλανδία (βλ Kostilainen, Harri and Pekka Pättiniemi, “State of Social Economy and Social Enterprise Concept in Finland”. Συμβολή στην Παγκόσμια Διάσκεψη της ICA για την Έρευνα του 2011, με θέμα "Νέες Ευκαιρίες για Συνεταιρισμούς "24 - 27 Αυγ. 2011 στο Mikkeli, Φινλανδία. Θα δημοσιευθεί στα Πρακτικά του Συνεδρίου), στη Γαλλία, την Ιταλία και η Ισπανία, οι άνεργοι ιδρύουν συνεταιρισμούς με κρατική στήριξη, προκειμένου να εξασφαλιστεί επανένταξή τους στην αγορά εργασίας ή, όλο και περισσότερο, για να μετατρέψουν τον συνεταιρισμό σε έναν αυτοσυντηρούμενο χώρο εργασίας. Και οι δύο στόχοι εξυπηρετούν την προσπάθεια κοινωνικής επανένταξης των συμμετεχόντων. Στην Ισπανία, οι αυτοαπασχολούμενοι συνεργάζονται για να αναζητήσουν από κοινού ελάχιστο όριο απασχόλησης και κοινωνικής προστασίας (βλέπε ιδίως Arranz, de la Cruz). Στην Πολωνία, την Ισπανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, οι συνεταιρισμοί μεριμνούν για τα άτομα με διανοητική αναπηρία. Στην Ιταλία, οι κοινωνικοί συνεταιρισμοί αποσκοπούν στην ενσωμάτωση των διανοητικά ανάπηρων, των ναρκομανών, των ατόμων με αποκλίνουσα συμπεριφορά και των ανέργων στην κανονική αγορά εργασίας.
13 Για τις διακρίσεις αυτές, βλέπε κατωτέρω Μέρος 2, τμήμα 2.2, Διάκριση μεταξύ συνεταιρισμών και κεφαλαιουχικών εταιρειών.
14 Βλ. Cid.
15 Βλέπε ανωτέρω Μέρος 2, Τμήμα 1. Γενικά. Αυτό είναι ένα άλλο αντικείμενο προβληματισμού της ομάδας μελέτης της Ευρωπαϊκής Συνεταιριστικής νομοθεσίας, SGECOL (για το άλλο ένα βλέπε υποσημείωση 45 ανωτέρω). Πληροφορίες στο: http://www.euricse.eu/en/node/1960.
Cid, Jeantet, Münkner (“Panorama d’une économie sociale qui ne se reconnaît pas comme telle: Le cas de l’Allemagne” και Vienney χρησιμοποιούν σχεδόν τα ίδια κριτήρια. Cid, αναφερόμενοι στις διαφορές στην πολιτικοοικονομική θεωρία, προσθέτει σε αυτά τα κριτήρια την εξής ενδιαφέρουσα πτυχή: ενώ στην καπιταλιστική, καθώς και στην κομμουνιστική οικονομική θεωρία, το κεφάλαιο προσλαμβάνει την εργασία, στην κοινωνική οικονομία συμβαίνει το αντίθετο (βλέπε Cid).
17 Όπως ορθώς παρατηρεί ο Münkner, στο έργο του "
Panorama d’une économie sociale qui ne se reconnaît pas comme telle: Le cas de l’Allemagne
18 Βλέπε Cid
19 Ο Münkner «Panorama dune économie sociale qui ne se reconnaît pas comme telle: Le cas de lAllemagne") γράφει "Αν αυτοί δεν είναι οι ιδιοκτήτες του κεφαλαίου, αλλά όσοι έχουν πληρώσει το τίμημα, ή συνέβαλαν στην προσπάθεια και αποφασίζουν σχετικά με τη χρήση των θετικών αποτελεσμάτων, αυτό δεν είναι ένα καπιταλιστικό κέρδος."
20 Για παράδειγμα, στον Καναδά, τη Φινλανδία, τη Γαλλία, την Ιταλία και τη Σουηδία.
21 Για παράδειγμα, η γαλλική νομοθεσία
22 Ο νόμος του 1991 για τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς (Νόμος 381).
23 Βλ. Προοίμιο. Η παράγραφος 4 (η): " [...] διακριτός τομέας της οικονομίας, ο οποίος περιλαμβάνει τους συνεταιρισμούς [...] ", Παράγραφος 6 .: "[...] συνεταιρισμοί, αλληλασφαλιστικά ταμεία και ο λοιπός κοινωνικός και μη κυβερνητικός τομέας [...] ". Οι διατάξεις των παραγράφων 6 (γ) και 7 (2): (" [...] άλλες μορφές επιχειρήσεων και κοινωνικών οργανώσεων").
24 Βλέπε, για παράδειγμα, η Σύσταση 193 της ΔΟΕ παράγραφοι 4 (η), 5., 8 (2) (β).
25 Για τη χρήση του όρου " κεφαλαιουχική εταιρεία", βλέπε υποσημείωση 30. Βλέπε επίσης συζήτηση στο Μέρος 2, Τμήμα 1. Γενικά, όσον αφορά νέες μορφές συνεταιρισμών. Σε αυτούς τους νέους τύπους ισχύουν τα ακόλουθα με τροποποιήσεις μόνο. Τα επιχειρήματα επαναλαμβάνουν εν μέρει όσα αναφέρονται στο Μέρος 1, Τμήμα 3, Η βιωσιμότητα των συνεταιρισμών σε μια παγκόσμια οικονομία και θέματα νομοθετικής πολιτικής (βιώσιμη ανάπτυξη).
26 Πρόκειται για μια προκαταρκτική σύγκριση. Εξ όσων γνωρίζει ο συγγραφέας, λίγα έχουν δημοσιευθεί σχετικά με το θέματα τελευταία χρόνια. Αλλά δείτε για παράδειγμα Münkner (επιμ.), «Προσανατολισμός προς τον χρήστη έναντι προσανατολισμού στον επενδυτή» ("nutzer-orientierte" versus "Investor orientierte").
27 Βλέπε ανωτέρω συζήτηση, Μέρος 2, Τμήμα 2.1, Οι συνεταιρισμοί και οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας.
28 Βλ Pastorino
29 Βλ Cid και Μέρος 2, Τμήμα 2.1 Οι συνεταιρισμοί και οι επιχειρήσεις της κοινωνικής οικονομίας
30 Βλ Javillier.
31 Βλ. Supiot, L'esprit de Philadelphie. La justice sociale face au marché total; idem, Contribution à une analyse juridique de la crise économique de 2008.
32 Για τον κοινωνικό έλεγχο, βλ. Münkner, "Bilan Sociétal - ein Neuer Ansatz zur Messung des Erfolgs von Genossenschaften σε Frankreich ".
33 Βλ. Hart, σ.1. Δείτε επίσης Assier-Andrieu, σ.40, Πρακτικά του Συνεδρίου του Association Internationale de la Philosophie du Droit 2007 (IVR).
34 Tamanaha, p.313
35 Assier-Andrieu, σελ.38 (αναφερόμενος στο Gurvitch): [ Ο νόμος είναι ] ένας συνεχώς ανανεούμενος τρόπος να φανταστεί κανείς το πραγματικό. « [ Ή ] ενδιάμεσος ανάμεσα στον κόσμο της πραγματικότητας και στον ιδανικό κόσμο». Αγγλική μετάφραση από τον συγγραφέα.
36 Βλ συζήτηση Cuevas και Fischer.
37 Βλ. Σύσταση 193 της ΔΟΕ, παράγραφος 7 (2) και συζήτηση κατωτέρω των περιεχομένων της Σύστασης 193 της ΔΟΕ, Μέρος 2, Τμήμα 4.1.3.2, τα περιεχόμενα της Σύστασης 193 της ΔΟΕ όσον αφορά τη συνεταιριστική νομοθεσία.
38 Βλέπε ανωτέρω, στο πλαίσιο της οικονομικής ασφάλειας ως στοιχείο της βιώσιμης ανάπτυξης, Μέρος 1, Τμήμα 3, Η βιωσιμότητα των συνεταιρισμών σε μια παγκόσμια οικονομία και νομικά θέματα πολιτικής (Βιώσιμη ανάπτυξη).
39 Βλ Göler von Ravensburg
40 Assier-Andrieu, pp.39 ff .; Barnes, p.574? ΚβπίΓτιβΓβΓ, αναφερόμενος στον Eberhard-Schmidt Assmann, Wassermann, p.258.
41 Βλ. Σύσταση 193 της ΔΟΕ, παράγραφοι 2 («ένωση», «από κοινού ιδιοκτησία»), 5 και 6 (β) («αλληλεγγύη»), 6. (α) («Εγγραφή»), 6. (β) («αποθεματικά»), 6. (δ) («ένταξη», «μέλη»), 7. (2), 4. (δ), 8. (1) ( i) και 11. (2) (γ) («πρόσβαση σε πιστώσεις», «δάνεια», «θεσμική χρηματοδότηση», «επενδύσεις»), 8. (2) (β) («νομικές υποχρεώσεις των συνεταιρισμών»), 10. (2), 11. (3), (4), 14., 17. (γ), (ε) («συνεταιριστικές οργανώσεις», «θυγατρικοί συνεταιρισμοί» ), 12. (γ) (τραπεζικοί και ασφαλιστικοί συνεταιρισμοί ») και, ιδιαιτέρως, παράγραφος 9. σχετικά με τη μετατροπή της άτυπης οικονομίας φορέων σε επίσημους φορείς. Επίσης, μια σειρά από νομοθεσίες απαγορεύουν τη χρήση του όρου «συνεταιρισμός» από οποιαδήποτε οικονομική οντότητα, η οποία δεν έχει καταχωρηθεί και αναγνωρίζεται ως τέτοια από το νόμο.
42 Βλέπε Μέρος 2, σημείο 4.1.3, Δημόσιο διεθνές συνεταιριστικό δίκαιο: Σύσταση 193 της ΔΟΕ.
43 Η Σύσταση 193 της ΔΟΕ, παράγραφος 9 έχει ως εξής: «Οι κυβερνήσεις πρέπει να προωθήσουν τον σημαντικό ρόλο των συνεταιρισμών για τον μετασχηματισμό αυτού που συχνά αποτελεί περιθωριακές δραστηριότητες επιβίωσης (μερικές φορές αναφέρεται ως η "άτυπη οικονομία" ») σε νομικά προστατευόμενο έργο, και πλήρως εντασσόμενο στην οικονομική ζωή." Δείτε επίσης: ΔΟΕ, Έκθεση με θέμα “Decent work and informal economy” («Αξιοπρεπής εργασία και άτυπη οικονομία»). Αναφέρει (σελ.92): «Όταν υπάρχουν σημαντικοί περιορισμοί στους φορείς άτυπης οικονομίας ή οι εργαζόμενοι που εντάσσονται σε υπάρχουσες οργανώσεις εργοδοτών ή σε συνδικαλιστικές οργανώσεις ή ιδρύουν δικές τους οργανώσεις, η πιο αποτελεσματική ένταξη με βάση την οργανωτική δομή μπορεί να είναι αυτή ενός συνεταιρισμού» [...] και:. «Η οργάνωση σε συνεταιρισμούς θα μπορούσε επίσης να θεωρηθεί ως ένα βήμα για την πορεία προς την επισημοποίηση». Βλέπε επίσης Ψήφισμα και συμπεράσματα που αφορούν την αξιοπρεπή εργασία και την άτυπη οικονομία, Διεθνής Διάσκεψη Εργασίας του 2002, Παράγραφος 26.
44 Διάκριση μεταξύ νόμου και δικαίου, loi και droit, Gesetz και Recht, Ley και Derecho, Legge και diritto
45 Η επικριτική παρατήρηση από το Διοικητικό Συμβούλιο (ΔΣ) της ΔΟΕ, δείτε GB298-ESP-4-2007-02-0118-1- En.doc, Para.45 μπορεί να ερμηνευθεί υπό την έννοια αυτή.
46 Αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές προτείνουν μια τέτοια συστημική προσέγγιση. Δείτε επίσης ΔΟΕ, «“The informal economy: enabling transition to formalization”, Παράγραφος 45.
47 Έννοιες και αντιλήψεις ίσως γίνονται αντιληπτές από όλους τους πολιτισμούς αλλά η διαμόρφωσή τους φαίνεται ότι συνδέονται με το πολιτιστικό επίπεδο, δηλ. μπορούν να νοηθούν με τον ίδιο τρόπο παντού αλλά δεν νοούνται παντού με τον ίδιο τρόπο. Αυτό είναι εκείνο που διατυπώνεται με τις λέξεις δεκτικότητα και αποδοχή.
48 Βλ. π.χ. Henrÿ, “Genossenschaften als juristische Personen – Konsequenzen für die internationale
Beratung bei der Genossenschaftsgesetzgebung in Afrika”.
49 Βλ. Henrÿ, “Co-operation in Cooperative Legislation – Some Provisional Remarks”; idem,
“Genossenschaften als juristische Personen – Konsequenzen für die internationale Beratung bei der
Genossenschaftsgesetzgebung in Afrika”. Βλ. Επίσης Münkner (ed.), Towards Adjusted Patterns of
Cooperatives in Developing Countries.

50 Βλ. Ψήφισμα και Συμπεράσματα αναφορικά με την αξιοπρεπή εργασία και την άτυπη οικονομία, Παράγραφος 3.
51 Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον όρο «νομική αξία» για να δηλώσει πολλές πτυχές, δηλαδή "νομική φύση", "δεσμευτική δύναμη", "έννομα αποτελέσματα » και « νομική αξία », χωρίς να τις διακρίνει τα πάντα σωστά στο κείμενο. Για τις διακρίσεις αυτές, βλ Virally, σελ.174.
52 Acte στολές relatif au droit des sociétés coopératives. Διαθέσιμο στο: http://www.ohada.org/droitdes-sociétés-coopératives .
53 Αυτό είναι το αποτέλεσμα μιας μελέτης που πραγματοποιήθηκε από μια κοινοπραξία αποτελούμενη από το European Research Institute on Cooperative and Social Enterprises (Euricse), το Mondragon Corporation and Mondragon University EZAI Foundation, as well as Cooperatives Europe - the European organization of the ICA. See “Study on the implementation of the Regulation 1435/2003 on the Statute for a European Cooperative Society (SCE), October 5, 2010”.
Είναι διαθέσιμο στη διεύθυνση: http://ec.europa.eu/enterprise/policies/sme/promoting-entrepreneurship/social-economy ή στη διεύθυνση: http://www.euricse.eu/node/257.
54 Estatuto de las Cooperativas (Mercosur / ΜΜ / ΑΑ / ANT.NORMA 01/2009).
55 Το κείμενο είναι διαθέσιμο στα Αγγλικά, Πορτογαλικά και Ισπανικά στο:
56 Το κείμενο είναι διαθέσιμο στα αγγλικά και ισπανικά στη διεύθυνση:
57 Τα ακόλουθα επιχειρήματα είναι ένα προσαρμοσμένο απόσπασμα από το Henry, Η Συμβολή της Διεθνούς Οργάνωσης Εργασίας στη διαμόρφωση του Δημόσιου Διεθνούς Συνεταιριστικού Δικαίου. Τα επιχειρήματα που αναφέρονται είναι για να απομακρυνθούν οι δικές μου αμφιβολίες ως προς το αν αυτά αρκούν για να πούμε ότι ένα δημόσιο διεθνές συνεταιριστικό δίκαιο υπάρχει ή αν δεν μπορεί κανείς παρά να μιλήσει για «αναδυόμενο» δίκαιο. Για την τελευταία περίπτωση πρβλ., Henrÿ, Guidelines for Cooperative Legislation (2001) (Κατευθυντήριες Γραμμές για την Συνεταιριστική Νομοθεσία (2001). Από το 2005 η ΔΟΕ δημοσίευσε την άποψη ότι πράγματι, ένα τέτοιο δημόσιο διεθνές δίκαιο είχε αναδυθεί, βλ. Henrÿ, Guidelines for Cooperative Legislation, second revised edition, p.5 (Henry, Κατευθυντήριες Γραμμές για την Συνεταιριστική Νομοθεσία, δεύτερη αναθεωρημένη έκδοση, σελ.5).
58 Βλ. Montt Balmaceda, p.138; Politakis et Markov, p.513; Shaw, pp.92 ff.; Verdross und Simma, Nrn. 518-523; Verhoeven, pp.355 ff. and p.447; Virally, pp.169 ff.. Η διατύπωση "ίσως" δείχνει ότι μια κατά περίπτωση αξιολόγηση είναι απαραίτητη..
59 Βλέπε, για παράδειγμα, Kennedy, pp.18 ff. Μια άλλη «σχολή» προτιμά να ενσωματώσει τέτοιες άλλες πηγές σε μία από τις κατηγορίες του άρθρου 38, § 1. Δεδομένου ότι αυτό δεν θα αλλάξει την επιχειρηματολογία, δεν συνεχίζω περαιτέρω αυτό το σημείο.
60 Συμβάσεις και Συστάσεις είναι τα δύο κύρια εργαλεία της ΔΟΕ. Δείτε Σύνταγμα ΔΟΕ, Άρθρο 19.
61 Έμφαση του συγγραφέα
62 Αυτό έχει επιβεβαιωθεί από τους (ανεξάρτητους) Εμπειρογνώμονες της Επιτροπής σχετικά με την εφαρμογή των Συμβάσεων και Συστάσεων (Άρθ. 7 του Κανονισμού της Διεθνούς Διάσκεψης Εργασίας). Η «Γενική Επισκόπηση του 2010 για τα εργαλεία απασχόλησης, υπό το πρίσμα της Διακήρυξης της ΔΟΕ του 2008 σχετικά με την Κοινωνική Δικαιοσύνη για μια Δίκαιη Παγκοσμιοποίηση» τοποθετεί την Σύσταση 193 της ΔΟΕ σταθερά εντός των εργαλείων απασχόλησης της ΔΟΕ.
63 Ο ορισμός των συνεταιρισμών, όπως κατοχυρώνεται στην Σύσταση 193 της ΔΟΕ, Παράγραφος 2, απαιτεί κάτι τέτοιο. Συνεπώς, ο έλεγχος πρέπει να αξιολογήσει κατά πόσον αυτό έχει τηρηθεί. Μερικές (πρότυπες) νομοθεσίες προβλέπουν ότι ένα μέρος του πλεονάσματος θα διατεθεί για κοινωνικούς σκοπούς. Βλέπε για παράδειγμα το άρθρο 42 του Ley Marco para las Cooperativas de América Latina (βλέπε Μέρος 2, τμήμα 4.1.2.1, παρ Ley Marco las Cooperativas de América Latina). Για περισσότερες λεπτομέρειες, βλέπε παραπάνω σχετικά με τη δυνητική συνεισφορά των συνεταιρισμών στην κοινωνική δικαιοσύνη, Μέρος 1, τμήμα 3.2.3, Κοινωνική δικαιοσύνη.
65 Τα συστατικά μέση είναι οι κυβερνήσεις, οι εργοδότες και οι εργατικές οργανώσεις των κρατών μελών. Αυτή είναι μια μοναδική περίπτωση μεταξύ των διεθνών κυβερνητικών οργανώσεων.
66 Βλ. Σύνταγμα της ΔΟΕ, Άρθρο 4, 1
67 Βλ. Jessup, Schnorr. Ο Schnorr είδε αυτό το είδος της νομοθεσίας, ως εξέλιξη της διεθνούς κοινωνίας προς την κατεύθυνση μιας διακρατικής κοινότητας. Στην υποσημείωση 10 αναφέρεται στον Jessup (1947). Ομοίως ο Virally, pp.181 ff.

68 Διεθνής Διάσκεψη Εργασίας, 89η σύνοδος 2001, Έκθεση V (1), Κεφάλαιο ΙΙ, 3
69 Τα κείμενα που αναφέρονται στα σημεία 8 και 9 αναφέρονται συχνά το ένα στο άλλο, ενισχύοντας έτσι τη Σύσταση 193 της ΔΟΕ. Μερικά από αυτά τα κείμενα αναφέρονται σε αυτή, κάποια αντανακλούν, τις παγκοσμίως αναγνωρισμένες συνεταιριστικές αξίες και αρχές. Οι κατευθυντήριες γραμμές των Ηνωμένων Εθνών και ο Κανονισμός της ΕΕ αναφέρονται στη δήλωση της ICA. Η προπαρασκευαστική έκθεση για τον κανονισμό της ΕΕ αναφέρεται στη Σύσταση 193 της ΔΟΕ (βλέπε ανακοίνωση 23/2/2004 από την Επιτροπή προς το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Οικονομική και Κοινωνική Επιτροπή και την Επιτροπή των Περιφερειών σχετικά με την προώθηση των συνεταιρισμών στην Ευρώπη). Όπως αναφέρθηκε, η Σύσταση 193 της ΔΟΕ ενσωματώνει την ουσία της Δήλωσης της ICA. Ο Ley Marco para las Cooperativas de América Latina αναφέρεται στη Δήλωση της ICA, στις κατευθυντήριες γραμμές των Ηνωμένων Εθνών και στη Σύσταση 193της ΔΟΕ.
70 Παραδείγματα είναι η Καμπότζη, το Κιργιστάν, η Μοζαμβίκη, η Νορβηγία, η Τανζανία, η Τουρκία, η Ουγκάντα, και η Ουρουγουάη.
71 Βλ. Alianza Cooperativa Internacional (Ley Marco), Παρουσίαση.
72 Για παράδειγμα, από τις 16 Συστάσεις που εγκρίθηκαν από την ένατη Υπουργική Διάσκεψη της ICA Αφρικής, για τους Συνεταιρισμούς το 2009, δύο (Νο 1 και Νο 2) συνδέονται άμεσα με το θέμα της «Συνεταιριστικής Αναπτυξιακής Πολιτικής και Νομοθεσίας». Η Σύσταση Νο.2 έχει ως εξής: «Συνιστάται όπως η Σύσταση 193 της ΔΟΕ συνεχίζει να ενημερώνει τη βάση για τη [...] διαδικασία αναθεώρησης της νομοθεσίας στην περιοχή.»
73 Δείτε τον Δεκέμβριο του 2011 Conferencia Intergubernamental, "Hacia la internalización de la Recomendación193 OIT Promocion de las Cooperativas", Cumbre de Presidentes y declaración de los Ministros de Trabajo de los Estados partes del Mercosur, αντίστοιχα.
74 Βλ. Επιχείρημα 3
75 Δεν έχω επιβεβαιώσει τον αριθμό των απαντήσεων, ούτε το περιεχόμενό τους λεπτομερώς, κατά την προετοιμασία αυτών των κατευθυντήριων γραμμών.
Κατά τη διάρκεια της προετοιμασίας της Γενικής Επισκόπησης ήμουν υπεύθυνος στη ΔΟΕ για τον έλεγχο και την αξιολόγηση των απαντήσεων που δόθηκαν από τα Κράτη μέλη της ΔΟΕ.
76 Το 2009, και για πρώτη φορά, ένα ανώτατο δικαστήριο (Corte Suprema de Justicia de Argentina) αναφέρθηκε στη Σύσταση 193 της ΔΟΕ, στην απόφασή του. Δείτε Corte Suprema de Justicia de Argentina στην περίπτωση Lago Κάστρο, Andrés Manuel c / Cooperativa Nueva Salvia Limitada y otros και το σχόλιο σχετικά με την απόφαση από τον Καθ. Dante Cracogna. Και τα δύο κείμενα, σε: La Ley (t.2010-Α) pp.290 ff. Το 2011 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (EJC) στήριξε την απόφασή του στις υποθέσεις C-78/08 έως C-80/08 σχετικά με τον κανονισμό SCE και στην Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σχετικά με την Προώθηση των Συνεταιρισμών του 2004 για να προσδιορίσει τι βλέπει ως τα χαρακτηριστικά των συνεταιρισμών. Η Ανακοίνωση αναφέρεται στην Σύσταση 193 της ΔΟΕ. Δείτε για συζήτηση της απόφασης του ΔΕΚ Mari, María Pilar Alguacil, "Φορολογία των συνεταιρισμών: οι πολιτικές της Ευρωπαϊκής Ένωσης." Συμβολή στην Παγκόσμια Διάσκεψη της ICA για την Έρευνα του 2011 με θέμα" Νέες Ευκαιρίες για Συνεταιρισμούς" 24 - 27 Αυγ. 2011 στο Mikkeli, Φινλανδία, που θα δημοσιευθεί στα Πρακτικά του Συνεδρίου). Σύμφωνα με πληροφορίες, το Ανώτατο Δικαστήριο της Κεράλα (Ινδία), καθώς και το Ανώτατο Δικαστήριο της Ινδίας (2/9 // 2011) εξέδωσε απόφαση το 2011 υπό την έννοια αυτή, επίσης. Αυτό δεν κατέστη δυνατό να επιβεβαιωθεί.
77 Βλέπε ειδικότερα το Διεθνές Σύμφωνο για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, doc.999 UNTS 171 (1966) και το Διεθνές Σύμφωνο για τα Οικονομικά, Κοινωνικά και Πολιτιστικά Δικαιώματα, Έγγρ. 993 UNTS 3 (1966). Βλέπε επίσης Henry, “Cooperative Law and Human Rights” (Συνεταιριστικό δίκαιο και Ανθρώπινα Δικαιώματα), στο The relationship between the state and cooperatives in cooperative legislation; idem, Wartosci I zasady spóldzielcze w legislacjach spóldielczych. Panstw Czlonkowskich Unii Europejskiej dotyczacym Statutu Spóldzielni Europejskiej; and Ost, p.33.

78 Μάλλον συμβασιακή στην αγγλοσαξονική νομική παράδοση, συνεργασιακή στην παράδοση της ηπειρωτικής Ευρώπης και μια sui generis στη γερμανο-σκανδιναβική παράδοση, Κεντρική και Νότια Αμερική.
79 Με τη νομική έννοια του όρου. Η Παράγραφος 6 (γ) το κάνει για μια συγκεκριμένη περίπτωση, ενώ η Παράγραφος 7 (2), περιέχει τη γενική αρχή.
80 Το σύνθημα ενός συνεταιρισμού παραγωγής και επεξεργασίας κακάο στη Βολιβία, El Ceibo, είναι αντιπροσωπευτικό και αξίζει να αναφερθεί σε αυτό το πλαίσιο. Αναφέρει: «Από τα δέντρα μέχρι την σοκολάτα, δεν συνεργαζόμαστε με τους παραγωγούς, εμείς είμαστε οι παραγωγοί ". Αυτό είναι σχεδόν λέξη προς λέξη επανάληψη της ρήτρας του ενός συνεταιρισμού καταναλωτών στη Ζυρίχη, που ιδρύθηκε το 1852. Βλ. Schiedt, σ.106.
81 Για τη διάκριση μεταξύ των νομικών κανόνων και αρχών του δικαίου, βλ. Alexy Chuliá, pp.36 ff. Σχετικά με το αντίστοιχο έργο της SGECOL, βλέπε υποσημείωση 45.

82 Αυτή είναι η περίπτωση με τον Βρετανικό Νόμο του 2004 σχετικά με Εταιρείες Κοινοτικού Συμφέροντος, τον Φινλανδικό Νόμο του 2003 περί κοινωνικών επιχειρήσεων (Laki sosiaalisista yrityksistä 1351/2003), τον Ιταλικό Νόμο του 1991 για τους κοινωνικούς συνεταιρισμούς (Νόμος No.381) και τον Ισπανικό Ley 5/2011 de Economía Social (νόμο περί κοινωνικής οικονομίας).
83 Για λόγους νομικής σαφήνειας και ασφάλειας ο κατάλογος των νομικών προσώπων που αναγνωρίζονται από τα περισσότερα, αν όχι όλα, τα νομικά συστήματα, είναι περιορισμένος. Αυτό δεν διαφέρει ουσιαστικά από τη μία δικαιοδοσία στην άλλη.
84 Βλέπε Μέρος 2, Τμήμα 3.2, Παραοικονομία και συνεταιριστικός νόμος.
85 Βλέπε για παράδειγμα την Παράγραφο 4.
86 Η νομική κατηγοριοποίηση των συνεταιρισμών ότι ανήκουν στον ιδιωτικό τομέα δεν πρέπει να ερμηνευθεί ότι αγνοεί τις κοινωνικο-πολιτικές και οικονομικές κατηγοριοποιήσεις, με τις οποίες οι συνεταιρισμοί θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν ως μέρος της κοινωνικής οικονομίας ή του τρίτου τομέα, σε ορισμένες χώρες.
87 Ανάλογα μπορούν να βρεθούν στο δημόσιο διεθνές δίκαιο, για παράδειγμα, τις προσωρινές ρήτρες σε ορισμένες από τις πολυμερείς εμπορικές συμφωνίες στο πλαίσιο του καθεστώτος της GATT. Δείτε επίσης την παραμέληση αποτελεσματικής ρύθμισης της σταδιακής κατάργησης της κυβερνητικής συμμετοχής στο πλαίσιο του λεγόμενου Βρετανικού Ινδικού Προτύπου Συνεργασίας.
88 Ένας αυξανόμενος αριθμός εθνικών συνταγμάτων αναγνωρίζουν τους συνεταιρισμούς. Βλέπε για παράδειγμα το Μπαγκλαντές, Βραζιλία, Κολομβία, Γουιάνα, Ιταλία, Μεξικό, Ναμίμπια, Πορτογαλία, Ισπανία, Ταϊλάνδη και Τουρκία
89 Αυτό συμβαίνει κυρίως σε χώρες με Γαλλική νομική παράδοση
90 Για μια πρόσφατη δημοσίευση για τέτοια ταξινόμηση, βλ. Birchall
91 Όπως, για παράδειγμα, στις αναφερόμενες περιπτώσεις της Δανίας και της Ιρλανδίας.
92 Μοντέλο προτεινόμενο από το Ley Marco para las Cooperativas de América Latina. Βλέπε Μέρος 2, Τμήμα 4.1.2.1, Ley Marco. para las Cooperativas de América Latina.
93 Βλέπε και Μέρος 2, σημείο 4.4.2, Αναπτυξιακός Νόμος
94 Βλέπε Μέρος 3, Τμήμα 9, Απλοποιημένες συνεταιριστικές δομές. Βλ. επίσης Münkner, Reform des
Genossenschaftsrechts ALS Reaktion auf die Herausforderungen des wirtschaftlichen und Sozialen Wandels.

95 Βλέπε Μέρος 2, Τμήμα 4.4.3, Επιλογή της κατάλληλης νομικής πράξης.


Συνέχεια του κειμένου στο Μέρος Γ'.