Δευτέρα, 4 Απριλίου 2016

Μέρος Γ' - Hagen Henrÿ, Κατευθυντήριες γραμμές για την Συνεταιριστική Νομοθεσία

Μέρος 3:

Ένα Αλφαβητάρι για έναν συνεταιριστικό νόμο 1


1 Η διπλή χρήση του αόριστου άρθρου, γίνεται για να δοθεί πάλι έμφαση στο γεγονός ότι αυτές οι κατευθυντήριες γραμμές προτείνουν μια δυνατότητα.

Ως νομικά πρόσωπα, οι συνεταιρισμοί πρέπει να υπόκεινται στη νομοθεσία. Η δομή τους, η λειτουργία και ειδικά η θέση τους έναντι τρίτων θα πρέπει να ρυθμίζονται.

Τα ακόλουθα κύρια θέματα ενός συνεταιριστικού νόμου αφορούν όλους τους τύπους των συνεταιρισμών. Όπως αναφέρεται στο Μέρος 2, Τμήμα 4.4.4 (Ένας ή περισσότεροι συνεταιριστικοί νόμοι), αυτή η προσέγγιση δεν πρέπει να ερμηνευθεί υπό την έννοια ότι θα πρέπει να υπάρχει ένας και μόνο νόμος, για όλους τους τύπους των συνεταιρισμών. Άλλες επιλογές είναι εξίσου έγκυρες.

Τα κύρια περιεχόμενα ενός συνεταιριστικού νόμου είναι τα εξής:

  1. Πρόλογος
  2. Γενικές διατάξεις
  3. Συγκρότηση και εγγραφή
  4. Σύνθεση μελών
  5. Όργανα / επιτροπές και διαχείριση
  6. Σχηματισμός κεφαλαίου, λογαριασμοί, διανομή του πλεονάσματος και κάλυψη ζημιών
  7. Έλεγχος
  8. Διάλυση
  9. Απλοποιημένες συνεταιριστικές δομές
  10. Οριζόντια και κάθετη ολοκλήρωση
  11. Επίλυση διαφορών
  12. Διάφορα

1. ΠΡΟΟΙΜΙΟ


Αν το νομικό σύστημα της χώρας το επιτρέπει, και αν καθορίζεται σαφώς η νομική φύση του, ο συνεταιριστικός νόμος θα μπορούσε να αρχίσει με ένα πρόλογο. Ο πρόλογος θα καθοδηγεί την ερμηνεία του νόμου, και είναι πολύ σημαντικός εκεί όπου οι γνήσιοι συνεταιρισμοί ακόμη δεν έχουν στέρεες ρίζες. Ο πρόλογος θα μπορούσε να αναφέρεται στα ακόλουθα θέματα:

  • ο ρόλος και η λειτουργία των συνεταιρισμών στην κοινωνία εν γένει και στην οικονομία της χώρας ειδικότερα

  • ο χαρακτήρας των συνεταιρισμών ως ιδιωτικές και αυτόνομες οργανώσεις, οι οποίες έχουν πρόσβαση σε όλες τις νόμιμες δραστηριότητες

  • η συμμετοχή της κυβέρνησης, η οποία θα πρέπει να περιορίζεται στις διαδικασίες καταχώρησης σε μητρώα, διάλυσης, προώθησης των συνεταιρισμών και στο γενικό κανονιστικό έλεγχο

  • ίση μεταχείριση των συνεταιρισμών και των μελών τους σε σχέση με άλλες επιχειρηματικές οργανώσεις, δηλαδή δεν θα υφίστανται διακρίσεις εις βάρος τους, είτε με αρνητικό είτε με θετικό τρόπο, έτσι ώστε να αποφεύγονται οι στρεβλώσεις μεταξύ ανταγωνιστών και προκειμένου να αποφευχθεί ο σχηματισμός ψεύτικων συνεταιρισμών. Η ίση μεταχείριση υπό την νομική έννοια σημαίνει την ίδια μεταχείριση με άλλους επιχειρηματικούς φορείς, όπου είναι δυνατόν, αλλά διαφορετική όταν η συγκεκριμένη φύση των συνεταιρισμών το απαιτεί. 1

2. ΓΕΝΙΚΕΣ ΔΙΑΤΑΞΕΙΣ


2.1 Ορισμός των όρων που χρησιμοποιούνται στο νόμο


Ένα γλωσσάρι των βασικών νομικών όρων, οι οποίοι χρησιμοποιούνται στο κείμενο, θα μπορούσε να περιληφθεί ως παράρτημά του νόμου ή σε ένα χωριστό συμπλήρωμα. Αυτό είναι ακόμα πιο απαραίτητο, όπου ο νόμος σηματοδοτεί μια αλλαγή πολιτικής, ή εκεί όπου ένα ενιαίο γενικό κείμενο αντικαθιστά αρκετά άλλα πιο λεπτομερή. Ένα τέτοιο γλωσσάρι θα είχε επίσης το πλεονέκτημα της διευκόλυνσης της επικοινωνίας σε διεθνές επίπεδο. Αποκλίσεις από τους διεθνώς παραδεκτούς ορισμούς θα μπορούσαν να περιοριστούν στο ελάχιστο και μπορεί να χρειάζονται και ειδική ερμηνεία.2

2.2 Εφαρμογή άλλων κανόνων


Λόγω μιας ευρείας διάδοσης εσφαλμένων εικασιών για το αντίθετο, ο νόμος πρέπει να δείχνει ότι η καταχώρηση στο Μητρώο ως επιχείρησης συνεταιριστικής μορφής δεν απαλλάσσει τους συνεταιρισμούς από την συμμόρφωση με άλλους νομικούς κανόνες της έννομης τάξης και ειδικότερα εκείνους που ρυθμίζουν τη δραστηριότητά τους. Για παράδειγμα, η καταχώρηση ίδρυσης βάσει του συνεταιριστικού νόμου, δεν απαλλάσσει τους συνεταιρισμούς από την υποχρέωση υποβολής αίτησης για τη χορήγηση άδειας για την άσκηση τραπεζικών δραστηριοτήτων, όταν η τραπεζική νομοθεσία απαιτεί εξουσιοδότηση για την άσκηση της εν λόγω δραστηριότητας.

Η συνεταιριστική νομοθεσία ίσως θα πρέπει επίσης να παρέχει αναφορές σε άλλους νόμους σε περίπτωση κενών του νόμου.

2.3 Ορισμός των συνεταιρισμών: Πεδίο εφαρμογής του νόμου


Ο παγκοσμίως αναγνωρισμένος ορισμός των συνεταιρισμών που περιλαμβάνεται στην Σύσταση 193 της ΔΟΕ (Διεθνής Οργάνωση Εργασίας – ILO), στην Παράγραφο 2, όχι μόνο αντανακλά μια συγκεκριμένη αντίληψη για το τι είναι οι συνεταιρισμοί, αλλά επίσης προκαθορίζει τα περιεχόμενα όλου του νόμου. Αναφέρει: «Συνεταιρισμός είναι μια αυτόνομη ένωση προσώπων η οποία συγκροτείται εθελοντικά για την αντιμετώπιση των κοινών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών αναγκών και επιδιώξεών τους μέσω μιας συνιδιόκτητης και δημοκρατικά ελεγχόμενης επιχείρησης.»

Ο νομοθέτης θα μπορούσε να εξετάσει τις ακόλουθες προσθήκες. Εκτός από τη δυνατότητα να ενωθούν εθελοντικά τα υποψήφια μέλη θα πρέπει επίσης να ενώνονται με δική τους πρωτοβουλία. Θα ήταν επίσης χρήσιμο να εξεταστεί ο ορισμός που περιέχεται στην Σύσταση 127 της ΔΟΕ, δηλ. την "προηγούμενη Σύσταση" της ΔΟΕ από την Σύσταση 193, διότι περιέχει πολύτιμα πρόσθετα στοιχεία, ιδίως όσον αφορά την οικονομική συμμετοχή αλλά και την κατανομή του ρίσκου και του οφέλους.3

Αντί να γίνει αντιγραφή αυτού ή ενός άλλου ορισμού, είναι προτιμότερο να διατυπωθεί ο ορισμός όπως ειδικά οι τοπικές συνθήκες το απαιτούν, με σεβασμό ταυτόχρονα του ευρύτερου νομικού πλαισίου που αναπτύχθηκε σύμφωνα με το Μέρος 2, Τμήμα 4,1 (Το ευρύτερο νομικό πλαίσιο).

Ο ορισμός θα εξαρτηθεί επίσης από την επιλογή του νομοθέτη μεταξύ ενός ενιαίου νόμου, ο οποίος θα διέπει όλους τους τύπους των συνεταιρισμών και μερικών ειδικότερων νόμων. Ο ορισμός και οι επακόλουθες διατάξεις, πρέπει να αντανακλούν εκείνα τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα τα οποία διακρίνουν καλύτερα τους συνεταιρισμούς από άλλες μορφές επιχειρηματικών οργανώσεων, δηλαδή την αρχή της συνεταιριστικής ταυτότητας και την αρχή της προαγωγής των μελών.4 Η αρχή της ταυτότητας σημαίνει ότι τα μέλη είναι οι συν-ιδρυτές, ότι τα μέλη συν-χρηματοδοτούν τον συνεταιρισμό, του οποίου είναι οι συν-ιδιοκτήτες, συν-διαχειριστές, συν-ελεγκτές, από κοινού χρήστες, συν-δικαιούχοι και για τα χρέη συν-υπεύθυνοι. Η αρχή της προαγωγής των μελών σημαίνει ότι η βελτίωση της κατάστασης των μελών είναι προτιμητέα έναντι της παραγωγής υψηλών αποδόσεων επί του επενδυμένου κεφαλαίου. Ο συνδυασμός αυτών των δύο αρχών συνθέτει τη διπλή φύση των συνεταιρισμών. Είναι ομάδες προσώπων (ενώσεις προσώπων, σωματεία) και οικονομικές επιχειρήσεις συγχρόνως, ή, ακριβέστερα, είναι ομάδες προσώπων που έχουν μια επιχείρηση, δηλ. οι συνεταιρισμοί δεν είναι επιχειρήσεις ελεγχόμενες από επενδυτές, αλλά ενώσεις προσώπων που εργάζονται για την επίτευξη κοινών στόχων μέσω μιας κοινής επιχείρησης. Παρ’ ότι αυτή η επιχείρηση πρέπει να λειτουργεί με έναν τρόπο προσανατολισμένο προς το θετικό οικονομικό αποτέλεσμα, διαφέρει από τις κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις στο ότι είναι προσανατολισμένη προς τα συμφέροντα των μελών της όχι προς τα συμφέροντα της επιχείρησης ή προς τα συμφέροντα επενδυτών.

Ο ορισμός των συνεταιρισμών χρησιμεύει όχι μόνο να τους διαφοροποιεί από τους κεφαλαιοκεντρικούς φορείς αλλά και από τις μη κερδοσκοπικές (non-profit) οργανώσεις, από τις φιλανθρωπικές οργανώσεις και από άλλες πιθανές μορφές οργανώσεων αυτοβοήθειας, καθώς και από άλλους φορείς κοινωνικών επιχειρήσεων.

Επιπλέον, ο ορισμός πρέπει να γραφεί στο νόμο καθώς αυτό βοηθά:

  • την κυβέρνηση για να εκτελεί τις κανονιστικές λειτουργίες του κράτους

  • τη διάκριση των γνήσιων συνεταιρισμών από τους νόθους

  • τον καθορισμό των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των μελών, καθώς επίσης και των οργάνων/επιτροπών του συνεταιρισμού

  • τον καθορισμό των προσόντων και των καθηκόντων των συνεταιριστικών αξιωματούχων σχετικά με τη διαχείριση κεφαλαίων και την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των μελών, σύμφωνα με τη διττή φύση των συνεταιρισμών (ενώσεις προσώπων και επιχειρήσεις)

  • τον προσδιορισμό των ελάχιστων κανόνων, σχετικά με την λογιστική και τον διαχειριστικό έλεγχο προκειμένου να προαχθεί η αποδοτική χρήση των οικονομικών πόρων, την επαρκή αναγνώριση και ανθρώπινων ικανοτήτων, καθώς και την εξασφάλιση της προαγωγής των μελών

  • την επίλυση των συγκρούσεων που μπορεί να προκύψουν μεταξύ του συνεταιριστικού νόμου και εκείνων των άλλων νόμων που, σε συνδυασμό με τον καθαυτό συνεταιριστικό νόμο, αποτελούν την συνεταιριστική νομοθεσία με την ευρεία έννοια, όπως για παράδειγμα, οι φορολογικοί νόμοι, η εργατική νομοθεσία, ο νόμος ανταγωνισμού, τα λογιστικά πρότυπα, κλπ.5

  • τη δικαιολόγηση της ίσης μεταχείρισης των συνεταιρισμών, υπό την έννοια που εξηγήθηκε πιο πάνω

  • τη διευκόλυνση της αποτίμησης του οικονομικού, κοινωνικού και κοινωνιακού αντίκτυπου των συνεταιρισμών και,

  • την προώθηση της διεθνούς συνεργασίας.

Ο ορισμός των συνεταιρισμών δεν περιορίζεται στους πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς. Ισχύει επίσης για τις ομοσπονδιακές δομές, δευτεροβάθμιους και τριτοβάθμιους συνεταιρισμούς ή ενώσεις και ομοσπονδίες, εάν τους επιτρέπεται να ασκούν οικονομική δραστηριότητα.

Τέλος, οι όμιλοι και οργανώσεις που ανταποκρίνονται σε παρόμοια κριτήρια όπως οι συνεταιρισμοί, που δεν υπάγονται στον συνεταιριστικό νόμο, θα μπορούσαν να αναφέρονται στον νόμο μέσω ενός αποκαλούμενου αρνητικού ορισμού, ειδικά εάν ρυθμίζονται από άλλους νόμους της χώρας.

2.4 Συνεταιριστικές αρχές


Οι παγκοσμίως αναγνωρισμένες συνεταιριστικές αρχές μπορούν να συμπεριληφθούν στο προοίμιο ή στον ορισμό του συνεταιρισμού, με την καταγραφή τους ή κάνοντας αναφορά σε αυτές.

Μια αναφορά έχει το πλεονέκτημα να είναι πιο ευέλικτη και να μην επιβάλλει μια αναθεώρηση του νόμου εάν αλλάξουν οι αρχές, αλλά καθιστά την εφαρμογή του νόμου πιο περίπλοκη, επειδή αναφέρεται σε εξωτερικά κείμενα. Μια άλλη λύση είναι να συνταχθεί ένας κατάλογος των συνεταιριστικών αρχών, φροντίζοντας να μην δοθεί στον κατάλογο αυτόν ένας περιοριστικός και απόλυτος χαρακτήρας. Αυτό θα μπορούσε να μεταφραστεί με την χρήση εκφράσεων όπως "μεταξύ άλλων..." ή "ειδικότερα...". Κατά συνέπεια η αναφορά θα συνεπαγόταν και τις πιθανές αλλαγές.

Όποια και αν είναι η λύση, είναι σημαντικό η φύση των παραπομπών ή των αναφερόμενων συνεταιριστικών αρχών να δηλώνεται ρητώς και οι συνεταιριστικές αρχές να μην γράφονται σαν να ήταν νομικοί κανόνες, επειδή αυτό θα περιόριζε τον νομοθέτη στην προσαρμογή αυτών των αρχών στις εθνικές συνθήκες και, στην πραγματικότητα θα ήταν μάλλον απίθανο να γίνουν σεβαστές αυτές οι αρχές. Θα περιόριζε επίσης την αυτονομία των συνεταιρισμών. Ομοίως, οι νομικές διατάξεις δεν πρέπει να γράφονται με την μορφή των αρχών, επειδή με αυτή την μορφή δεν είναι εφαρμόσιμες και πιθανότατα θα οδηγήσουν την κυβέρνηση να αντικαταστήσει τον νομοθέτη με την έκδοση ερμηνευτικών εγκυκλίων, οι οποίες ξεπερνούν το ρόλο τους να καταστήσουν λειτουργικούς τους κανόνες του νόμου, όπου απαιτείται, αλλά δεν πρέπει να ρυθμίζουν κάτι αντί του νόμου.

Αυτό που έχει σημασία δεν είναι κάθε μια από τις αρχές να ακολουθούνται κατά γράμμα, αλλά οι αρχές να γίνονται σεβαστές στο συνδυασμό μεταξύ τους στο πνεύμα και στο σύνολο. Για παράδειγμα: η πρώτη αρχή (εθελοντική και ελεύθερη είσοδος μελών), η λεγόμενη αρχή της ανοιχτής πόρτας, θα πρέπει να περιορίζεται όταν το αποθεματικό κεφάλαιο είναι διανεμήσιμο. Η αρχή της ανοιχτής πόρτας χρειάζεται στάθμιση έναντι της απαγόρευσης των συναλλαγών με μη μέλη, η οποία περιέχεται σε ορισμένες νομοθεσίες. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη επίσης, ότι πέρα των επτά συνεταιριστικών αρχών, οι οποίες συζητούνται στις παρούσες Κατευθυντήριες Γραμμές, υπάρχουν και άλλες αρχές, με ποικίλο πεδίο εφαρμογής και που διαφέρουν σε στόχους και κύρος.

3. ΣΥΣΤΑΣΗ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΩΝ


3.1 Καταχώρηση


Η αναγνώριση, και κατά συνέπεια η προστασία των συνεταιρισμών από το κράτος, εκδηλώνεται με την καταχώρηση του ονόματός τους και όλων των υπόλοιπων στοιχείων που αιτιολογούν την ιδιότητά τους ως νομικών προσώπων, σε ένα δημόσιο ή τουλάχιστον δημόσια αναγνωριζόμενο μητρώο.

Σημειώνοντας τι έχει συμβεί κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών σε ορισμένες χώρες, φαίνεται ότι ο νόμος πρέπει να προβλέπει αυστηρές κυρώσεις εναντίον οποιασδήποτε κατάχρησης της επωνυμίας "συνεταιρισμός".

Η χορήγηση του καθεστώτος νομικού προσώπου, κατά κανόνα, παρακινείται από την επιθυμία να ευνοηθεί η συμμετοχή φυσικών προσώπων σε οργανωμένες οικονομικές δραστηριότητες, καθόσον αυτές θεωρείται ότι είναι πιο βιώσιμες. Το γεγονός ότι τα συμμετέχοντα πρόσωπα δεν έχουν προσωπική οικονομική ευθύνη πέραν του ποσού των μερίδων που καταβάλλουν, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά στο καταστατικό/ κανονισμό, είναι παράγων που λειτουργεί ως κίνητρο συμμετοχής σε νομικά πρόσωπα. Όσον αφορά τους συνεταιρισμούς, θα μπορούσε κανείς να αντιτάξει ότι η διάκριση που γίνεται μεταξύ της οργάνωσης και των μελών της έρχεται σε αντίθεση με τη συνεταιριστική αρχή, σύμφωνα με την οποία ο συνεταιρισμός δεν πρέπει να διαχωρίζεται από τα μέλη του. Αλλά εάν τα μέλη δεν πρόκειται να φέρουν προσωπική ευθύνη για τις δραστηριότητες του συνεταιρισμού τους, τότε μόνο ένας τέτοιος διαχωρισμός θα επιτρέψει την μετατόπιση της ευθύνης σε μια ανεξάρτητη οντότητα με καθεστώς νομικού προσώπου.

3.2 Μορφές καταχώρησης


Υπάρχουν δύο βασικές μορφές καταχώρησης, η σχεδόν αυτόματη καταχώρηση και η καταχώρηση μετά από έγκριση μιας δημόσιας αρχής.

Σύμφωνα με την πρώτη επιλογή, η οποία ανταποκρίνεται καλύτερα με το κράτος δικαίου, ένας συνεταιρισμός πρέπει να καταχωρηθεί εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπονται από το νόμο. Εάν, για οποιονδήποτε λόγο, πρότερη έγκριση είναι απαραίτητη, η διακριτική ευχέρεια της εγκρίνουσας αρχής πρέπει αυστηρά και αποτελεσματικά να περιορίζεται από το νόμο.

3.3 Αρχή καταχώρησης


Ο διαχωρισμός των κρατικών εξουσιών, η νομική φύση του συνεταιριστικού νόμου, ο ορισμός των συνεταιρισμών και η διαδικασία καταχώρησης ως μέσου ενός εκ των προτέρων ελέγχου, είναι στοιχεία τα οποία πρέπει να εξετάζονται για την επιλογή της αρχής που θα οριστεί για τις εγγραφές στο μητρώο συνεταιρισμών.

Η αναγνώριση των συνεταιρισμών ως οικονομικών φορέων του ιδιωτικού τομέα θα επιτρέψει την καταχώρηση όλων των τύπων επιχειρήσεων σε ένα ενιαίο μητρώο.

Ακόμα κι αν η καταχώρηση είναι ένα διοικητικό έργο, θα μπορούσε να ασκείται από τα δικαστήρια, καθώς απαιτούνται νομικές γνώσεις και η απόδοση νομικής προσωπικότητας είναι μια πράξη με σημαντικές νομικές συνέπειες. Αλλά η εμπειρία επίσης έχει δείξει ότι μια αρχή εξειδικευμένη σε συνεταιριστικά θέματα, ενδεχομένως βοηθούμενη και από προσωπικό το οποίο αποσπάται από τη συνεταιριστική κίνηση, είναι η πιο κατάλληλη να χειριστεί σωστά τα ζητήματα καταχώρησης.

Ο νομοθέτης πρέπει να διασφαλίσει ότι η καταχώρηση θεωρείται ως μια τοπική υπηρεσία και ότι οι υποψήφιοι συνεταιριστές έχουν να αντιμετωπίσουν κατά προτίμηση μόνο μια ενιαία αρχή. Όπου εμπλέκονται διαφορετικές αρχές, αυτές πρέπει να επικοινωνούν μεταξύ τους και να παρέχεται η εξουσία μόνο σε μία από αυτές να χειρίζονται το θέμα των υποψήφιων συνεταιριστών.

3.4 Διαδικασία καταχώρησης


Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση η διαδικασία καταχώρησης να εμποδίσει τους πολίτες να σχηματίσουν φορείς με τον τρόπο που τους ταιριάζει καλύτερα.

Καμία καταχώρηση δεν πρέπει να γίνεται χωρίς ένα αίτημα από έναν εκλεγμένο αντιπρόσωπο του δημιουργούμενου συνεταιρισμού. Αυτό το αίτημα πρέπει να αρχειοθετηθεί μέσα σε καθορισμένο μικρό χρόνο, που καθορίζεται από το νόμο, μετά από την ιδρυτική γενική συνέλευση ή μετά από σχετική συνεδρίαση των ιδρυτικών μελών.
Έγγραφα που πρέπει να επισυνάπτονται στην αίτηση για την εγγραφή είναι γενικά:

  • τα πρακτικά της ιδρυτικής γενικής συνέλευσης, με τις υπογραφές ή τα δακτυλικά αποτυπώματα όλων των ιδρυτικών μελών. Εάν το καταστατικό/ κανονισμός υιοθετήθηκε βάσει υποδείγματος καταστατικού/ κανονισμού, τα πρακτικά πρέπει να τεκμηριώνουν ότι υιοθετήθηκε μετά από μια λεπτομερή συζήτηση γι’αυτό το υπόδειγμα καταστατικού/ κανονισμού

  • ένα υπόδειγμα των υπογραφών των προσώπων που έχουν δικαίωμα να εκπροσωπούν τον συνεταιρισμό

  • αρκετά αντίγραφα του καταστατικού/ κανονισμού με τις υπογραφές ή τα δακτυλικά αποτυπώματα όλων των ιδρυτικών μελών

  • έκθεση των αποτελεσμάτων μιας μελέτης οικονομικής σκοπιμότητας, σχετικά με τις σχεδιαζόμενες δραστηριότητες του συνεταιρισμού. Αυτή η μελέτη πρέπει να πραγματοποιηθεί από μια κορυφαία συνεταιριστική οργάνωση ή έναν άλλο αναγνωρισμένο φορέα. Όπου δεν υπάρχουν ακόμη τέτοιοι φορείς, η κυβέρνηση μπορεί προσωρινά να αναλαμβάνει αυτόν τον ρόλο. Αυτό το έργο δεν πρέπει να δοθεί στην αρχή καταχώρησης προκειμένου να αποφευχθεί να είναι ταυτόχρονα ο ελεγκτής και ο ελεγχόμενος. Ο στόχος αυτής της απαίτησης, η οποία δεν επιβάλλεται στους ιδρυτές άλλων επιχειρηματικών οργανώσεων, δεν είναι να παρακωλυθεί η ελευθερία των υποψήφιων συνεταιριστών, αλλά να φροντίσει για τα συμφέροντα των μελών, του μελλοντικού συνεταιρισμού και των πιθανών επιχειρηματικών εταίρων, δεδομένου ότι οι κίνδυνοι που αυτοί διατρέχουν είναι μεγαλύτεροι από εκείνους που υφίστανται συνήθως σε άλλους τύπους επιχειρήσεων, επειδή οι συνεταιρισμοί δεν έχουν ελάχιστο κεφάλαιο, και γενικά, η κεφαλαιακή τους βάση είναι αδύναμη. Ο νομοθέτης πρέπει, ωστόσο, να απέχει από τέτοια αποτρεπτικά μέτρα, εάν δεν είναι δυνατό να αποκλεισθεί η κατάχρηση εξουσίας σε σχέση με αυτήν την μελέτη σκοπιμότητας

  • κατάλογο των προσώπων που έχουν την εξουσιοδότηση να καταθέσουν την αίτηση εγγραφής και να δηλώνουν στο μητρώο, όλες τις πιθανές αλλαγές (του καταστατικού) που μπορεί να γίνουν στο μέλλον

  • ένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι ένα επαρκές μέρος του συνολικού ποσού των μερίδων των μελών έχει καταβληθεί και να δηλώνει τη χρονική περίοδο εντός της οποίας το υπόλοιπο πρέπει να πληρωθεί.

Η καθιέρωση μιας γρήγορης και αμερόληπτης διαδικασίας καταχώρησης είναι ένα πρώτο βήμα από το κράτος προς διευκόλυνση της ανάπτυξης μιας γνήσιας συνεταιριστικής κίνησης. Για τον σκοπό αυτό, προτείνεται η ακόλουθη διαδικασία:

  • μια απόδειξη η οποία θα αποδεικνύει την κατάθεση αίτησης καταχώρησης και απαριθμεί τα έγγραφα που κατατέθηκαν, δεόντως υπογεγραμμένη και χρονολογημένη, θα χορηγείται με την προσκόμιση των προαναφερόμενων εγγράφων

  • η καταχώρηση θα ολοκληρώνεται εντός ενός μικρού χρονικού διαστήματος. Ένα επικυρωμένο αντίγραφο του καταστατικού/ κανονισμού, το οποίο θα αναφέρει τον αριθμό και την ημερομηνία της καταχώρησης, θα παραδίδεται στο συνεταιρισμό. Αυτό θα αποτελεί απόδειξη της επίσημης αναγνώρισης του συνεταιρισμού ως νομικού προσώπου

  • μια άρνηση καταχώρησης πρέπει να δικαιολογείται εγγράφως και να κοινοποιείται στα πρόσωπα που ζήτησαν την καταχώρηση

  • στην περίπτωση μιας τέτοιας άρνησης, οι ιδρυτές μπορούν να ασκήσουν έφεση ενώπιον ενός δικαστηρίου (που θα προσδιοριστεί), το οποίο θα πρέπει να εκδίδει απόφαση εντός ενός σύντομου χρονικού διαστήματος

  • εάν μέσα στις απαραίτητες χρονικές προθεσμίες, καμία άρνηση δεν έχει δηλωθεί, ή εάν το δικαστήριο δεν έχει εκδώσει την απόφασή του, η εγγραφή θα θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή. Η αρχή εγγραφής, επίσης, σε αυτήν την περίπτωση, και εντός ενός ορισμένου και σύντομου χρονικού διαστήματος, θα στείλει ένα επικυρωμένο αντίγραφο του καταστατικού/κανονισμού, που θα αναφέρει τον αριθμό και την ημερομηνία της θεωρούμενης καταχώρησης του συνεταιρισμού.

  • όποιος και αν είναι ο τύπος της, η καταχώρηση πρέπει να δημοσιευθεί επίσημα εντός ενός καθορισμένου και σύντομου χρονικού διαστήματος, σε ένα κατάλληλο επίσημο και εύκολα προσβάσιμο μέσο, που γενικά χρησιμοποιείται από τις αρχές. Η δημοσίευση θα πρέπει να ταιριάζει με τις απαιτήσεις των σύγχρονων επιχειρηματικών συναλλαγών, δηλαδή να καλύπτει τουλάχιστον τη γεωγραφική έκταση των δραστηριοτήτων του συνεταιρισμού. Σε περίπτωση που η καταχώρηση δεν δημοσιευθεί μέσα στο καθορισμένο χρονικό πλαίσιο, ο συνεταιρισμός θα θεωρείται ως καταχωρημένος και το πρόσωπο που δεν έχει εκπληρώσει τα καθήκοντά του θα είναι οικονομικά υπεύθυνο για τις συνέπειες

  • τα τέλη για την καταχώρηση και τη δημοσίευση δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να είναι απαγορευτικά.

Ειδικά, όπου η καταχώρηση τίθεται σε ισχύ μόνο μετά την δημοσίευσή της, οι συνεταιρισμοί πρέπει να έχουν το δικαίωμα να απαιτήσουν τα αναφερόμενα χρονικά διαστήματα να είναι σύντομα και να τηρούνται από την Αρχή καταχώρησης.
Μόνο η καταχώρηση, και σε μερικές περιπτώσεις η καταχώρηση και δημοσίευση, ή κοινώς γνωστές πληροφορίες, είναι δεσμευτικές για τρίτους. Μετά την καταχώρηση, οι συνεταιρισμοί πρέπει επομένως να εξασφαλίσουν ότι οποιεσδήποτε επόμενες αλλαγές στα καταχωρημένα στοιχεία στην Αρχή καταχώρησης (Μητρώο) θα κοινοποιούνται σε αυτήν, ειδάλλως, τα πρόσωπα που δεν έχουν εκπληρώσει αυτήν την υποχρέωσή τους, θα είναι οικονομικά υπεύθυνα για τις συνέπειες.

3.5 Φύση και αποτελέσματα της καταχώρησης


Με την καταχώρηση (και τη δημοσίευσή της, όπου απαιτείται), το κράτος παρέχει καθεστώς νομικού προσώπου στον συνεταιρισμό. Το νομικό καθεστώς σημαίνει ότι ο συνεταιρισμός είναι υπεύθυνος και υπόλογος ως νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από τα μέλη του, και με απεριόριστη διαδοχή. Ως νομικό πρόσωπο, ο συνεταιρισμός έχει δικαιώματα και υποχρεώσεις. Μπορεί να αποκτήσει ιδιοκτησιακά δικαιώματα, να αναλάβει υποχρεώσεις με συμβάσεις και χρέη, να αναπτύξει οικονομικές δραστηριότητες και να συμμετέχει σε νομικές διεκδικήσεις. Όπως και με τις εταιρείες και σύμφωνα με το συγκεκριμένο νομικό σύστημα, αυτή η νομική υπόσταση θα είναι απεριόριστη ή περιορισμένη6 σύμφωνα με τον σκοπό του συγκεκριμένου συνεταιρισμού.

Το καθεστώς νομικού προσώπου περιλαμβάνει το δικαίωμα ίδρυσης θυγατρικών με άλλη νομική μορφή από αυτή του συνεταιρισμού.7

Τα μέλη δεν θα είναι ούτε ατομικά υπεύθυνα για τις πράξεις που διενεργούνται στο όνομα του συνεταιρισμού, ούτε θα είναι υπόλογα πέρα από το ποσό των μερίδων εγγραφής για τα χρέη του συνεταιρισμού, εκτός αν έχει αποφασιστεί διαφορετικά και αναφέρεται στο καταστατικό/ κανονισμό.

Ο συχνά χρησιμοποιούμενος τύπος σύμφωνα με τον οποίο οι συνεταιρισμοί είναι "οι εντολοδόχοι των μελών τους" απαιτεί προσεκτική προσέγγιση. Το ερώτημα είναι αν οι συνεταιρισμοί ενεργούν για λογαριασμό των μελών τους ως αντιπρόσωποί τους ή αν οι συνεταιρισμοί ενεργούν για λογαριασμό τους, όταν συναλλάσσονται με τρίτους. Από τη μία πλευρά, οι συνεταιρισμοί είναι νομικά πρόσωπα. Μετά την καταχώρηση, οι ενέργειες που αναλαμβάνονται εξ ονόματός τους δεσμεύουν αποκλειστικά τους ίδιους, δηλαδή οι συνεταιρισμοί είναι ανεξάρτητοι από τα μέλη τους. Από την άλλη πλευρά, εξαιτίας της στενής εμπλοκής των μελών στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων και λόγω της ιδιαίτερης φύσης των συναλλαγών μεταξύ των μελών και του συνεταιρισμού τους, (οι συνεταιρισμοί) θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως απλός εκτελεστικός διαμεσολαβητής των μελών.

Το καθεστώς των πράξεων που εκτελούνται εξ ονόματος του συνεταιρισμού κατά τη διάρκεια της περιόδου από την ίδρυση μέχρι την καταχώρησή του (και την δημοσίευση, όπου αυτό απαιτείται) πρέπει να ορίζεται με σαφήνεια.


4. Η ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΜΕΛΟΥΣ


Τα ζητήματα της ιδιότητας μέλους είναι τα πλέον σημαντικά που πρέπει να αντιμετωπιστούν από το νόμο, δεδομένου ότι οι συνεταιρισμοί είναι οργανώσεις με επίκεντρο τα μέλη τους.

4.1 Χαρακτηριστικά για την απόκτηση της ιδιότητας μέλους


Ο παγκοσμίως αναγνωρισμένος ορισμός των συνεταιρισμών επιτρέπει τόσο σε φυσικά όσο και σε νομικά πρόσωπα να είναι μέλη ενός πρωτοβάθμιου συνεταιρισμού. Έτσι, αυτοί οι συνεταιρισμοί μπορεί να αποτελούνται ή από φυσικά μόνο ή από νομικά πρόσωπα μόνο8 ή από ένα μίγμα των δύο.

Ωστόσο, πολλές νομοθεσίες αποκλείουν την συμμετοχή νομικών προσώπων στους πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς. Σε γενικές γραμμές, δύο είναι οι τύποι των επιχειρημάτων που προβάλλονται για αυτόν τον περιορισμό.

Ο πρώτος είναι ότι η ένταξη στους συνεταιρισμούς νομικών προσώπων που έχουν στο επίκεντρο το κεφάλαιο, έρχεται σε αντίθεση με την ίδια την ιδέα των συνεταιρισμών ως οργανώσεων «όχι για κέρδος». Αυτό το επιχείρημα συγχέει τη φύση των συνεταιρισμών και το κίνητρο των μελών του συνεταιρισμού. Το δεύτερο επιχείρημα αναφέρεται στον κίνδυνο ότι τα φυσικά πρόσωπα μέλη μπορεί να παραμεριστούν από τα νομικά πρόσωπα μέλη. Αυτός ο κίνδυνος είναι πραγματικός, αλλά μπορεί να περιοριστεί ως εξής:

  1. Η μικτή συμμετοχή είναι προαιρετική και μπορεί να αποφευχθεί, εντός των ορίων των συνεταιριστικών αρχών από τα φυσικά πρόσωπα μέλη, που δεν θα αποδεχθούν την ένταξη νομικών προσώπων ως μελών.

  1. Το δικαίωμα ψήφου των νομικών προσώπων μελών, σε αυτούς τους πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς οι οποίοι έχουν επίσης φυσικά πρόσωπα μέλη, μπορεί να περιοριστεί, έτσι ώστε να μην επιτρέπουν σε αυτά τα νομικά πρόσωπα μέλη να ξεπερνούν σε αριθμό τις ψήφους των φυσικών προσώπων μελών ή να παίρνουν αποφάσεις μόνα τους.

Το εάν η μικτή συμμετοχή είναι μια επιλογή που πρέπει να εξετάζεται, αυτό θα γίνει επίσης με όρους οικονομικών και άλλων ωφελημάτων, που μπορούν να προκύπτουν από την σύμπραξη διαφορετικών τύπων μελών, όσον αφορά το φάσμα δραστηριοτήτων και την κλίμακα, τη μεταφορά γνώσης, επιμερισμό του κινδύνου, κλπ.9

Ορισμένες κοινωνίες οργανώνονται με βάση διευρυμένες οικογένειες, ή ακόμα και μεγαλύτερες ομάδες, ως τη μικρότερη κοινωνική μονάδα, η οποία δεν έχει καθεστώς νομικού προσώπου. Αυτές οι οντότητες μπορούν να γίνουν δεκτές ως μέλη στους συνεταιρισμούς, με την προϋπόθεση ότι είναι σταθερές. Κάποιος θα πρέπει να βεβαιωθεί, ωστόσο, ότι η διαδικασία λήψης αποφάσεων εντός του συνεταιρισμού δεν θα επηρεάζεται από την αποδοχή τέτοιων ομάδων ως μελών και ότι τα δημοκρατικά δικαιώματα των μεμονωμένων μελών δεν θα παραβιάζονται. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η αποδοχή τέτοιων ομάδων ως μελών θα μπορούσε να διευκολύνει τη λειτουργία του συνεταιρισμού, επιτρέποντάς του να σέβεται τις διαδικασίες λήψης αποφάσεων του υφιστάμενου κοινωνικού περιβάλλοντος, ιδίως σε θέματα που αφορούν τη διαχείριση των φυσικών πόρων.

4.2 Περιορισμοί σχετικά με την ηλικία


Η αποδοχή ανηλίκων ως μελών είναι γενικά μια εξαίρεση στο αστικό δίκαιο της κάθε χώρας. Χωρίς πρόθεση να αποτρέπεται αδικαιολόγητα, η συμμετοχή ως μελών των οικονομικά ενεργών ανηλίκων, η δυνατότητα των ανηλίκων να συνδεθούν με ένα συνεταιρισμό, χρειάζεται μια προσεκτική μελέτη των επιπτώσεων, από πλευράς ανάληψης οικονομικής ευθύνης, δικαιώματος ψήφου και επιλεξιμότητας σε θέσεις ευθύνης. Προκειμένου να αποφευχθεί η ένταξη σε έναν συνεταιρισμό να γίνει ένα μέσο πρόσβασης σε μια θέση που νομικά δεν μπορεί να παρέχεται σε μεμονωμένους ανήλικους, ο αριθμός και τα δικαιώματά τους θα πρέπει να είναι περιορισμένα. Ειδικότερα, οι ανήλικοι θα πρέπει να αποτρέπονται από το να μπορούν να πάρουν τον έλεγχο ενός συνεταιρισμού. Εξαιρέσεις μπορεί να υπάρχουν για σχολικούς και φοιτητικούς συνεταιρισμούς.

4.3 Ελάχιστος αριθμός μελών σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς


Για να είναι σεβαστή η ελευθερία του συνεταιρίζεσθαι, οι περιορισμοί στον αριθμό των μελών ενός συνεταιρισμού θα πρέπει να είναι ελάχιστοι. Η οικονομική βιωσιμότητα των συνεταιρισμών με πολύ λίγα μέλη, ωστόσο, είναι γενικά αμφίβολη. Υπό αυτές τις συνθήκες, η χορήγηση καθεστώτος νομικού πρόσωπου ίσως να είναι αντίθετη προς το συμφέρον των πιθανών συνεργατών και των πιστωτών τους, όπως επίσης και των ίδιων των μελών. Γι’ αυτό οι περισσότερες νομοθεσίες απαιτούν έναν ελάχιστο αριθμό μελών, τουλάχιστον τριών. Κάτω από αυτόν τον αριθμό ο ενωτικός ή συλλογικός επιχειρηματικός χαρακτήρας των συνεταιρισμών καθίσταται αμφισβητήσιμος.

Οι εμπειρίες μιας χώρας θα μπορούσαν να απαιτήσουν να καθορίζονται διαφορετικοί ελάχιστοι αριθμοί μελών, ανάλογα με τον τύπο του συνεταιρισμού ή σύμφωνα με άλλα κριτήρια. Κατά συνέπεια μπορεί ο αριθμός για τους συνεταιρισμούς καταναλωτών να είναι μεγαλύτερος από αυτόν για τους συνεταιρισμούς εργατών, και ο αριθμός για τους συνεταιρισμούς άλλων τύπων να βρίσκεται ενδιάμεσα.

4.4 Μέγιστος αριθμός μελών σε πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς


Θεωρητικά, η "αρχή της ανοικτής πόρτας", δεν επιτρέπει κανέναν περιορισμό στον αριθμό των μελών. Στην πράξη, ο αριθμός των μελών θα πρέπει να είναι συμβατός με τον σκοπό του συγκεκριμένου συνεταιρισμού. Ακριβώς όπως συμβαίνει με τον ελάχιστο αριθμό μελών, είναι δύσκολο να καθοριστεί ένα απόλυτο μέγιστο ή σχετικό όριο για τους διάφορους τύπους συνεταιρισμών.

Να σημειωθεί ότι, γενικά, τα προβλήματα της διοίκησης αυξάνονται ανάλογα με το πλήθος των μελών. Όσο περισσότερα είναι τα μέλη, τόσο δυσκολότερα διατηρείται ένας δημοκρατικός τρόπος διοίκησης, και τα μέλη ταυτίζονται λιγότερο με το συνεταιρισμό τους. Η αποκέντρωση, με την έννοια των περιφερειακών συνελεύσεων ή/και των συνελεύσεων τμημάτων, σε συνδυασμό με μια πιο αποτελεσματική διοίκηση, μπορούν να αναπληρώσουν μερικές από τις αρνητικές συνέπειες του μεγάλου αριθμού μελών, αλλά δεν μπορούν να τις εξαφανίσουν. Τα προβλήματα ποικίλλουν επίσης ανάλογα με τον τύπο του συνεταιρισμού. Έτσι, ένας μεγάλος αριθμός μελών σε έναν συνεταιρισμό καταναλωτών έχει μικρή επίδραση στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων, ενώ ο απαραιτήτως μεγάλος αριθμός μελών στους αποταμιευτικούς και πιστωτικούς συνεταιρισμούς απαιτεί μάλλον σύνθετους μηχανισμούς οργάνωσης εργασίας. Οι συνεταιρισμοί παραγωγών και εργατών πιθανότατα θα υποφέρουν εάν το μέγεθος του αριθμού των μελών ξεπεράσει ορισμένα όρια. Το ζήτημα, θα πρέπει να αφεθεί στα μέλη για να αποφασίσουν, εάν αυτό είναι απαραίτητο.

4.5 Εγγραφή μελών


4.5.1 Αρχές


Σύμφωνα με την αρχή της ανοικτής πόρτας και εντός των ορίων του σκοπού του συγκεκριμένου συνεταιρισμού, όλα τα πρόσωπα που ζητούν να γίνουν μέλη θα πρέπει να γίνονται δεκτά. Ο δίκην σωματείου χαρακτήρας του συνεταιρισμού θα πρέπει, ωστόσο, να επιτρέπει στα μέλη να αποφασίσουν. Η αμοιβαία βούληση συνεργασίας από τα μέλη αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για την επιτυχία του συνεταιρισμού.

Η πολιτική που υιοθετείται από τους συνεταιρισμούς σε θέματα διανομής των κεφαλαίων επηρεάζει τον αριθμό και την ποιότητα των μελών. Ο κίνδυνος οι αιτήσεις απόκτησης της ιδιότητας μέλους να υποκινούνται από την αναζήτηση μιας επικερδούς επένδυσης ή/και κερδοσκοπίας μπορεί να αποφευχθεί με τον περιορισμό της δυνατότητας συναλλαγών με μη-μέλη και με την μη διανομή των κερδών που αποκτώνται από τις συναλλαγές με μη μέλη χρήστες, και / ή με τον χαρακτηρισμό τουλάχιστον ενός μέρους του αποθεματικού ως κλειδωμένου, αδιαίρετου (αδιανέμητου) κεφαλαίου σύμφωνα με την τρίτη συνεταιριστική αρχή (της οικονομικής συμμετοχής των μελών), και / ή με την επιστροφή των μερίδων, σε περίπτωση αποχώρησης μέλους ή εκκαθάρισης (του συνεταιρισμού), στην ονομαστική τους αξία και μόνο.

Ο τόπος διαμονής του αιτούντος δεν πρέπει να είναι αποφασιστικός παράγοντας για την αποδοχή, εκτός αν ο σκοπός του συνεταιρισμού τον εμπεριέχει ως έναν από τους παράγοντες για την επιτυχία του, οπότε σ’ αυτή την περίπτωση θα πρέπει να προβλέπεται από το καταστατικό/κανονισμό ως απαραίτητη προϋπόθεση.

Ένας αριθμός συνεταιριστικών νόμων επιτρέπουν τον αποκλεισμό από την ιδιότητα μέλους των προσώπων που δεν έχουν ένα καθαρό ποινικό μητρώο. Εκτός αν ο λόγος επιβολής της ποινής είναι πιθανό να βλάψει το συνεταιρισμό, τα μέλη πρέπει να αναλάβουν τις γενικές κοινωνικές υποχρεώσεις τους, βοηθώντας στην επανένταξη αυτών των ατόμων στην κοινωνία.10

4.5.2 Διαδικασία εγγραφής


Λαμβάνοντας υπόψη τον δίκην σωματείου χαρακτήρα των συνεταιρισμών, η αποδοχή των νέων μελών πρέπει να αποφασίζεται από τη γενική συνέλευση. Για πρακτικούς λόγους, το διοικητικό συμβούλιο μπορεί να αποφασίζει, αλλά η γενική συνέλευση θα διατηρεί, εάν το επιθυμεί, το δικαίωμα της επιβεβαίωσης ή της άρνησης, το οποίο πρέπει να ασκείται κατά την διάρκεια της πρώτης γενικής συνέλευσης, μετά από την απόφαση που λήφθηκε από το διοικητικό συμβούλιο.
Προκειμένου να καθορισθούν με βεβαιότητα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των μελών, είναι σημαντικό να διευκρινίζεται στο νόμο η τελική πράξη, η οποία συνιστά την απόφαση ένταξης μέλους.
Οι αιτήσεις για την ένταξη μέλους πρέπει να φέρουν ημερομηνία και να επιβεβαιώνονται κατά την παραλαβή τους. Μια άρνηση αποδοχής θα πρέπει να αιτιολογείται εγγράφως και ο υποψήφιος πρέπει να ειδοποιείται άμεσα. Ο υποψήφιος θα πρέπει να έχει το δικαίωμα να ασκήσει έφεση σε ένα δικαστήριο (που θα καθορίζεται). Εάν ο συνεταιρισμός ή το δικαστήριο δεν έχει τηρήσει τα χρονικά περιθώρια που ορίζονται από τον νόμο, η αίτηση ένταξης μέλους θεωρείται αποδεκτή.

4.6 Παραίτηση / αποχώρηση


Το δικαίωμα των μελών να παραιτηθούν ή να αποχωρήσουν πρέπει να διασφαλίζεται από το νόμο, ο οποίος πρέπει να φροντίσει, ώστε οι διοικητικές πράξεις ή τα καταστατικά / κανονισμοί των συνεταιρισμών δεν θα επιφέρουν αρνητικές συνέπειες.

Η αποχώρηση των μελών μπορεί να περιορίζεται μέχρι να εξαντληθεί μια ελάχιστη περίοδος παραμονής του μέλους, ή να υπόκειται στην εκπλήρωση των κυρίων οικονομικών υποχρεώσεών του, που προέκυψαν έναντι του συνεταιρισμού. Οι περιορισμοί αυτοί σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να είναι υπερβολικοί, και η απαιτούμενη χρονική περίοδος προειδοποίησης πρέπει να είναι εύλογη.

Το αποτέλεσμα της παραίτησης/αποχώρησης είναι η άμεση ή μετά την πάροδο συγκεκριμένου χρόνου παύση ισχύος των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων του μέλους που παραιτείται / αποχωρεί. Παραμένοντας κάτω από ορισμένους όρους οικονομικά υπόλογο, το παραιτούμενο/ αποχωρούν μέλος έχει το δικαίωμα ανάληψης των μερίδων του, κατά κανόνα στην ονομαστική τους αξία. Ωστόσο, ο συνεταιρισμός πρέπει να έχει τη δυνατότητα να καθυστερήσει προσωρινά την επιστροφή τους, εάν μια άμεση επιστροφή θα μπορούσε να επιφέρει σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργία του. Σε αυτήν την περίπτωση, ο συνεταιρισμός θα πληρώσει έναν περιορισμένο τόκο επί του ποσού που επιστρέφεται. Το χρονικό διάστημα παρακράτησης του επιστρεφόμενου ποσού πρέπει να ορίζεται και να είναι εύλογο.

4.7 Διαγραφή και αναστολή της ιδιότητας μέλους


Λαμβάνοντας υπόψη την αρχή της ανοιχτής πόρτας, η διαγραφή πρέπει να είναι ένα εξαιρετικά σπάνιο μέτρο. Μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο όταν τα μέλη δεν αποχωρούν οικιοθελώς, ακόμα κι όταν δεν εκπληρώνουν πλέον τις προϋποθέσεις που συνεπάγεται η ιδιότητα του μέλους, εάν παραβιάζουν σοβαρά το καταστατικό/ κανονισμό ή εάν η συμπεριφορά τους με άλλον τρόπο είναι επιζήμια για τον συνεταιρισμό.
Ανάλογα με το είδος του παραπτώματος, ο συνεταιρισμός θα μπορούσε επίσης να αποφασίσει την μερική ή ολική αναστολή των δικαιωμάτων ενός μέλους, για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα.
Και στις δύο περιπτώσεις, πρέπει να παραχωρηθεί ακρόαση στο ενδιαφερόμενο μέλος και, κατόπιν αιτήματός του, οι λόγοι για την απόφαση του συνεταιρισμού θα πρέπει να κοινοποιηθούν στο μέλος εγγράφως. Το μέλος μπορεί να προσφύγει ενώπιων της γενικής συνέλευσης του συνεταιρισμού, να χρησιμοποιήσει τις διαδικασίες επίλυσης διαφορών που προβλέπονται από τον νόμο ή το καταστατικό/ κανονισμό και να έχει το δικαίωμα ως τελευταία επιλογή να προσφύγει σε ένα δικαστήριο που θα καθορίζεται από τον νόμο.
Οι όροι και οι επιπτώσεις ενός αποκλεισμού (αποβολής) ή μιας αναστολής είναι οι ίδιοι με εκείνους για την παραίτηση/αποχώρηση.

4.8 Υποχρεώσεις και δικαιώματα των μελών


4.8.1 Αρχές


Πάλι, η σειρά με την οποία εξετάζονται τα θέματα στον νόμο είναι ενδεικτική και δεν υποδηλώνει οποιαδήποτε ιεράρχηση. Ωστόσο, απεικονίζει το βάρος που δίνεται κατά καιρούς σε ένα συγκεκριμένο θέμα. Έτσι, έμφαση δίνεται εδώ στις υποχρεώσεις των μελών που συζητούνται πολύ λιγότερο από τα δικαιώματα των μελών. Η ένταξη μέλους συνδέεται με δικαιώματα. Αυτά εξαρτώνται από την εκπλήρωση των υποχρεώσεων. Ο συνεταιριστικός νόμος και η συνακόλουθη νομοθεσία πρέπει να εξασφαλίσουν, ότι αυτός ο κανόνας τηρείται, ακόμη και σε περιπτώσεις όπου οι γενικοί κοινωνικοί κανόνες τείνουν να υπερισχύουν αυτών των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων. Δεν πρέπει σε καμία περίπτωση οι οικογενειακοί δεσμοί, η φυλή, η ηλικία, η θρησκεία ή οποιαδήποτε άλλη σύνδεση με μια ομάδα, να επηρεάσει την ανεξαρτησία και την ισότητα των μελών. Αυτό αποτελεί ύψιστο φόρο τιμής στις συνεταιριστικές αρχές.

4.8.2 Υποχρεώσεις


4.8.2.1 Προσωπικές υποχρεώσεις


Με την ένταξή τους σε έναν συνεταιρισμό, τα μέλη δεσμεύονται:

  • να τηρούν το καταστατικό/κανονισμό, τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τη γενική συνέλευση, ανεξάρτητα εάν ψήφισαν για την έγκρισή τους ή όχι, καθώς και τις αποφάσεις που λαμβάνονται από τη διαχείριση (μάνατζμεντ), οι οποίες είναι σύμφωνες με τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης

  • να απέχουν από κάθε δραστηριότητα που ζημιώνει τους στόχους του συνεταιρισμού τους. Συχνά, η συμμετοχή μελών σε περισσότερους από έναν συνεταιρισμούς του αυτού σκοπού, είναι επιβλαβής για τον (τους) συνεταιρισμό (-ούς). Όμως, αυτό δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο

  • να συμμετέχουν ενεργά στις δραστηριότητες του συνεταιρισμού. Αυτή η υποχρέωση, ωστόσο, ίσως δεν πρέπει να επιβάλλεται. (δείτε επίσης παρακάτω "Λοιπές υποχρεώσεις").

4.8.2.2 Οικονομικές υποχρεώσεις


Η απόκτηση της ιδιότητας μέλους σε έναν συνεταιρισμό συνεπάγεται τις ακόλουθες οικονομικές υποχρεώσεις:
  • κάθε μέλος οφείλει να εγγραφεί και να πληρώσει για τον ελάχιστο αριθμό μερίδων που καθορίζεται στο καταστατικό/ κανονισμό
  • κάθε μέλος είναι οικονομικά υπεύθυνο για τα χρέη του συνεταιρισμού. Η ελάχιστη ευθύνη είναι το ποσό των μερίδων που κατέβαλε κατά την ένταξή του. Αν δεν καθορίζεται από το νόμο, το είδος της περαιτέρω οικονομικής ευθύνης των μελών πρέπει να αντιμετωπίζεται από το καταστατικό/ κανονισμό, προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα των τρίτων μερών

  • κάθε μέλος μπορεί να οφείλει να αγοράσει πρόσθετες μερίδες

  • προκειμένου να βελτιώσουν την πιστοληπτική ικανότητα των συνεταιρισμών και προκειμένου να υποκινήσουν τα μέλη να συμβάλουν ενεργά στην επιτυχία του συνεταιρισμού τους, ο νόμος ή το καταστατικό/κανονισμός μπορούν να επιβάλλουν την υποχρέωση στα μέλη για συμπληρωματικές εισφορές. Το ίδιο μπορεί να ισχύει και στην περίπτωση ενός συνεταιρισμού, που δεν είναι σε θέση να πληρώσει τα χρέη του (αποκαλούμενο και "ευθύνη σε περίπτωση πρόσθετης πρόσκλησης" ή "βοηθητική ευθύνη"). Μαζί με έναν τέτοιο κανόνα στο καταστατικό/ κανονισμό, αυτό μπορεί να οδηγήσει σε μια απεριόριστη οικονομική ευθύνη των μελών. Το ποσό αυτών των συμπληρωματικών εισφορών μπορεί να είναι το ίδιο για κάθε μέλος, μπορεί να είναι ανάλογο με τις συναλλαγές που πραγματοποίησε το κάθε μέλος με τον συνεταιρισμό για ένα καθορισμένο χρονικό διάστημα, που καθορίζεται με τη χρήση της ίδιας μεθόδου που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό της κατανομής των πλεονασμάτων, ή μπορεί να καθορίζεται ανάλογα με τον αριθμό των μερίδων που κατέχει το κάθε μέλος.

Λόγω του καθεστώτος των συνεταιρισμών ως νομικών προσώπων, η οικονομική ευθύνη των μελών δεσμεύει τα μέλη μόνο έναντι του συνεταιρισμού, και όχι έναντι των πιστωτών του συνεταιρισμού. Εκτείνεται και σε περίοδο μετά την αποχώρηση μέλους, για χρονικό διάστημα που καθορίζεται από το νόμο ή το καταστατικό/ κανονισμό. Κατά κανόνα, ένα μέλος πρέπει να συμβάλει για την απαλλαγή μόνο για εκείνα τα χρέη τα οποία αναγράφονται στον ισολογισμό του έτους της αποχώρησής του.

4.8.2.3 Άλλες υποχρεώσεις


Θα περίμενε κάποιος να υποχρεώνονται τα μέλη να χρησιμοποιούν, σε ορισμένο βαθμό τουλάχιστον, τις υπηρεσίες ή τις υποδομές του συνεταιρισμού τους. Αν και αυτό ευνοεί την ανάπτυξη των συνεταιρισμών βραχυπρόθεσμα, ένας τέτοιος κανόνας στην πορεία του χρόνου τείνει να ασκεί αρνητική επιρροή στην ανταγωνιστικότητα του συνεταιρισμού και μπορεί να παραβιάζει τον νόμο περί ανταγωνισμού, σε εκείνες τις περιπτώσεις όπου τα ίδια τα μέλη διαθέτουν μια επιχείρηση. Επομένως, αντί κάποιος να επιχειρηματολογεί για τις νομικές υποχρεώσεις, θα μπορούσε να θεωρήσει ότι τα μέλη έχουν την ηθική υποχρέωση να συνεργαστούν με τον συνεταιρισμό τους. Επιπλέον, εξαρτάται από τα υπεύθυνα πρόσωπα του συνεταιρισμού να προσφέρουν αρκετά ελκυστικές υπηρεσίες στα μέλη.

Εξαιρέσεις είναι δυνατές, ιδιαίτερα στην περίπτωση όπου τα μέλη αποφασίσουν να κάνουν μια σημαντική επένδυση, η επιτυχία της οποίας εξαρτάται από τα μέλη που θα χρησιμοποιήσουν τις υπηρεσίες της επένδυσης. Τότε θα μπορούσε να απαγορευθεί προσωρινά στα μέλη να αναζητούν αλλού τις σχετικές υπηρεσίες.
Προκειμένου να εγγυηθεί κάποια σταθερότητα σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, ο συνεταιρισμός μπορεί να χρειαστεί να συνάψει ατομικές συμβάσεις με κάθε ένα από τα μέλη του.

4.8.3 Δικαιώματα


4.8.3.1 Προσωπικά δικαιώματα


Κάθε μέλος έχει το δικαίωμα:

  • να ζητεί εκείνες τις υπηρεσίες που αποτελούν τον σκοπό του συνεταιρισμού

  • να ζητεί εκπαίδευση και κατάρτιση από τον συνεταιρισμό, σύμφωνα με το καταστατικό/κανονισμό ή τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης

  • να χρησιμοποιεί τις εγκαταστάσεις και τις υπηρεσίες του συνεταιρισμού

  • να συμμετέχει στη γενική συνέλευση, να κάνει προτάσεις για ψηφίσματα και να ψηφίζει

  • να εκλέγει ή να εκλέγεται σε ένα αξίωμα του συνεταιρισμού ή σε μια δομή υψηλότερου επιπέδου, της οποίας ο συνεταιρισμός του είναι μέλος

  • να λαμβάνει σε εύλογο χρόνο, από τα εκλεγμένα υπεύθυνα πρόσωπα του συνεταιρισμού, πληροφορίες για την κατάσταση του συνεταιρισμού, και

  • να ζητεί την εξέταση των βιβλίων και των εγγράφων από το εποπτικό συμβούλιο, αν υπάρχει.

  • από κοινού (ο αναγκαίος αριθμός πρέπει να καθορισθεί), τα μέλη μπορούν επίσης να συγκαλέσουν μια γενική συνέλευση ή/και να εντάσσουν ένα ζήτημα στην ημερήσια διάταξη της γενικής συνέλευσης, και

  • να ζητούν έναν (πρόσθετο) διαχειριστικό έλεγχο.

4.8.3.2 Οικονομικά δικαιώματα


Τα μέλη έχουν το δικαίωμα:

  • να λαμβάνουν ένα μερίδιο από το πλεόνασμα σε οικονομικά εύλογα διαστήματα, με την μορφή επιστροφών, το οποίο να καταβάλλεται αναλογικά προς τις συναλλαγές τους με τον συνεταιρισμό, ή/και έναν περιορισμένο τόκο για τις καταβληθείσες μερίδες

  • να ζητούν, κατά την αποχώρησή τους, να τους επιστραφούν τα ποσά των μερίδων που κατέβαλαν στην ονομαστική τους αξία. Οι ζημίες ή οι υποτιμήσεις μπορούν να αφαιρεθούν από το ποσό αυτό. Ο περιορισμός στην ονομαστική αξία υπάρχει για να αποτραπεί η αποχώρηση των μελών για κερδοσκοπικούς λόγους. Όπως αναφέρεται ανωτέρω, η επιστροφή μπορεί να αναβληθεί σε περίπτωση που θα έθετε σε κίνδυνο τη βιωσιμότητα του συνεταιρισμού. Ωστόσο, αυτή η αναβολή δεν πρέπει να υπονομεύει το δικαίωμα της αποχώρησης

  • να λάβουν, σε περίπτωση εκκαθάρισης, ένα μερίδιο από το ποσό που απομένει, εάν υπάρχει, εκτός από τα ποσά που χαρακτηρίσθηκαν ως αδιανέμητα από τον νόμο ή το καταστατικό/κανονισμό και όπως απαιτείται με την αυστηρή ερμηνεία των συνεταιριστικών αρχών (δείτε τρίτη συνεταιριστική αρχή, Οικονομική Συμμετοχή των Μελών). Σε αυτήν την περίπτωση, το υπόλοιπο των χρημάτων πρέπει να πιστωθεί σε έναν άλλο συνεταιρισμό, έναν συνεταιρισμό ανώτερης βαθμίδας της οποίας ο συνεταιρισμός ήταν μέλος, σε μια φιλανθρωπική οργάνωση ή σε ένα οργανισμό δημοσίου συμφέροντος.

4.9 Διατάξεις σχετικά με τους υπαλλήλους-μέλη


Η σχέση εργοδότη/ μισθωτού σε συνεταιρισμούς είναι ένα περίπλοκο θέμα, όταν οι εργαζόμενοι είναι μέλη του συνεταιρισμού και, κατά συνέπεια, εργοδότες του εαυτού τους. Τα μέλη αυτά μπορεί να έχουν αντικρουόμενα συμφέροντα, όσον αφορά τη ιδιότητα του μέλους αφενός, και τις συνθήκες εργασίας (ώρες εργασίας, μισθός, συνδικαλιστικά δικαιώματα, κλπ.), αφετέρου. Το πρόβλημα ποικίλλει ανάλογα με τα διάφορα είδη συνεταιρισμών.11

  • στους συνεταιρισμούς υπηρεσιών, είναι σπάνιο τα μέλη να είναι υπάλληλοι του συνεταιρισμού τους

  • στους συνεταιρισμούς καταναλωτών, οι υπάλληλοι είναι συχνά μέλη του συνεταιρισμού τους. Ωστόσο, ο σκοπός του συνεταιρισμού δεν ταυτίζεται με αυτόν μιας σύμβασης εργασίας. Για να αποτραπεί να κυριαρχήσουν τα συμφέροντα των υπαλλήλων-μελών, τα δικαιώματα ψήφου αυτών των μελών πρέπει να περιορίζονται στις περιπτώσεις που συνδέονται με τους όρους εργασίας, ή η γενική συνέλευση θα πρέπει να αναθέτει την αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων για αυτά τα θέματα στο διοικητικό συμβούλιο. Η εκλογή των μελών αυτών σε θέσεις ευθύνης, ίσως θα πρέπει να ρυθμίζεται αναλόγως. Σε γενικές γραμμές, ο κίνδυνος σύγκρουσης είναι χαμηλός όσο τα μέλη-εργαζόμενοι θα αποφεύγουν να καταπατούν τα συμφέροντα του εργοδότη, δεδομένου ότι οι ίδιοι είναι εργοδότες του εαυτού τους. Όμως, αυτό μπορεί μόνο να συμβεί όταν η ιδιότητα μέλους του καταναλωτικού συνεταιρισμού δεν είναι απλώς τυπική.

  • στους συνεταιρισμούς εργαζομένων η σύγκρουση είναι προφανής. Εδώ, η συμφωνία για την εργασία «συνεταιριστικοποιείται». Είναι ταυτόσημη με τον σκοπό του συνεταιρισμού.

Οι διάφορες πτυχές της εργατικής νομοθεσίας μπορεί να χρειάζονται διαφορετική μεταχείριση. Όταν οι κανόνες κοινωνικής προστασίας, χώρου εργασίας και ασφάλειας προϊόντων θα πρέπει να τηρούνται για όλες τις περιπτώσεις, οι κανόνες της εργατικής νομοθεσίας, υπό στη στενή έννοια του όρου, μπορεί να απαιτούν προσαρμογή ή να μην εφαρμόζονται καθόλου σε αυτές τις σχέσεις, επειδή τα μέλη ελεύθερα συμφώνησαν να οργανώσουν την εργασία τους σύμφωνα με τις συνεταιριστικές αρχές, αντί να αναζητήσουν να δημιουργήσουν μια σχέση εξαρτημένης εργασίας. Μερικές νομοθεσίες θεωρούν, ωστόσο, τον συνεταιρισμό – ένα χωριστό νομικό πρόσωπο - ως εργοδότη και τα φυσικά πρόσωπα μέλη ως εργαζόμενους, των οποίων η σχέση εργασίας διέπεται από σύμβαση εργασίας επιπρόσθετη της σχέσης μέλους, που καθορίζεται από το καταστατικό/κανονισμό και την οποία αποδέχονται κατά την εγγραφή τους.12

5. ΟΡΓΑΝΑ ΚΑΙ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ


5.1 Αρχές


Η λειτουργία των συνεταιρισμών, αντίθετα με αυτήν των κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων, εξαρτάται από την συμμετοχή των μελών, τα οποία πρέπει να είναι σε θέση να ασκήσουν μια αποτελεσματική επιρροή στις υποθέσεις του συνεταιρισμού. Ωστόσο, ως νομικό πρόσωπο που λειτουργεί ως επιχείρηση, ο συνεταιρισμός θα πρέπει να είναι σε θέση να ενεργεί, σε ορισμένο βαθμό, ανεξάρτητα. Ο νόμος πρέπει επομένως να προβλέπει την αρχή της δημοκρατίας και την αρχή της οικονομικής αποτελεσματικότητας να εφαρμόζονται ταυτόχρονα, δηλαδή πρέπει να φροντίσει και για τα δύο συστατικά που ορίζουν τους συνεταιρισμούς, του συστατικού «δίκην σωματείου» και του συστατικού της επιχείρησης. Η εσωτερική οργάνωση, η κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφορετικών οργάνων, πρέπει να αντικατοπτρίζουν αυτή τη διπλή φύση. Σε γενικές γραμμές τα θέματα που αφορούν τον σωματειακό χαρακτήρα του συνεταιρισμού, για παράδειγμα οι εκλογές στα όργανα, όπως όλες οι σημαντικές αποφάσεις, πρέπει να αντανακλούν τη βούληση όλων των μελών, ανεξάρτητα από τη χρηματική συνεισφορά τους. Αυτά θα αντιμετωπίζονται από τη γενική συνέλευση. Τα θέματα που αφορούν τον συνεταιρισμό ως επιχείρηση, θα πρέπει να αντιμετωπίζονται από ένα διοικητικό συμβούλιο. Η καθημερινή λειτουργία της επιχείρησης θα πρέπει να ανατίθεται από το διοικητικό συμβούλιο σε έναν (επαγγελματία) διαχειριστή (μάνατζερ), ο οποίος θα εργάζεται υπό την εποπτεία του διοικητικού συμβουλίου. Αυτή η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων χρειάζεται για να αποφεύγεται η αναποτελεσματικότητα, που προκύπτει όταν ένα μη ενημερωμένο σώμα μελών διατηρεί υπερβολικά πολλές από τις αρμοδιότητες διαχείρισης και για να προλαμβάνεται η απώλεια της συνεταιριστικής ταυτότητας, όταν τα μέλη χάνουν τον αποτελεσματικό έλεγχό τους, επειδή ο διαχειριστής χρησιμοποιεί τις δυνατότητες ενημέρωσης που διαθέτει χωρίς τη σωστή διαβούλευση με τα μέλη.

Αυτές οι θεωρητικές σκέψεις πρέπει να επιβεβαιώνονται στην πραγματικότητα, όταν για διάφορους λόγους η πραγματική εξουσία όλο και περισσότερο μετατοπίζεται από τη γενική συνέλευση στο εποπτικό συμβούλιο, εάν υπάρχει (δείτε παρακάτω), και από εκεί στο διοικητικό συμβούλιο και περαιτέρω στον διαχειριστή (μάνατζερ). Η κατανομή των αρμοδιοτήτων, που μπορεί να απαιτούν οι σύγχρονοι συνεταιρισμοί, πρέπει να εξισορροπείται με αποτελεσματικό έλεγχο καθ’ όλη αυτή τη μετατόπιση αρμοδιοτήτων. Αυτό προϋποθέτει, τουλάχιστον, επαγγελματισμό σε όλα τα επίπεδα, αρχίζοντας από τα μέλη, και αποτελεσματικούς μηχανισμούς εσωτερικού και εξωτερικού ελέγχου (audit).

Σε κάποιες κοινωνίες η θέση και ο ρόλος των ηλικιωμένων πρέπει να λαμβάνεται υπόψη σε αυτή την αναζήτηση αποτελεσματικής κατανομής αρμοδιοτήτων.

  • Ένας σαφής καταμερισμός αρμοδιοτήτων επιτρέπει, επίσης, να καθοριστεί ευκολότερα η αστική και η ποινική ευθύνη των υπευθύνων για την λειτουργία του συνεταιρισμού.

  • Με βάση αυτές τις σκέψεις, οι αρμοδιότητες θα πρέπει να κατανεμηθούν μεταξύ τουλάχιστον:

  • μιας γενικής συνέλευσης και

  • ενός διοικητικού συμβούλιου, το οποίο μερικές φορές ονομάζεται επίσης "διαχειριστική επιτροπή ".

Αν και από τους συνεταιρισμούς δεν απαιτείται να διαθέτουν μια μονάδα ελέγχου, συνιστάται τουλάχιστον να προβλέπεται η δυνατότητα ορισμού της και να αφήνεται η απόφαση στη γενική συνέλευση. Οι συνεταιρισμοί που έχουν ένα τέτοιο ανεξάρτητο όργανο, ένα «εποπτικό συμβούλιο», ή «εποπτική επιτροπή», ή «συμβούλιο ελέγχου» που ενεργεί εξ ονόματος των μελών ως μια μικρή γενική συνέλευση, φαίνεται ότι λειτουργούν καλύτερα από εκείνους που δεν διαθέτουν, επειδή τα μέλη συχνά στερούνται τα απαραίτητα προσόντα για να ασκήσουν έναν αποτελεσματικό και συνεχή έλεγχο στο διοικητικό συμβούλιο και στο διαχειριστή (μάνατζερ), αν υπάρχει. 13
Αυτό το διπλό σύστημα δεν αντικαθιστά τους μηχανισμούς εσωτερικού ελέγχου του διοικητικού συμβουλίου, όπως είναι οι εσωτερικοί ελεγκτές, ούτε αντικαθιστά τον υποχρεωτικό εξωτερικό διαχειριστικό έλεγχο του συνεταιρισμού.
Όσον αφορά την προαιρετική θέση του διαχειριστή (μάνατζερ), δεν αποτελεί ένα όργανο του συνεταιρισμού, διότι οι αρμοδιότητές του είναι αρμοδιότητες που έχουν μεταβιβαστεί σε αυτόν από το διοικητικό συμβούλιο.

5.2 Γενική Συνέλευση


5.2.1 Σύνθεση


Η τακτική και η έκτακτη γενική συνέλευση, η οποία αποτελείται αποκλειστικά από τα μέλη του συνεταιρισμού, είναι το ανώτερο όργανο/σώμα λήψης αποφάσεων του συνεταιρισμού. Τρίτα μέρη, ειδικά επενδυτές, μπορεί ενδεχομένως να λαβαίνουν μέρος στις γενικές συνελεύσεις, αλλά δεν θα πρέπει να έχουν δικαίωμα ψήφου.

Η τακτική γενική συνέλευση πρέπει να συγκαλείται τουλάχιστον μία φορά το χρόνο. Μια έκτακτη γενική συνέλευση μπορεί να πραγματοποιηθεί κατόπιν αιτήματος των προσώπων που έχουν το δικαίωμα να το πράξουν, σύμφωνα με το νόμο ή το καταστατικό/ κανονισμό.

Εάν το μέγεθος ενός συνεταιρισμού, όσον αφορά την εδαφική κάλυψη ή τον αριθμό των μελών, είναι τέτοιο που η απαιτούμενη απαρτία είναι δύσκολο να επιτευχθεί ή οι εργασίες της γενικής συνέλευσης καταστούν υπερβολικά δυσκίνητες, ή όπου τα διαφορετικά ενδιαφέροντα των συνεταιρισμών πολλαπλών σκοπών το απαιτούν, μπορούν να σχηματιστούν περιφερειακές συνελεύσεις ή/και συνελεύσεις τμημάτων. Αυτές οι αποκεντρωμένες συνελεύσεις εκλέγουν τους αντιπροσώπους τους σε μια συνέλευση των εκπροσώπων, που αντικαθιστά τη γενική συνέλευση. Η ημερήσια διάταξη αυτών των συνεδριάσεων καθώς επίσης και ο τρόπος εργασιών και ψηφοφορίας, θα αποφασιστούν σε κεντρικό επίπεδο, ώστε να διασφαλιστούν τα ίδια πρότυπα σε όλον τον συνεταιρισμό. Προκειμένου να ενισχυθεί η επικοινωνία μεταξύ των διαφόρων μερών, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου, αν υπάρχει, θα πρέπει να συμμετέχουν στις συνεδριάσεις αυτών των αποκεντρωμένων συνελεύσεων.

Αυτοί οι βασικοί κανόνες για τη γενική συνέλευση ταιριάζουν με την πραγματικότητα των περισσότερων συνεταιρισμών. Σε γενικές γραμμές, οι συνεταιρισμοί έχουν τις ρίζες τους σε τοπικό επίπεδο, υπό τη φυσική έννοια του όρου. Ενώ αυτό είναι μια ασφαλιστική δικλείδα εναντίον γρήγορης μετατόπισης των δραστηριοτήτων τους στην αναζήτηση συγκριτικών επιχειρηματικών πλεονεκτημάτων, δεν πρέπει να αποκλείεται οι συνεταιρισμοί να λειτουργούν χωρίς ένα φυσικό κέντρο, έχοντας μέλη γεωγραφικά διεσπαρμένα, με τέτοιο τρόπο που να καθίσταται δύσκολη ή αδύνατη η πραγματοποίηση της γενικής συνέλευσης. Οι σύγχρονοι τρόποι παραγωγής και επικοινωνίας, δεν απαιτούν μια σταθερή μονάδα φυσικής παραγωγής ούτε διοικητικό κέντρο, ή τη φυσική παρουσία των μελών προκειμένου να πραγματοποιηθεί μια γενική συνέλευση. Όπου αυτό απαιτείται, τα μέλη μπορούν να το αποφασίσουν στο καταστατικό/κανονισμό τους. Διαφορετικά, θα πρέπει να είναι ελεύθερα να συζητούν και να ψηφίζουν, χρησιμοποιώντας οποιαδήποτε τεχνική συσκευή, εάν μπορούν να αποκλείουν καταχρηστική χρησιμοποίηση των δικαιωμάτων τους. Αυτό που έχει σημασία είναι ο δημοκρατικός έλεγχος από τα μέλη, όχι η φυσική παρουσία τους στις συνεδριάσεις, αν και αυτό (δηλ. η φυσική παρουσία) μπορεί να βοηθήσει στο να δημιουργηθεί και να αναπαραχθεί η απαραίτητη αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών.

5.2.2 Αρμοδιότητες


Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο διπλός χαρακτήρας των συνεταιρισμών, ως σωματειακών οργανώσεων και ως επιχειρήσεων, είναι ενδεικτικός του τρόπου με τον οποίο οι αρμοδιότητες πρέπει να κατανέμονται μεταξύ της γενικής συνέλευσης και του διοικητικού συμβουλίου. Σύμφωνα με τον ορισμό των συνεταιρισμών, τα μέλη χρησιμοποιούν την συνεταιριστική επιχείρηση για να επιτύχουν συγκεκριμένους οικονομικούς, κοινωνικούς ή πολιτιστικούς στόχους. Το διοικητικό συμβούλιο/ διαχειριστής πρέπει να διαθέτουν την αναγκαία ελευθερία, η οποία είναι απαραίτητη για την αποτελεσματική διαχείριση, ενώ όλες οι αποφάσεις σχετικά με τον συνεταιρισμό ως σωματειακή οργάνωση θα πρέπει να λαμβάνονται από τη γενική συνέλευση.
Ξεκινώντας από αυτήν τη βασική διάκριση, μπορεί κανείς να καταρτίσει έναν κατάλογο των αποκλειστικών αρμοδιοτήτων της γενικής συνέλευσης. Αυτές οι αρμοδιότητες δεν μπορούν να μεταφερθούν σε άλλο σώμα ή πρόσωπο, ούτε ακόμη και με ομόφωνη απόφαση όλων των μελών, δεδομένου ότι αποτελούν μέρος της συνεταιριστικής ιδιαιτερότητας, η οποία, με τη σειρά της, αποτελεί μέρος της νομικής σαφήνειας και ασφάλειας.
Μεταξύ αυτών των αρμοδιοτήτων, η πιο σημαντική είναι το δικαίωμα και η υποχρέωση έγκρισης και τροποποίησης του καταστατικού/ κανονισμού, εντός των ορίων του νόμου και των παγκοσμίως αναγνωρισμένων συνεταιριστικών αξιών και αρχών. Αυτός είναι ο λόγος που το καταστατικό/κανονισμός αναλύονται περισσότερο στις ακόλουθες παραγράφους.

5.2.2.1 Καταστατικό / Κανονισμός


5.2.2.1.1 Αρχές


Η γενική συνέλευση, ή η συστατική πρώτη συνεδρίαση των ιδρυτικών μελών, καθορίζει στο καταστατικό / κανονισμό θέματα τα οποία δεν χειρίζεται ο νόμος, για τα οποία ο νομοθέτης αφήνει την δυνατότητα επιλογής μεταξύ διάφορων εναλλακτικών λύσεων, καλεί (ο νομοθέτης) το καταστατικό / κανονισμό) να εξειδικεύσει νομικές διατάξεις ή, όποτε τα μέλη αποφασίσουν, να αναδιατυπώσουν ορισμένα άρθρα του νόμου, προκειμένου αυτά να καταστούν ευκολότερα στην κατανόηση ή/και πιο λειτουργικά.

Αυτά που έχουν ειπωθεί σχετικά με τα υποδείγματα νόμων, ισχύουν εξίσου και για τα καταστατικά/κανονισμούς. Αν και η υιοθέτηση υποδειγμάτων καταστατικών/ κανονισμών, αναγνωρισμένων από τις Αρχές, καθιστά την καταχώρηση ευκολότερη, λόγω της υποτιθέμενης συμμόρφωσής τους με το νόμο, η υιοθέτησή τους (των υποδειγμάτων) δεν θα πρέπει να είναι υποχρεωτική. Μια περαιτέρω θεώρηση, είναι ότι η επεξεργασία του καταστατικού/ κανονισμού από τα (υποψήφια) μέλη είναι μια μοναδική ευκαιρία μάθησης/εκπαίδευσης. Η εμπειρία δείχνει ότι η ευκαιρία να συζητηθούν οι συνεταιριστικές αξίες και αρχές μεταξύ των μελών, παρουσιάζεται μόνο κατά την ίδρυση ενός συνεταιρισμού και όσο περισσότερος χρόνος αφιερώνεται στη συζήτηση στην αρχή τόσο λιγότερο πιθανό είναι να προκύψουν συγκρούσεις για την ερμηνεία του καταστατικού/κανονισμού κατά τη φάση λειτουργίας του συνεταιρισμού.

5.2.2.1.2 Περιεχόμενο του καταστατικού/ κανονισμού


5.2.2.1.2.1 Ελάχιστο υποχρεωτικό περιεχόμενο του καταστατικού/ κανονισμού


Το καταστατικό/ κανονισμός πρέπει να αναφέρεται στα ακόλουθα θέματα:

  • στο όνομα και την εμπορική επωνυμία του συνεταιρισμού, που μπορούν να επιλεγούν ελεύθερα, με τρόπο ώστε να μην υπάρχει καμία πιθανότητα σύγχυσης με το όνομα ενός άλλου νομικού προσώπου ήδη καταχωρημένου, και εφόσον δεν αφήνει στο κοινό αμφιβολίες για την περιορισμένη οικονομική ευθύνη του συνεταιρισμού και τον τύπο οικονομικής ευθύνης των μελών

  • στην έδρα του κεντρικού γραφείου, εφόσον υπάρχει, την ταχυδρομική διεύθυνσή της και, ενδεχομένως, τις προϋποθέσεις για την μεταφορά της σε άλλο μέρος

  • στον καθορισμό των σκοπών του συνεταιρισμού, συμπεριλαμβανομένης της ένδειξης εάν ο συνεταιρισμός είναι απλού σκοπού ή πολλαπλού σκοπού

  • στους όρους και τις διαδικασίες για την εισδοχή, την παραίτηση/αποχώρηση, τη διαγραφή και την αναστολή της ιδιότητας μέλους. Αυτά τα κριτήρια πρέπει να απεικονίζουν τον ιδιαίτερο χαρακτήρα του εν λόγω συνεταιρισμού, όπως επίσης εάν αποτελεί έναν πρωτοβάθμιο, δευτεροβάθμιο ή έναν ανώτερου επιπέδου συνεταιρισμό

  • στην αξία, τον ελάχιστο και τον μέγιστο αριθμό των μερίδων που χρειάζονται για την εγγραφή κάθε μέλους. Πρέπει να εξασφαλιστεί ότι τα οικονομικά μέσα των λιγότερο εύπορων μελών αποτελούν την βάση για την απόφαση του ύψους της μερίδας και ότι η αξία της μερίδας είναι αρκετά υψηλή για να υποστηρίξει τους προβλεπόμενους στόχους του συνεταιρισμού και να παρακινεί το ενδιαφέρον των μελών να ασκούν τα δικαιώματα ελέγχου. Αυτό το τελευταίο σημείο θα πρέπει να προσεχθεί ιδιαίτερα σε χώρες, οι οποίες επιτρέπουν στους συνεταιρισμούς να συσταθούν χωρίς κεφάλαιο μερίδων

  • στη διαδικασία και τους όρους για την εγγραφή και την πληρωμή των μερίδων. Οι μερίδες μπορούν να καταβάλλονται σε μετρητά ή με την παραχώρηση στον συνεταιρισμό ενός μέρους του πλεονάσματος που δικαιούται το μέλος, σε είδος (με τη μεταφορά τίτλου ιδιοκτησίας, αν υπάρχει), σε εργασία ή σε προσφορά υπηρεσίας

  • στον τύπο οικονομικής ευθύνης των μελών για τα χρέη του συνεταιρισμού

  • στη διαχείριση του συνεταιριστικού μητρώου και των εγγράφων που τηρούνται

  • στις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για την σύγκληση και διεξαγωγή γενικών συνελεύσεων (μορφή ειδοποίησης, καθορισμό και κοινοποίηση της ημερήσιας διάταξης, εκλογή του προέδρου της συνέλευσης, κατά προτίμηση όχι ένα μη-μέλος του διοικητικού συμβουλίου, απαρτία και ψηφοφορία, κ.λπ.)

  • στο περιορισμένο μέγεθος του διοικητικού συμβουλίου, τα κριτήρια επιλεξιμότητας για τα διάφορα αξιώματα, τη διάρκεια της θητείας, την αποζημίωση για τις δαπάνες των μελών του διοικητικού συμβουλίου και τις δαπάνες του διαχειριστή, αν υπάρχει, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των αξιωματούχων, τον τρόπο λήψης αποφάσεων

  • στις προϋποθέσεις και τις διαδικασίες για την σύγκληση του διοικητικού συμβουλίου και του εποπτικού συμβουλίου, εφόσον υπάρχει, (απαρτία, ψηφοφορία κ.λπ.)

  • στη χρηματοδότηση: σχηματισμός κεφαλαίου, σύσταση τακτικού αποθεματικού και ταμείων

  • στη διανομή του πλεονάσματος και την κάλυψη ζημιών

  • στην επιστροφή του κεφαλαίου σε περίπτωση αποχώρησης ή διαγραφής, ή εκκαθάρισης του συνεταιρισμού

  • στον καθορισμό του οικονομικού έτους

  • στον έλεγχο (ειδικό χρηματοοικονομικό για συνεταιρισμούς, διαχειριστικό, κοινωνικό έλεγχο και συμβουλές, και ίσως επίσης κοινωνιακό έλεγχο), και τα προσόντα των ελεγκτών

  • στους όρους και τις διαδικασίες για την εθελοντική διάλυση

  • στις διαδικασίες επίλυσης των διαφορών

  • στην εξειδίκευση οποιουδήποτε άλλου νομικού θέματος, και

  • στη διαδικασία για την τροποποίηση του καταστατικού/κανονισμού.

5.2.2.1.2.2 Πρόσθετο, μη-υποχρεωτικό περιεχόμενο του καταστατικού/κανονισμού


Χωρίς να είναι υποχρεωτικό, τα καταστατικά/κανονισμοί μπορούν επίσης να περιλαμβάνουν κανόνες σχετικά με:
  • τη διάρκεια του συνεταιρισμού

  • τη γεωγραφική περιφέρεια όπου δραστηριοποιείται

  • την συμμετοχή του συνεταιρισμού σε μια ή περισσότερες δευτεροβάθμιες ή ανωτέρου βαθμού συνεταιριστικές οργανώσεις

  • τον ορισμό εποπτικού συμβουλίου

  • ενδεχομένως τη φύση και τον όγκο των συναλλαγών με χρήστες μη-μέλη. Πρέπει να υπάρχει ισορροπία μεταξύ της αποτελεσματικότητας και της αυτονομίας του συνεταιρισμού. Αυτό μπορεί να μεταφραστεί σε καθορισμό ενός ορίου (ποσοστό του συνολικού κύκλου εργασιών που οι συναλλαγές με χρήστες μη-μέλη δεν πρέπει να υπερβεί). Αυτές οι συναλλαγές πρέπει να διατηρούνται σε χωριστούς λογαριασμούς του συνεταιρισμού

  • την αποζημίωση των αξιωματούχων. Ενώ είναι αλήθεια ότι σύμφωνα με τις συνεταιριστικές αρχές οι αξιωματούχοι δεν πρέπει να αποζημιώνονται, είναι επίσης αλήθεια ότι έτσι τα οικονομικά αδύναμα μέλη ενδέχεται να μην μπορούν να αντιμετωπίζουν οικονομικά την ανάληψη αξιώματος. Η αποζημίωση δεν θα πρέπει να ορίζεται σε συνάρτηση με τον κύκλο εργασιών ή το κέρδος / πλεόνασμα του συνεταιρισμού

  • τον αριθμό πρόσθετων ή συμπληρωματικών μερίδων ανά μέλος και τους όρους εγγραφής και πληρωμής τους

  • την αποδοχή επενδύσεων μη μελών και τα δικαιώματα που σχετίζονται με αυτές

  • τον σχηματισμό περιφερειακών ή/και τομεακών συνελεύσεων, την λήψη αποφάσεων, την ψηφοφορία και τον αριθμό αντιπροσώπων που θα εκπροσωπούν τις περιφερειακές ή τομεακές συνελεύσεις σε κεντρικό επίπεδο

  • την ψηφοφορία δι’ αντιπροσώπου

  • την καθιέρωση ταμείου για την εκπαίδευση, και άλλων κοινών ταμείων

  • την συγκρότηση επιτροπών, τα καθήκοντά τους, την θητεία τους, τα προσόντα των μελών τους και

  • οποιοδήποτε άλλο θέμα το οποίο εμπίπτει στην αυτονομία των συνεταιρισμών.

5.2.2.2 Άλλες αρμοδιότητες


Εκτός από την κατάρτιση και την τροποποίηση του καταστατικού/κανονισμού, η γενική συνέλευση έχει την αρμοδιότητα να αποφασίζει για τα ακόλουθα θέματα:
  • την τήρηση των πρακτικών των συνεδριάσεών της

  • την κατανομή των αρμοδιοτήτων μεταξύ των διαφορετικών οργάνων, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες αρχές, και την υιοθέτηση για κάθε ένα από αυτά εσωτερικών κανονισμών

  • την εκλογή και απόλυση των μελών του εποπτικού συμβουλίου (εάν υπάρχει) και του διοικητικού συμβουλίου, εκτός αν το τελευταίο τοποθετείται από το εποπτικό συμβούλιο. Όσο περισσότερες αρμοδιότητες έχει το συμβούλιο/ διαχειριστής, τόσο πιο εύκολη θα πρέπει να είναι η απομάκρυνσή του από το αξίωμα

  • τη διανομή πλεονάσματος και την κάλυψη ζημιών

  • την συγχώνευση, κατάτμηση, μετατροπή του συνεταιρισμού σε μια άλλη νομική οντότητα ή διάλυση του συνεταιρισμού

  • τις αποφάσεις σχετικά με τον πιθανό περιορισμό των δανείων, των καταθέσεων ή των επενδύσεων

  • τον διορισμό ελεγκτών, τη διάρκεια της εντολής τους και την αποζημίωσή τους

  • την εξέταση της έκθεσης του ελεγκτή καθώς επίσης και της ετήσιας έκθεσης (συμπεριλαμβανομένου του ετήσιου σχεδίου δράσης)

  • τη χορήγηση ή την άρνηση απαλλαγής από την ευθύνη των μελών του συμβουλίου

  • την έγκριση του ετήσιου προϋπολογισμού

  • την τελική απόφαση για την αποδοχή, διαγραφή ή αναστολή της ιδιότητας μέλους

  • την εκπαίδευση και κατάρτιση των μελών και των υπαλλήλων

  • την παράταση της διάρκειας του συνεταιρισμού

  • την απόφαση σχετικά με το εάν το διοικητικό συμβούλιο χρειάζεται να διορίσει έναν επαγγελματία διαχειριστή (μάνατζερ), μέλος ή μη μέλος του συνεταιρισμού, και

  • την πιθανή συγκρότηση επιτροπών με ειδικά καθήκοντα, και τη διάρκεια της εντολής τους.

5.2.3 Λήψη αποφάσεων


5.2.3.1 Απαρτία


Ο τρόπος λήψης αποφάσεων πρέπει να σέβεται τις αρχές της δημοκρατίας και της οικονομικής αποτελεσματικότητας. Ο καθορισμός της απαρτίας, δηλ. ο ελάχιστος αριθμός των μελών, τα οποία πρέπει να είναι παρόντα ή να εκπροσωπούνται στη γενική συνέλευση για να είναι έγκυρη, να συνεδριάζει και να ψηφίζει, αποτελεί έναν συμβιβασμό μεταξύ αυτών των δύο αρχών.
Αυτή η απαρτία, η οποία εκφράζεται συνήθως είτε ως ποσοστό του αριθμού των μελών κατά τον χρόνο σύγκλησης της γενικής συνέλευσης είτε με έναν απόλυτο αριθμό, είτε με συνδυασμό των δύο, μπορεί να διαφέρει, ανάλογα με το θέμα στην ημερήσια διάταξη της γενικής συνέλευσης.
Πρέπει να προβλεφθεί η περίπτωση όπου η γενική συνέλευση αποτυγχάνει επανειλημμένα να συμπληρώσει την απαραίτητη απαρτία. Κατά κανόνα, μια δεύτερη συνεδρίαση, που συγκαλείται σε σύντομο χρονικό διάστημα και με την ίδια ημερήσια διάταξη, μπορεί να αποφασίζει ανεξάρτητα από τον αριθμό παρόντων ή εκπροσωπούμενων μελών.

5.2.3.2 Ψηφοφορία


Ο βασικός κανόνας για τους πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς είναι το "ένα μέλος/μία ψήφος". Αυτό ισχύει επίσης και για τα μέλη τα οποία είναι νομικά πρόσωπα.

Κατ’ εξαίρεση (ένας περιορισμένος αριθμός), δικαιώματα πολλαπλής ψήφου μπορούν να χορηγηθούν μέσω του καταστατικού/ κανονισμού. Ο όγκος των συναλλαγών με τον συνεταιρισμό ή άλλα κριτήρια μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατά τη χορήγηση των δικαιωμάτων αυτών. Σε καμία περίπτωση, ωστόσο, δεν μπορεί να χορηγηθούν δικαιώματα πολλαπλής ψήφου βάσει του κεφαλαίου που εισφέρεται από ένα μέλος. Τα δικαιώματα πολλαπλής ψήφου δεν μπορούν να ασκηθούν κατά την λήψη αποφάσεων για «σημαντικά θέματα», όπως ορίζεται από το νόμο. Τέτοια «σημαντικά θέματα» θα είναι, κατά πάσα πιθανότητα, αυτά που σχετίζονται με τον σωματειακό χαρακτήρα των συνεταιρισμών. Δικαιώματα πολλαπλής ψήφου θα πρέπει μάλλον να χορηγούνται σε θέματα που αφορούν τις δραστηριότητες της συνεταιριστικής επιχείρησης. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει ένα μόνο μέλος να είναι σε θέση να λαμβάνει αποφάσεις βάσει του αριθμού ψήφων που κατέχει ή εκπροσωπεί.
Στις δευτεροβάθμιες και στις ανωτέρου βαθμού συνεταιριστικές οργανώσεις, ένα σύστημα δικαιωμάτων πολλαπλής ψήφου μπορεί να εφαρμοστεί χωρίς τους προαναφερθέντες περιορισμούς, αλλά σύμφωνα με τις δημοκρατικές αρχές (δείτε δεύτερη συνεταιριστική αρχή, Δημοκρατικός Έλεγχος από τα Μέλη).
Ο νόμος πρέπει να ρυθμίσει τα κριτήρια για τη χορήγηση δικαιωμάτων ψήφου στους αντιπροσώπους, δηλ. στα μέλη που εκλέγονται από τις περιφερειακές ή τομεακές συνελεύσεις, εάν υπάρχουν, στη συνέλευση των αντιπροσώπων.
Στην περίπτωση που μη μέλη ή μέλη μη-χρήστες, κυρίως επενδυτές έχουν δικαιώματα ψήφου, αυτά θα πρέπει να ρυθμιστούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να εξασφαλιστεί ότι αυτοί δεν μπορούν να υπερτερούν των τακτικών μελών. Πρέπει, ωστόσο, να τονιστεί ότι το δικαίωμα ψήφου από τέτοια μέλη αποτελεί μια σοβαρή απόκλιση από τις συνεταιριστικές αρχές.
Για τους προαναφερθέντες λόγους, τα δικαιώματα ψήφου των υπαλλήλων μελών θα πρέπει επίσης να είναι περιορισμένα, ώστε να αποκλείονται από ψηφοφορίες για ζητήματα σχετικά με την απασχόλησή τους.
Εάν επιτρέπεται η ψηφοφορία δι’ αντιπροσώπου, ο πληρεξούσιος πρέπει να είναι μέλος του συνεταιρισμού και δεν πρέπει να αντιπροσωπεύει περισσότερα από δύο ή τρία μέλη, συμπεριλαμβανομένου και του ίδιου.

Τουλάχιστον οι σημαντικές αποφάσεις πρέπει να λαμβάνονται με ψηφοφορία δια ψηφοδελτίων, προκειμένου να περιοριστεί η επιρροή ορισμένων μελών, κυρίως του πρόεδρου της γενικής συνέλευσης. Οι εκλογές πρέπει πάντα να πραγματοποιούνται με ψηφοδέλτια.

Η ψηφοφορία δι’ αλληλογραφίας ή μέσω του διαδικτύου ή οποιουδήποτε άλλου τεχνικού μέσου, θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος για τη διευκόλυνση της συμμετοχής όσο το δυνατόν μεγαλύτερου αριθμού μελών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, όταν η φυσική παρουσία των μελών δεν είναι απαραίτητη ή είναι αδύνατη και το δικαίωμα της συμμετοχής δεν είναι περιορισμένο.

5.2.3.3 Πλειοψηφίες


Γενικά, οι αποφάσεις μπορούν να λαμβάνονται με απλή πλειοψηφία, όταν η απαιτούμενη απαρτία των μελών είναι παρούσα ή εκπροσωπείται. Αποφάσεις σχετικά με τον σωματειακό χαρακτήρα του συνεταιρισμού, είτε, π.χ. πρόκειται για μια τροποποίηση του καταστατικού/ κανονισμού ή για μια απόφαση για συγχώνευση, κατάτμηση, διάλυση, μετατροπή ή για ένταξη του συνεταιρισμού σε μια κορυφαία οργάνωση, πρέπει να λαμβάνονται με ειδική πλειοψηφία, κατά κανόνα τουλάχιστον με πλειοψηφία των δύο τρίτων.

5.3 Διοικητικό Συμβούλιο


5.3.1 Αρχές


Ως το εκτελεστικό όργανο/σώμα του συνεταιρισμού, το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να λειτουργεί σύμφωνα με συγκεκριμένους νομικούς κανόνες

5.3.2 Διατάξεις σχετικά με το διοικητικό συμβούλιο


Ο νόμος πρέπει να περιέχει κανόνες σχετικά με:

  • τα κριτήρια εκλογιμότητας, συμπεριλαμβανομένου και του θέματος κατά πόσο πρέπει ή όχι όλα τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου να είναι μέλη του συνεταιρισμού.

  • τα ασυμβίβαστα, είτε είναι οικονομικής, προσωπικής, πολιτικής ή άλλης φύσης. Για παράδειγμα, το ασυμβίβαστο μεταξύ του να ανήκεις στο εποπτικό συμβούλιο, εάν υπάρχει, και στο διοικητικό συμβούλιο του τρέχοντος ή του οικονομικού έτους το οποίο υπόκειται σε έλεγχο από το εποπτικό συμβούλιο. Επίσης, μέλη της ίδιας οικογένειας (να ορισθεί), δεν πρέπει να συμμετέχουν στο εποπτικό συμβούλιο και/ή στο διοικητικό συμβούλιο του τρέχοντος ή του οικονομικού έτους το οποίο υπόκειται σε έλεγχο από το εποπτικό συμβούλιο

  • τη διάρκεια της θητείας και τη δυνατότητα επανεκλογής

  • την απαρτία και τον τρόπο ψηφοφορίας

  • τα προσόντα των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Αυτά τα προσόντα πρέπει να είναι τεχνικά και προσωπικά. Τα μέλη του συμβουλίου μπορούν να καλύψουν το κενό ως προς τα τεχνικά προσόντα, με την πρόσληψη ενός επαγγελματία διευθυντή/μάνατζερ (μη μέλους), αλλά τίποτα δεν θα αντικαταστήσει μια έλλειψη εμπιστοσύνης των μελών στους εκπροσώπους τους. Επιπλέον, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου δεν ενεργούν μόνο προς το συμφέρον των σημερινών μελών, αλλά και προς το συμφέρον των μελλοντικών μελών, ιδιαίτερα όσον αφορά τη διαχείριση των περιουσιακών στοιχείων

  • ανεξάρτητα από το εάν ο συνεταιρισμός διαθέτει έναν επαγγελματία διευθυντή/μάνατζερ ή όχι, το διοικητικό συμβούλιο πρέπει να είναι επαγγελματικό, δηλ. τα μέλη των συμβουλίων πρέπει να έχουν εκείνα τα προσόντα που είναι απαραίτητα για τον συγκεκριμένο συνεταιρισμό.14 Μια από τις διαφορές μεταξύ των συνεταιρισμών και των κεφαλαιουχικών επιχειρήσεων είναι ότι τα αρμόδια πρόσωπα πρέπει να είναι σε θέση να διαχειριστούν τα περιουσιακά στοιχεία του συνεταιρισμού, ενώ συγχρόνως παρέχουν υπηρεσίες στα μέλη, εντός των ορίων που καθορίζονται από το καταστατικό/ κανονισμό και τις αποφάσεις της γενικής συνέλευσης

  • την ευθύνη των μελών του διοικητικού συμβουλίου. Η ευθύνη μεμονωμένου μέλους του διοικητικού συμβουλίου μπορεί να μην ισχύει εάν αυτό το μέλος του συμβουλίου διατύπωσε τη διαφωνία του, το αργότερο αμέσως όταν πληροφορήθηκε για την απόφαση. Η ευθύνη μπορεί να είναι πιο αυστηρή όταν το διοικητικό συμβούλιο ή μεμονωμένα μέλη του συμβουλίου λαμβάνουν μισθό από τον συνεταιρισμό.

Στις περιπτώσεις που μη-μέλη ή μη-χρήστες μέλη, κυρίως επενδυτές, έχουν το δικαίωμα να συμμετέχουν στο διοικητικό συμβούλιο, πρέπει να εξασφαλίζεται ότι δεν είναι ούτε σε θέση να λάβουν αποφάσεις από μόνοι τους, ούτε να αποτελούν αναστέλλουσα μειοψηφία.

5.3.3 Αρμοδιότητες


Ο κατάλογος των αρμοδιοτήτων/υποχρεώσεων του διοικητικού συμβουλίου, περιλαμβάνει εξ ορισμού, όλα τα θέματα που δεν εμπίπτουν ρητά στην αρμοδιότητα της γενικής συνέλευσης.

Περιλαμβάνει τις αρμοδιότητες/υποχρεώσεις:

  • να εκπροσωπεί τον συνεταιρισμό σε όλες τις πράξεις της αστικής ζωής, να διοικεί και να διαχειρίζεται τον συνεταιρισμό. Αυτή η αρμοδιότητα περιορίζεται από τη δικαιοπρακτική ικανότητα του συνεταιρισμού15 και τις αποφάσεις που λαμβάνονται από την γενική συνέλευση. Έτσι, η γενική συνέλευση μπορεί, για παράδειγμα, να καθορίσει ένα οικονομικό ανώτατο όριο, πέραν του οποίου το διοικητικό συμβούλιο δεν μπορεί να δεσμεύσει τον συνεταιρισμό, ή να αποφασίσει ότι ορισμένες αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου πρέπει να ληφθούν ομόφωνα. Ο νόμος ίσως πρέπει να διευκρινίζει αν τέτοιοι περιορισμοί έχουν επιπτώσεις σε τρίτους ή αν περιορίζονται στις εσωτερικές σχέσεις του συνεταιρισμού

  • να τηρεί τα μητρώα και τα βιβλία του συνεταιρισμού και τα πρακτικά των συνεδριάσεών του

  • να επιβεβαιώνει ότι οι λογαριασμοί και ο ισολογισμός καταρτίζονται σύμφωνα με τους ισχύοντες κανόνες, λαμβάνοντας πάντα υπόψη τον ειδικό χαρακτήρα των συνεταιρισμών

  • να επαληθεύει ότι ο διαχειριστικός έλεγχος διενεργείται τακτικά και εντός των οριζόμενων χρονικών προθεσμιών, πριν από την συζήτηση των συμπερασμάτων με το εποπτικό συμβούλιο, εάν υπάρχει, και/ή τη γενική συνέλευση

  • να διευκολύνει το έργο των ελεγκτών

  • να συγκαλεί τις τακτικές και έκτακτες γενικές συνελεύσεις και να προετοιμάζει την ημερήσια διάταξή τους σύμφωνα με το καταστατικό/ κανονισμό

  • να προετοιμάζει την έκθεση διαχείρισης (συμπεριλαμβανομένου ενός προγράμματος δραστηριοτήτων για το επόμενο έτος) και τον ετήσιο προϋπολογισμό

  • να αποδέχεται και να διαγράφει μέλη ή να αναστέλλει, ενδεχομένως προσωρινά, την ιδιότητα μέλους εν αναμονή της σχετικής απόφασης της γενικής συνέλευσης

  • να εντάσσει στην περίπτωση κενών θέσεων νέα μέλη, εκτός αν αυτή η αρμοδιότητα παρέχεται ρητά στη γενική συνέλευση ή στο εποπτικό συμβούλιο, αν υπάρχει

  • να διευκολύνει την άσκηση των δικαιωμάτων των μελών και να επιβεβαιώνει ότι αναλαμβάνουν τις υποχρεώσεις τους

  • να ορίζει, εάν είναι απαραίτητο, έναν διαχειριστή (μάνατζερ) ή έναν διευθυντή, μέλος ή όχι του συνεταιρισμού, και να εξασφαλίζει ότι ο διαχειριστής ή ο διευθυντής εκτελεί σωστά τα καθήκοντα τα οποία του ανατέθηκαν. Στην πράξη, αυτό το στέλεχος πρέπει να αναλάβει τις λειτουργίες διαχείρισης, οι οποίες δεν αναφέρονται ρητώς ότι θα εκτελούνται από το διοικητικό συμβούλιο και μπορεί να απασχολεί και να διευθύνει το απαραίτητο προσωπικό. Όπου η εργασία του διοικητικού συμβουλίου απαιτεί τη χρησιμοποίηση των επαγγελματικών του γνώσεων ή την τεχνογνωσία του, ο διαχειριστής μπορεί να ενσωματωθεί στο διοικητικό συμβούλιο ως μέλος, με ή χωρίς δικαίωμα ψήφου, ανάλογα με το αν ο ίδιος είναι μέλος του συνεταιρισμού ή όχι ή από το αν το καταστατικό/ κανονισμός το προβλέπει

  • να καταθέτει, εάν είναι αναγκαίο, αίτηση για την έναρξη των διαδικασιών πτώχευσης

  • να επιβεβαιώνει ότι η λειτουργία του είναι διαφανής με την θέσπιση εσωτερικών κανονισμών, εκτός αν αυτοί καταρτίζονται από τη γενική συνέλευση

  • να αναλαμβάνει εις ολόκληρον και από κοινού ευθύνη σε περιπτώσεις παραπτωμάτων και τελικά

  • να αναλαμβάνει οποιαδήποτε άλλη αρμοδιότητα ή υποχρέωση, η οποία του ανατίθεται από τη γενική συνέλευση ή που περιλαμβάνεται στο καταστατικό/ κανονισμό.

5.4 Εποπτικό συμβούλιο


5.4.1 Σύνθεση


Όπου ο νόμος προβλέπει την υποχρεωτική ή εθελοντική ίδρυση εποπτικού συμβουλίου, αυτό το εποπτικό συμβούλιο ασκεί το έργο του ελέγχου προς το συμφέρον των μελών. Συνεπώς, αποτελείται αποκλειστικά από μέλη του συνεταιρισμού. Μπορεί να περιγραφεί ως μια μικρή μόνιμη γενική συνέλευση. Η δημιουργία του μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος ενός αποτελεσματικού αυτο-ελέγχου.

5.4.2 Διατάξεις σχετικές με το εποπτικό συμβούλιο


Ακριβώς όπως και για το διοικητικό συμβούλιο, το εποπτικό συμβούλιο πρέπει να ρυθμίζεται από ορισμένες διατάξεις, ειδικότερα όσον αφορά:
  • τα κριτήρια εκλογιμότητας και την απαγόρευση να βρίσκονται συγχρόνως μέλη του στο διοικητικό συμβούλιο κατά το τρέχον ή να μετείχαν στο διοικητικό συμβούλιο ενός οικονομικού έτους που μπορεί να υπόκειται σε έλεγχο από το εποπτικό συμβούλιο. Η παρουσία πολλών μελών μιας οικογένειας (που θα ορισθεί) σε ένα ή περισσότερα όργανα πρέπει να αποφεύγεται (δείτε πιο πάνω)

  • τα προσόντα των μελών του εποπτικού συμβουλίου. Προκειμένου να είναι σε θέση να ελέγχουν αποτελεσματικά το διοικητικό συμβούλιο και τη διαχείριση (management), αν υπάρχει, τα μέλη τoυ εποπτικού συμβουλίου πρέπει να διαθέτουν τον απαραίτητο χρόνο και την κατάρτιση

  • τη διάρκεια της θητείας

  • την απαρτία και τον τρόπο ψηφοφορίας και

  • την οικονομική ευθύνη.

5.4.3 Αρμοδιότητες


Κύριο έργο του εποπτικού συμβουλίου είναι να ελέγχει τις δραστηριότητες του διοικητικού συμβουλίου, της διαχείρισης (management), αν υπάρχει, και εκείνες κάθε άλλης επιτροπής. Για να είναι σε θέση να εκτελεί αυτό το έργο, θα έχει πρόσβαση σε όλες τις πληροφορίες ανά πάσα στιγμή. Δεδομένου ότι είναι υπόλογο μόνο στη γενική συνέλευση, μπορεί να λαμβάνει εντολές μόνο από αυτό το όργανο.
Εκτός από αυτά τα γενικά δικαιώματα μπορεί να έχει και άλλα ειδικότερα. Για παράδειγμα, εάν το διοικητικό συμβούλιο δεν συγκαλέσει κατάλληλα μια γενική συνέλευση, το εποπτικό συμβούλιο θα μπορούσε να το πράξει και να εκλέξει τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου σε περιπτώσεις που δεν εκλέγονται από τη γενική συνέλευση ή στην περίπτωση ενός κενού, εφόσον είναι αδύνατο για την γενική συνέλευση να πάρει μια γρήγορη απόφαση, υπό την επιφύλαξη της επιβεβαίωσης από την γενική συνέλευση.


6. ΣΧΗΜΑΤΙΣΜΟΣ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑΝΟΜΗ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΩΝ ΣΤΟΙΧΕΙΩΝ


6.1 Οικονομικοί πόροι16

6.1.1 Αρχές


Η αυτονομία των συνεταιρισμών δεν θα γίνει πραγματικότητα αν δεν διαθέτουν την απαραίτητη οικονομική ανεξαρτησία και, ειδικότερα, τη χρηματοδοτική ανεξαρτησία.

Ο αυξανόμενος ανταγωνισμός θέτει τους συνεταιρισμούς σε μια δύσκολη κατάσταση σε πολλές χώρες. Οι σημερινές οικονομίες είναι παγκόσμιες, παρέχοντας ανταγωνιστικό πλεονέκτημα σε εκείνους που έχουν εύκολη πρόσβαση σε κεφάλαια με τα οποία να συμμετάσχουν στην κορυφαία παραγωγή, που είναι η παραγωγή γνώσης, και / ή απόκτηση γνώσης ως μέσο παραγωγής. Αλλά ακόμη και σε τομείς χαμηλής εντάσεως κεφαλαίου, οι συνεταιρισμοί δυσκολεύονται να εξασφαλίσουν την αναγκαία χρηματοδότηση για τις δραστηριότητές τους. Το κεφάλαιο ποικίλλει ανάλογα με τον αριθμό των μελών. Κατά κανόνα, τα μέλη των συνεταιρισμών έχουν περιορισμένους χρηματικούς ή άλλους πόρους. Δεδομένου ότι οι πρόσθετες εισφορές δεν αυξάνουν τη δύναμη ψήφου του μέλους, και δεδομένου ότι η απόδοση τόκου είναι περιορισμένη, τα μέλη γενικά δεν είναι διατεθειμένα να επενδύουν πέραν της υποχρεωτικής τους μερίδας και ακόμη λιγότερο είναι διατεθειμένα τα μη μέλη να το πράξουν.

Οι δυσκολίες στην άντληση ενός επαρκούς κεφαλαίου, θεωρείται από πολλούς ως το κύριο μειονέκτημα των συνεταιρισμών. Εάν οι κυβερνήσεις θέλουν να αποφεύγουν να περιορίζονται οι συνεταιρισμοί σε χαμηλή παραγωγικότητα, και να είναι εύκολοι μιμητές δραστηριοτήτων, οφείλουν να αναγνωρίσουν ότι η έμφυτη αδύναμη κεφαλαιακή βάση των συνεταιρισμών πρέπει να ανέλθει σε ένα επίπεδο, ώστε να αντέχουν στους δυνατούς ανέμους του εθνικού, περιφερειακού, διεθνούς, και βεβαίως παγκόσμιου ανταγωνισμού. Ειδικά στις βιομηχανικές χώρες, οι νομοθέτες έχουν συνεπώς ανοίξει το δρόμο για τον σχηματισμό κεφαλαίου με παρόμοιο τρόπο με αυτόν των κεφαλαιουχικών εταιριών, θέτοντας όμως την συνεταιριστική ταυτότητα σε κίνδυνο.17 Αν και είναι σημαντικό να γίνει καλύτερη χρήση των συγκριτικών / ανταγωνιστικών πλεονεκτημάτων των συνεταιρισμών και να βρουν νέα και συμβατά συνεταιριστικά χρηματοδοτικά εργαλεία, προκειμένου να επιτραπεί στους συνεταιρισμούς να συμμετέχουν σε ανταγωνιστικές αγορές, είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι, εξ ορισμού, οι δυνατότητες χρηματοδότησης των συνεταιρισμών δεν μπορεί να ταιριάζουν με εκείνες των εταιρειών που έχουν στο επίκεντρο το κεφάλαιο.

Η αυτονομία των συνεταιρισμών εκπορεύεται κυρίως από ένα σύστημα προσεκτικά ισορροπημένης εσωτερικής και εξωτερικής χρηματοδότησης, με την τελευταία για παράδειγμα να πραγματοποιείται μέσω επιχειρήσεων μη-μελών, επενδύσεις μελών μη-χρηστών, επενδύσεις μη μελών. Η σύγκρουση μεταξύ των συμφερόντων των χρηστών και των συμφερόντων των επενδυτών, η οποία θα πρέπει να αποφεύγεται από το συνεταιριστικό μοντέλο, είναι πιθανό να προκύψει μέσω οποιουδήποτε τέτοιου εξωτερικού μηχανισμού χρηματοδότησης.

6.1.2 Εσωτερικοί χρηματοδοτικοί πόροι


6.1.2.1 Μερίδες μελών


Οι μερίδες των μελών δεν αποτελούν μια επικερδή επένδυση. Οι καταβληθείσες μερίδες αποτελούν χρήματα που τα μέλη θέτουν στην διάθεση του συνεταιρισμού τους κατά την περίοδο που είναι μέλη, προκειμένου ο συνεταιρισμός να επιτύχει τους κοινούς στόχους που καθορίσθηκαν.
Οι μερίδες είναι ονομαστικές, αδιαίρετες, και μη μεταβιβάσιμες (εκτός αν αποφασιστεί διαφορετικά από την γενική συνέλευση), μη κατασχέσιμες και μη διαπραγματεύσιμες.
Στους πρωτοβάθμιους συνεταιρισμούς το ποσό του κεφαλαίου που κατέχει ένα μέλος πρέπει να είναι περιορισμένο, ώστε, σε πραγματικούς όρους, η αρχή της ισότητας των μελών να μην τίθεται σε κίνδυνο. Όταν αυτή η ισορροπία διαταράσσεται μέσω της αποχώρησης ενός μέλους, ο συνεταιρισμός πρέπει να ανακατανείμει τις μερίδες.
Προκειμένου να εξισορροπηθεί εκ νέου η σχέση μεταξύ της γενικής οικονομικής κατάστασης και της ονομαστικής αξίας των μερίδων, πρέπει να επιτρέπεται στους συνεταιρισμούς να επαναξιολογούν τις μερίδες τους, υπό την αυστηρή επίβλεψη των αρμόδιων αρχών.

Όπως ειπώθηκε, οι μερίδες μπορούν να καταβληθούν σε μετρητά ή αφήνοντας στον συνεταιρισμό ένα μέρος του πλεονάσματος που δικαιούται το μέλος, σε είδος (με μεταφορά τίτλων ιδιοκτησίας, εάν υπάρχουν), σε εργασία ή ως υπηρεσία.

Τα κριτήρια για την αποτίμησή τους θα πρέπει να καθορίζονται, καθώς και να ορίζεται ο αρμόδιος φορέας για την αξιολόγηση τους.

6.1.2.2 Πρόσθετες μερίδες μελών

Ένας τρόπος για τη βελτίωση της εσωτερικής χρηματοδότησης και την αύξηση της πιστοληπτικής ικανότητας των συνεταιρισμών, δηλαδή της ικανότητας να πάρουν δάνεια, είναι η έκδοση πρόσθετων μερίδων για τα μέλη. Μπορεί να είναι πλεονεκτικό να ενθαρρύνονται τα μέλη να εγγραφούν για πρόσθετες ή συμπληρωματικές μερίδες. Αυτές μπορούν να σχεδιαστούν με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην συνεπάγονται πρόσθετη οικονομική ευθύνη, να χορηγείται δικαίωμα καταβολής σταθερού επιτοκίου, να είναι δυνατό να επιστρέφονται όταν ζητηθούν, ή /και να παρέχεται δικαίωμα συμμετοχής στα αποθεματικά κατά την αποχώρηση από μέλος, έστω και αν τα αποθεματικά είναι κατά τα λοιπά αδιανέμητα.

6.1.2.3 Ελάχιστο κεφάλαιο μερίδων


Ένα άλλο μέσο για τη βελτίωση της ευθύνης και της πιστοληπτικής ικανότητας, είναι ο καθορισμός ενός ορίου κάτω από το οποίο δεν πρέπει να πέσει το κεφάλαιο των μερίδων, ακόμα και αν αυτό σημαίνει ότι όταν ένα μέλος αποχωρεί δεν θα επιστρέφεται αμέσως η μερίδα του, ή ότι είναι υποχρεωμένα τα υπόλοιπα μέλη να συμβάλουν στην ανακεφαλαιοποίηση κάνοντας συμπληρωματικές εισφορές. Ένα τέτοιο σύστημα διαχωρισμού του ποσού του κεφαλαίου των μερίδων από τον αριθμό των μελών, φέρνει τον συνεταιρισμό πιο κοντά στην χρηματοοικονομική δομή των κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων.

6.1.2.4 Τακτικό αποθεματικό


Αντίθετα, κίνητρα για τη συγκρότηση ενός αποθεματικού ταμείου αποτελούν έναν γνήσιο συνεταιριστικό τρόπο για να ξεπεραστεί, τουλάχιστον εν μέρει και με το χρόνο, η έμφυτη αδυναμία χρηματοδότησης. Το αποθεματικό κεφάλαιο λειτουργεί ως μαξιλάρι ενάντια τόσο σε μια έλλειψη ρευστότητας όσο και στην απώλεια αξίας των υποχρεωτικών μερίδων. Προστατεύει τα συμφέροντα των τρίτων, με τον ίδιο τρόπο που το επιτυγχάνει ο καθορισμός ενός ελάχιστου απαιτούμενου κεφαλαίου. Το αποθεματικό δεν πρέπει να μένει σε αδράνεια, αλλά να χρησιμοποιείται και αυτό πρέπει να είναι υποχρεωτικό. Αν είναι αδιανέμητο, τουλάχιστον μέχρι την ανεπιθύμητη εκκαθάριση, ένα τέτοιο κεφάλαιο εξασφαλίζει την ελάχιστη σταθερότητα και περιορίζει τον κίνδυνο ηθελημένης εκκαθάρισης, καθοδηγούμενης από κερδοσκοπία. Αυτό το «κλειδωμένο κεφάλαιο» χρησιμεύει επίσης ως ένας σύνδεσμος μεταξύ των γενεών, ως ένα στοιχείο βιωσιμότητας.18

Το τακτικό αποθεματικό κεφάλαιο τροφοδοτείται από:

  • την μεταφορά του συνολικού κέρδους που αποκτάται από τις συναλλαγές με τους χρήστες μη μέλη

  • την μεταφορά ενός ελάχιστου ποσοστού του πλεονάσματος που αποκτήθηκε από τις συναλλαγές με τα μέλη, έως ότου φθάσει το κεφάλαιο τουλάχιστον σε ένα ποσό ισοδύναμο με το κεφάλαιο μερίδων. Το να μην υπόκεινται αυτά τα ποσά σε φορολογία εισοδήματος θα συνιστά κίνητρο για την καθιέρωση τέτοιων (αδιανέμητων) αποθεματικών. Αυτή η ειδική φορολογική μεταχείριση μπορεί να δικαιολογηθεί και για τα συμφέροντα των τρίτων μερών αλλά και του δημοσίου, λόγω της ειδικής δομής του κεφαλαίου των συνεταιρισμών, που δεν τους επιτρέπει την εύκολη πρόσβαση στη χρηματοπιστωτική αγορά. Αυτό είναι ένα παράδειγμα για την σημασία της κατανόησης της έννοιας της συνεταιριστικής νομοθεσίας με την ευρύτατη έννοιά της. Αυτό πρέπει τουλάχιστον να ισχύει, ενόσω το αποθεματικό κεφάλαιο είναι αδιανέμητο και

  • την μεταφορά εσόδων από δραστηριότητες οι οποίες δεν σχετίζονται με το στόχο του συνεταιρισμού, όπως, για παράδειγμα, η πώληση πάγιων περιουσιακών στοιχειών.

Επιπλέον, ο νομοθέτης θα πρέπει να ενθαρρύνει την καθιέρωση λογαριασμών για την εκπαίδευση, την κατάρτιση την κοινωνική μέριμνα ή οποιουδήποτε άλλου λογαριασμού. Η προσδιορισμένη χρήση αυτών των κονδυλίων πρέπει να είναι υποχρεωτική.

6.1.2.5 Συνεταιριστικοί όμιλοι


Μερικοί συνεταιρισμοί έχουν πειραματιστεί επιτυχώς με την ίδρυση των λεγόμενων συνεταιριστικών ομίλων, δηλαδή θυγατρικών εταιρειών, με τη μορφή κεφαλαιοκρατικών επιχειρήσεων, οι οποίες μπορούν να έχουν πρόσβαση στην χρηματοοικονομική αγορά. Όσο το καθεστώς αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα των μελών του συνεταιρισμού και παραμένει ο έλεγχος των εργασιών τους στα μέλη, αυτός θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος να αντιμετωπιστούν οι αυξημένες απαιτήσεις κεφαλαιοποίησης, ειδικά για υψηλής προστιθέμενης αξίας δραστηριότητες.

6.1.3 Εξωτερικοί οικονομικοί πόροι


Τα ομόλογα χαμηλής εξασφάλισης (debentures) και τα διαπραγματεύσιμα ομόλογα χαμηλής προτεραιότητας (subordinated bonds) έχουν ήδη επιτραπεί από μια σειρά νομοθεσιών εδώ και αρκετό καιρό. Υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται μερικές, μάλλον τεχνικές, προφυλάξεις και ότι το ποσό της εξωτερικής επένδυσης δεν δημιουργεί μια πραγματική εξάρτηση του συνεταιρισμού από τα κεφάλαια αυτά, δεν επηρεάζουν την αυτονομία των μελών δεδομένου ότι αυτά δεν συνδέονται με ψήφους ή με δικαιώματα συμμετοχής.

Ένας άλλος τρόπος προσέλκυσης εξωτερικής χρηματοδότησης είναι η έκδοση μεταβιβάσιμων πιστοποιητικών επένδυσης για τα μέλη (εσωτερικά) και τα μη-μέλη, τα οποία χορηγούν δικαίωμα συμμετοχής στη διανομή των κερδών και των πλεονασμάτων, καθώς και στην διανομή των περιουσιακών στοιχείων σε περίπτωση εκκαθάρισης. Όπου αυτά τα πιστοποιητικά δεν χορηγούν οποιαδήποτε αρμοδιότητα λήψης αποφάσεων ή, στην περίπτωση των μελών, οποιαδήποτε πρόσθετη εξουσία στην λήψη αποφάσεων, μπορεί να αντιπροσωπεύουν άλλη μια αποδεκτή περίπτωση απόκλισης από τις συνεταιριστικές αρχές. Όπου, ωστόσο, αυτά τα πιστοποιητικά χορηγούν δικαιώματα ψήφου, ακόμη και μόνο σε περιορισμένο βαθμό, ο έλεγχος από τα μέλη βρίσκεται σε κίνδυνο.

Όπως έχει λεχθεί, όταν υπάρχει εξωτερική χρηματοδότηση, τα διακριτικά χαρακτηριστικά των συνεταιρισμών βρίσκονται εύκολα σε κίνδυνο. Ιδανικά, οι συνεταιριστές είναι οι μόνοι «επενδυτές» και χρήστες (συνεταιριστική αρχή της ταυτότητας). Μη-χρήστες μέλη και χρήστες μη-μέλη έχουν γίνει αποδεκτοί ως "αποκλίσεις" από την αρχή της ταυτότητας. Η αποδοχή μελών επενδυτών και επενδυτών μη-μελών είναι ένα περαιτέρω βήμα μακριά από αυτήν την αρχή της ταυτότητας. Όπου, όπως μερικές νομοθεσίες επιτρέπουν, οι συνεταιριστικές μερίδες μπορούν να είναι αντικείμενο διαπραγμάτευσης στο χρηματιστήριο και οι μερίδες των μελών έχουν μια συμβολική και μόνο αξία, οι κάτοχοι του κεφαλαίου είναι ανώνυμοι και η (κεφαλαιακή) διάρθρωση των συνεταιρισμών δεν μπορεί να διακριθεί πλέον από αυτήν των κεφαλαιουχικών εταιρειών. Εκτός από την παραβίαση της αρχής της ταυτότητας, αυτές οι εξελίξεις βάζουν την συνεταιριστική αρχή της προαγωγής των μελών σε κίνδυνο.

6.1.4 Συναλλαγές με μη-μέλη χρήστες


Κατά κάποιο τρόπο οι συναλλαγές με μη μέλη μπορεί να θεωρηθεί ως μια εξωτερική χρηματοδότηση. Εξ ορισμού οι αποκαλούμενοι κλειστοί συνεταιρισμοί δεν συναλλάσσονται με χρήστες μη-μέλη. Συχνά οι συνεταιρισμοί των οποίων τα μέλη έχουν σχέση με πρόσθετα/ειδικά ομόλογα, για παράδειγμα σε αποταμιευτικούς και πιστωτικούς συνεταιρισμούς, οι οποίοι ιδρύθηκαν στο πλαίσιο μιας επιχείρησης ή μιας περιοχής, τείνουν στον αποκλεισμό των συναλλαγών με χρήστες μη-μέλη. Πέραν αυτού, και ανάλογα με τους στόχους και την κατάσταση, κάθε συνεταιρισμός πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να προσφέρει τις υπηρεσίες του και σε μη-μέλη.

Αν επιτρέπονται οι συναλλαγές με χρήστες μη-μέλη, είναι σημαντικό να μην τεθεί σε κίνδυνο η αυτονομία και η ανεξαρτησία του συνεταιρισμού. Όπως ήδη αναφέρθηκε, ο όγκος των συναλλαγών με μη-μέλη θα πρέπει, κατά συνέπεια, να είναι περιορισμένος. Αυτό θα μπορούσε να γίνει με τον καθορισμό ενός ποσοστού του συνολικού κύκλου εργασιών, πάνω από το οποίο καμία συναλλαγή δεν μπορεί να πραγματοποιείται με χρήστες μη-μέλη. Θα ήταν επίσης ίσως σημαντικό να αποφευχθεί μια κατάσταση κατά την οποία μη-μέλη χρήστες φθάνουν σε μονοπωλιακή ή μονοψωνιακή θέση έναντι του συνεταιρισμού.

Για τους σκοπούς της φορολογίας, τη διανομή του πλεονάσματος και την εισφορά στο τακτικό αποθεματικό, ο τρόπος λογιστικής καταχώρησης πρέπει να μπορεί να διακρίνει μεταξύ των συναλλαγών που πραγματοποιούνται με μέλη και εκείνων που πραγματοποιούνται με μη μέλη.

6.2 Διανομή πλεονάσματος


Όπως έχει ήδη αναφερθεί, είναι σημαντικό να γίνει διάκριση μεταξύ του κέρδους και του πλεονάσματος. Εξ ορισμού, οι συνεταιρισμοί θα πρέπει να υπολογίζουν τις τιμές για τις συναλλαγές με τα μέλη τους κοντά στο κόστος.19 Για την προστασία από τους κινδύνους που σχετίζονται με την αγορά, ένα χρηματικό ποσό (περιθώριο) πρέπει να περιλαμβάνεται στις τιμές και το οποίο, ωστόσο, θα πρέπει να επιστρέφεται στα μέλη κατά τη λήξη του οικονομικού έτους, εάν ο κίνδυνος δεν υπάρξει και ο ισολογισμός έχει πλεόνασμα. Αν καταβληθεί στα μέλη, η κατανομή αυτή με τη μορφή επιστροφών στους συναλλασσόμενους, υπολογίζεται κατ’ αναλογία προς τις συναλλαγές με τον συνεταιρισμό, αποτελώντας έτσι μια μεταγενέστερη προσαρμογή των τιμών. Από πλευράς φορολογίας, η επιστροφή αυτή αποτελεί στοιχείο κόστους. Επομένως, αντί να μιλάμε για «κέρδος» ως προς το στοιχείο αυτό, θα πρέπει να μιλάμε για προσωρινά πλεονάσματα. Οι επιπτώσεις για τη φορολογία εισοδήματος είναι προφανείς: όταν δεν υπάρχει κέρδος, ένα τέτοιο "κέρδος" δεν μπορεί να φορολογηθεί.

Δύο τρόποι υπολογισμού του πλεονάσματος είναι δυνατοί: αφαίρεση των γενικών δαπανών ανά συναλλαγή, δηλαδή εξατομικευμένα, ή αφαίρεση του συνολικού ποσού των γενικών δαπανών από το συνολικό πλεόνασμα. Η επιλογή θα εξαρτηθεί επίσης από τον τύπο του συνεταιρισμού.

Το πλεόνασμα θα κατανέμεται με τον ακόλουθο τρόπο:

  • μεταφορά στο τακτικό αποθεματικό κεφάλαιο

  • μεταφορά στα θεσμοθετημένα ταμεία, αν υπάρχουν

  • περιορισμένη καταβολή τόκου για τις καταβεβλημένες μερίδες, σε επίπεδο όχι υψηλότερο από εκείνο που καταβάλλεται από τις εμπορικές τράπεζες για ορισμένα είδη καταθέσεων και για επενδύσεις, εάν αποφασισθεί

  • επιστροφές στα συναλλασσόμενα μέλη, υπολογιζόμενες κατ' αναλογία προς τις συναλλαγές τους με τον συνεταιρισμό και, ενδεχομένως,

  • καταβολή μπόνους στους εργαζόμενους.

Κάθε πληρωμή στα μέλη εξαρτάται από το εάν έχουν εκπληρώσει τις υποχρεώσεις τους, ειδικά την υποχρέωση να εξοφλήσουν τις μερίδες τους.

6.3 Επιστροφή κεφαλαίου


Σε περίπτωση παραίτησης/αποχώρησης ή διαγραφής, οι μερίδες επιστρέφονται στην ονομαστική τους αξία, προκειμένου να αποφευχθεί η εγγραφή στον συνεταιρισμό με κίνητρο την κερδοσκοπία. Όταν τα οικονομικά συμφέροντα του συνεταιρισμού απειλούνται σοβαρά από μια άμεση επιστροφή των πλεονασμάτων ή όταν αυτό θα οδηγούσε σε παραβίαση ενός ελάχιστου απαιτούμενου κεφαλαίου (αν υπάρχει), μπορεί, όπως αναφέρθηκε ήδη, να παρακρατηθούν, αλλά για ένα εύλογο χρονικό διάστημα μόνο.

Κατά κανόνα, το ίδιο είδος της επιστροφής των μερίδων ισχύει και στην περίπτωση της εκκαθάρισης. Τα υπόλοιπα χρήματα μετά την εκκαθάριση μεταβιβάζονται στην συνεταιριστική κίνηση, σε μια φιλανθρωπική οργάνωση ή σε οργανισμό δημόσιου συμφέροντος ή, στην εξαιρετική περίπτωση που το τακτικό αποθεματικό είναι διανεμητέο, διανέμεται στα μέλη σύμφωνα με τη μέθοδο που χρησιμοποιείται στη διανομή του πλεονάσματος στο τέλος του οικονομικού έτους, όπου η διάρκεια συμμετοχής του μέλους στον συνεταιρισμό (αρχαιότητα) θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα επιπλέον κριτήριο.

7. ΕΛΕΓΧΟΣ


Η εφαρμογή ενός συστήματος εσωτερικού και εξωτερικού, έγκυρου, τακτικού και ειδικού για τους συνεταιρισμούς ελέγχου της χρηματοοικονομικής, διαχειριστικής, κοινωνικής και κοινωνιακής κατάστασης των συνεταιρισμών, από ειδικευμένους και ανεξάρτητους ελεγκτές, σε συνδυασμό με συμβουλές σχετικά με το πώς να βελτιωθεί η διαχείριση και η διοίκηση, είναι μια απαραίτητη προϋπόθεση για την σωστή ανάπτυξη των συνεταιρισμών.

Ο σκοπός του ελέγχου είναι πολλαπλός. Πρόκειται για έναν περιοδικό έλεγχο, ως προς το αν ο καθένας σέβεται τους κανόνες του παιχνιδιού. Είναι ένας έλεγχος του κατά πόσο η αναγνώριση της ιδιότητας του νομικού πρόσωπου εξακολουθεί να δικαιολογείται. Βοηθά στην παρακολούθηση κατά πόσον τα συμφέροντα των τρίτων, των διαχειριστών (μάνατζερ) και των μελών γίνονται σεβαστά.

Ο εσωτερικός έλεγχος θα πρέπει να διεξάγεται σε συνεχή βάση από μια ομάδα μελών. Ο αριθμός τους, η διάρκεια της εντολής τους, τα απαιτούμενα προσόντα, οι αρμοδιότητες, καθήκοντα και ο μισθός τους πρέπει να καθορίζονται από τη γενική συνέλευση. Οι αστικές και ποινικές ευθύνες πρέπει να διευκρινίζονται στην απόφαση της γενικής συνέλευσης. Οι εσωτερικοί ελεγκτές δεν μπορεί να είναι ή να υπήρξαν μέλη συνεταιριστικού οργάνου/σώματος το οποίο είναι ή μπορεί να υπόκειται στον έλεγχο τους. Τα κριτήρια ασυμβατότητας που εφαρμόζονται για τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, ισχύουν και στην προκείμενη περίπτωση.

Ο εξωτερικός έλεγχος θα πρέπει να διεξάγεται από μια ανώτερου βαθμού συνεταιριστική οργάνωση ή από ιδιώτες, κατά προτίμηση ορκωτούς ελεγκτές. Αν η συνεταιριστική κίνηση δεν είναι ακόμη σε θέση να παρέχει την υπηρεσία αυτή, και αν οι ιδιωτικές υπηρεσίες δεν είναι διαθέσιμες ή οικονομικά προσβάσιμες, μια δημόσια αρχή μπορεί να ελέγχει προσωρινά τους συνεταιρισμούς. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει μια διοικητική μονάδα που είναι επιφορτισμένη με την προώθηση ή την καταχώρηση των συνεταιρισμών να ελέγχει τους συνεταιρισμούς. Μια δημόσια αρχή μπορεί να ασκεί την αρμοδιότητα ελέγχου μόνιμα, αν η ανεξαρτησία της από την κυβερνητική παρέμβαση είναι εγγυημένη.

Η ιδιαιτερότητα των συνεταιρισμών απαιτεί ο ελεγκτής να πραγματοποιήσει πρόσθετες διερευνήσεις, πέρα από ότι γίνεται σε άλλους τύπους επιχειρήσεων. Οφείλει να εξασφαλίσει ότι οι συνεταιρισμοί συμμορφώνονται με το σκοπό τους, που είναι η προαγωγή των μελών τους. Όταν οι οικονομικές εξελίξεις απαιτούν ένα σύστημα διαχείρισης των συνεταιρισμών που δεν επιτρέπει την άμεση συμμετοχή των μελών, γίνεται όλο και πιο σημαντική η ανάγκη για διαφάνεια στη διαχείριση, ώστε να διατηρηθεί η δημοκρατική φύση των συνεταιρισμών.

Το γεγονός ότι οι στόχοι των συνεταιριστών διαφέρουν από τα καθαρά οικονομικά συμφέροντα των μετόχων μιας εταιρείας, πρέπει ιδιαιτέρως να λαμβάνεται υπόψη.

Ο έλεγχος ενός συνεταιρισμού κατά συνέπεια δεν θα μπορούσε να γίνει μόνο στη βάση των λογιστικών εγγράφων. Οι ελεγκτές πρέπει να επιβεβαιώνουν κατά πόσον οι γενικοί στόχοι, που θέτουν τα μέλη, έχουν επιτευχθεί ή τουλάχιστον έχουν προωθηθεί, και ότι οι αποφάσεις της διαχείρισης (μάνατζμεντ) ελήφθησαν σε συμμόρφωση με αυτούς (διαχειριστικός έλεγχος, προκειμένου να επιτευχθεί κοινωνική ισορροπία παράλληλα με τη χρηματοοικονομική ή οικονομική). Η εμπεριστατωμένη εξέταση των πρακτικών των συνεδριάσεων του διοικητικού συμβουλίου θα μπορούσε να δώσει χρήσιμες πληροφορίες. Πρέπει να ζητείται και η γνώμη και οι συμβουλές των μελών πριν από την κατάρτιση της τελικής έκθεσής τους. Σε γενικές γραμμές, ο ελεγκτής πρέπει να έχει πρόσβαση σε όλο το υλικό, εγκαταστάσεις και πρόσωπα, που είναι σε θέση να τον ενημερώσουν σχετικά με τις δραστηριότητες του συνεταιρισμού. Ο εξωτερικός ελεγκτής θα έχει επίσης πρόσβαση στα ευρήματα των εσωτερικών ελεγκτών.

Οι ελεγκτές δεν θα πρέπει να περιορίζουν τη δραστηριότητά τους σε έναν εκ των υστέρων έλεγχο, αλλά επίσης, θα πρέπει να δίδουν συμβουλές για το πώς θα βελτιωθεί η διαχείριση και η διοίκηση του συνεταιρισμού. Η πιθανή σύγκρουση μεταξύ των ρόλων της εποπτείας και της προώθησης δεν έχει οδηγήσει σε σημαντικά προβλήματα, σε χώρες όπου ο εν λόγω έλεγχος πραγματοποιείται επί σειρά ετών.

Ενώ ο εσωτερικός έλεγχος πρέπει να γίνεται σε συνεχή βάση, η συχνότητα των εξωτερικών έλεγχων μπορεί να ποικίλλει ανάλογα με τον όγκο του κύκλου εργασιών, το είδος των δραστηριοτήτων, το μέγεθος του κεφαλαίου, τον όγκο των συναλλαγών με μη μέλη ή άλλα κριτήρια, παρόμοια με εκείνα που επιβάλλουν οι απλές συνεταιριστικές δομές.20

Η έκθεση του ελεγκτή υποβάλλεται στο διοικητικό συμβούλιο και στο εποπτικό συμβούλιο, αν υπάρχει, εάν δεν το πράξει το διοικητικό συμβούλιο, με σκοπό να την εξηγήσει στην γενική συνέλευση. Θα πρέπει να είναι διαθέσιμη για έλεγχο από τα μέλη. Οι ελεγκτές πρέπει να έχουν το δικαίωμα του λόγου στη γενική συνέλευση και, σε περίπτωση που το διοικητικό συμβούλιο ή το εποπτικό συμβούλιο δεν έχουν συγκαλέσει τη γενική συνέλευση, ή δεν έχουν εξηγήσει (επαρκώς) το περιεχόμενο της έκθεσης του ελεγκτή, τότε οι ελεγκτές έχουν το δικαίωμα να το πράξουν.

Τα συμπεράσματα από τον έλεγχο πρέπει να κοινοποιούνται στην αρμόδια αρχή.

Η δημιουργία ενός αποτελεσματικού, αντικειμενικού συστήματος ελέγχου, στελεχωμένου με εξειδικευμένους σε θέματα συνεταιρισμών ελεγκτές, των οποίων οι υπηρεσίες θα είναι προσβάσιμες από όλους τους συνεταιρισμούς, θα πρέπει να είναι υποχρεωτική. Ένα ταμείο ελέγχου θα μπορούσε να δημιουργηθεί για το σκοπό αυτό.

8. ΔΙΑΛΥΣΗ


8.1 Διάλυση χωρίς εκκαθάριση: συγχώνευση, διάσπαση και μετατροπή


8.1.1 Αρχές


Η αυτονομία των μελών των συνεταιρισμών τους επιτρέπει να διαλύουν τον συνεταιρισμό τους χωρίς κανέναν περιορισμό, εφόσον προστατεύονται τα συμφέροντα των τρίτων. Έτσι, οι πιστωτές μπορούν να προβάλλουν αντιρρήσεις στη διάλυση εφόσον δεν έχουν ικανοποιηθεί.
Ο νόμος πρέπει να καθορίσει τα βήματα που πρέπει να ακολουθηθούν, από την απαρτία και την πλειοψηφία που απαιτείται για μια τέτοια απόφαση, μέχρι τις τροποποιήσεις που πρέπει να γίνουν στο δημόσιο μητρώο.
Σύμφωνα με την ελευθερία της αρχής του συνεταιρίζεσθαι, τα μέλη που αντιτίθενται στην διάλυση πρέπει να έχουν το δικαίωμα να παραιτηθούν.

8.1.2 Συγχώνευση


Υπάρχουν δύο τύποι συγχώνευσης:
  1. Ένας ή περισσότεροι συνεταιρισμοί απορροφώνται από έναν άλλο. Αυτό είναι μερικές φορές δύσκολο από ψυχολογικής άποψης για τα μέλη των απορροφούμενων συνεταιρισμών.

  1. Ένας νέος συνεταιρισμός γεννιέται με την συγχώνευση δύο ή περισσότερων συνεταιρισμών. Σε αυτήν την περίπτωση, ένα νέο καταστατικό/ κανονισμός θα πρέπει να εγκριθεί.

Συχνά, οι προσδοκίες ως προς τα οικονομικά αποτελέσματα (εξορθολογισμός της διαχείρισης και της διοίκησης, οικονομίες κλίμακας, κ.λπ.) δεν ικανοποιούνται και/ή η ταύτιση των μελών με το νέο νομικό πρόσωπο αποτυγχάνει, γεγονός που συνεπάγεται αποθάρρυνση και δυσκολίες στη λήψη αποφάσεων. Γι’ αυτό, πριν αποφασιστεί η συγχώνευση, οι συνεταιρισμοί θα πρέπει να εξετάσουν την οριζόντια ολοκλήρωση.21

8.1.3 Διάσπαση


Ένας συνεταιρισμός μπορεί να χωριστεί σε δύο ή περισσότερους συνεταιρισμούς. Τα μέλη, τα περιουσιακά στοιχεία και τα χρέη πρέπει να χωριστούν, συμπεριλαμβανομένου του αποθεματικού.

8.1.4 Μετατροπή


Μόνο εκείνοι οι συνεταιρισμοί που έχουν ένα διανεμητέο αποθεματικό κεφάλαιο μπορούν να μετατραπούν σε μια άλλη μορφή επιχείρησης, εντός των ορίων των διατάξεων σχετικά με την νέα οργάνωση.

Στην περίπτωση που το τακτικό αποθεματικό είναι αδιανέμητο, τα μέλη έχουν την δυνατότητα να διαλύσουν τον συνεταιρισμό τους και να συστήσουν μια νέα οργάνωση. Το αποθεματικό κεφάλαιο, ωστόσο, δεν θα αποτελεί μέρος του κεφαλαίου της νέας οργάνωσης.

Σε περίπτωση που ο νόμος επιτρέπει την μετατροπή στους συνεταιρισμούς οι οποίοι διαθέτουν αδιανέμητο αποθεματικό, το αποθεματικό πρέπει να κηρυχθεί διανεμητέο από τη γενική συνέλευση, όταν αποφασίσει τη μετατροπή. Σε περίπτωση που ποσά από το πλεόνασμα μεταφέρονταν στο αποθεματικό χωρίς να φορολογούνται, μπορεί να προκύψουν πολύπλοκα ζητήματα φορολογίας. Εκτός αυτού, η νομιμότητα μιας τέτοιας απόφασης θα μπορούσε να αμφισβητηθεί, στην περίπτωση που το αδιανέμητο αποθεματικό δεν είχε δημιουργηθεί από εκείνους που αποφάσισαν να γίνει διανεμητέο.

8.2 Διάλυση με εκκαθάριση


Στην περίπτωση της διάλυσης με εκκαθάριση, επίσης, η απόφαση μπορεί να ληφθεί ελεύθερα από τα μέλη. Ωστόσο, απαιτείται ειδική απαρτία και ειδική πλειοψηφία λόγω της σημασίας της απόφασης. Αρκετές νομοθεσίες απαιτούν ότι τουλάχιστον δύο διαδοχικές γενικές συνελεύσεις πρέπει να πραγματοποιηθούν και να αποφασίσουν σχετικά με το θέμα.

Η διάλυση μπορεί επίσης να αποφασιστεί από μια αρχή, ex officio ή κατόπιν αιτήσεως από ένα ενδιαφερόμενο πρόσωπο, όπως για παράδειγμα όταν ο συνεταιρισμός έχει επανειλημμένα παραβιάσει νόμους, κανονισμούς και/ή το δικό του καταστατικό/ κανονισμό. Μια τέτοια απόφαση μπορεί επίσης να πρέπει να ληφθεί όταν η γενική συνέλευση έχει αποτύχει να αποφασίσει για την διάλυση, παρά το γεγονός ότι:
  • η διάρκεια του συνεταιρισμού, που προβλέπεται από το καταστατικό/ κανονισμό, έχει λήξει

  • ο στόχος του συνεταιρισμού έχει επιτευχθεί ή είναι αδύνατον να επιτευχθεί

  • οι όροι καταχώρησης στα μητρώα για το συνεταιρισμό δεν ισχύουν πλέον, για παράδειγμα όταν ο αριθμός των μελών βρίσκεται κάτω από το απαιτούμενο ελάχιστο για μια καθορισμένη χρονική περίοδο

  • ο συνεταιρισμός βρίσκεται σε πτώχευση, αφού έχει ληφθεί υπόψη η ενδεχόμενη υποχρέωση των μελών να κάνουν συμπληρωματικές οικονομικές ενισχύσεις. Εάν δεν υπάρχει νομοθεσία σχετικά με την πτώχευση ή εάν είναι ανεπαρκής, θα είναι απαραίτητο να προστεθούν διατάξεις στον συνεταιριστικό νόμο

  • ο συνεταιρισμός δεν είχε αναπτύξει καμία δραστηριότητα κατά την διάρκεια μιας ορισμένης χρονικής περιόδου ή

  • υπάρχει οποιοσδήποτε άλλος λόγος, που καθορίζεται από το νόμο προκειμένου να αποφευχθεί η αυθαιρεσία.

Η διαδικασία εκκαθάρισης, από την επίσημη έναρξή της, ο διορισμός των εκκαθαριστών, ο καθορισμός των ισολογισμών έναρξης και λήξης, οι συναλλαγές με τους πιστωτές, η διανομή των περιουσιακών στοιχείων, ή εκπλήρωση των υποχρεώσεων κ.λπ., ως τη δημοσίευση της διαγραφής του συνεταιρισμού από το μητρώο, πρέπει να ρυθμίζονται. Η χρονική διάρκεια για την περάτωση της διαδικασίας εκκαθάρισης θα πρέπει να είναι περιορισμένη, ώστε η διαγραφή του υπό εκκαθάριση συνεταιρισμού από το μητρώο να αποσαφηνισθεί το συντομότερο δυνατόν.

Ως αρχή, τα κεφάλαια που απομένουν μετά την εκκαθάριση θα πρέπει να μεταβιβασθούν σε έναν συνεταιρισμό ή μια φιλανθρωπική οργάνωση ή σε ένα δημόσιο ίδρυμα (αδιανέμητα αποθεματικά, κλειδωμένα κεφάλαια). Αυτό δικαιολογείται ιδιαίτερα όταν έχουν γίνει μεταφορές στο αποθεματικό που δεν φορολογήθηκαν ή / και για να προλαμβάνεται η κερδοσκοπική συμπεριφορά.

9. ΑΠΛΟΥΣΤΕΥΜΕΝΕΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΕΣ ΔΟΜΕΣ


Για να ευνοηθεί η ταχεία ανάπτυξη των συνεταιρισμών ως μέρος συνολικών δημόσιων αναπτυξιακών προγραμμάτων, πολλές νομοθεσίες παρείχαν στο παρελθόν τη δυνατότητα της προσωρινής καταχώρησης κυρίως «προ-συνεταιρισμών». Μετά από δεκαετίες εμπειρίας, πρέπει, ωστόσο, να γίνει αποδεκτό ότι οι περισσότεροι από αυτούς τους προ-συνεταιρισμούς, συχνά προτιμώμενοι λόγω της απλής δομής τους και της απαλλαγής τους από έναν αριθμό περιορισμών, δεν έχουν εξελιχθεί σε αυτόνομους συνεταιρισμούς. Αντιθέτως, η εξάρτησή τους από εξωτερική υποστήριξη αυξήθηκε με την πρόθεση να μετατραπούν σε συνεταιρισμούς. Ο έλεγχος που έπρεπε να συνοδεύει την υποστήριξη έχει οδηγήσει σε απώλεια της αξιοπιστίας των κυβερνήσεων πολλών χωρών ως υποστηρικτών των συνεταιρισμών. Επιπλέον, η προσωρινή εγγραφή ήταν μια πηγή σημαντικής σύγχυσης, ειδικά μεταξύ των τραπεζών και άλλων επιχειρηματικών εταίρων, με τους οποίους είχε υποτεθεί ότι θα διευκολύνονταν οι σχέσεις, διότι η νομική φύση της προσωρινής εγγραφής παρέμενε ασαφής.

Αυτό δεν σημαίνει ότι οι διατάξεις για μια λιγότερο πολύπλοκη μορφή οργάνωσης συνεταιρισμών δεν ήταν απαραίτητες. Η γαλλική “Groupement dIntérêt Economique (GIE)” και οι ομάδες κοινής πρωτοβουλίας του Καμερούν μπορούν να χρησιμεύσουν ως μοντέλα για το πώς αυτή η ανάγκη μπορεί να εξυπηρετηθεί.22 Σε αντιδιαστολή με τους προ-συνεταιρισμούς, δεν υπάρχει θέμα χορήγησης ενός προσωρινού καθεστώτος σε οργανώσεις οι οποίες θα πρέπει τελικά να γίνουν συνεταιρισμοί αλλά θέμα αναγνώρισης της ποικιλίας των αναγκών και των οργανωτικών δυνατοτήτων. Η πολιτεία θα μπορούσε, με μια απλουστευμένη διαδικασία, να αναγνωρίζει τέτοιες ομάδες, λαμβάνοντας υπόψη το περιορισμένο μέγεθος σε αριθμό μελών, τον κύκλο εργασιών, το κεφάλαιο (μερίδες), το βαθμό διασυνδέσεων με τρίτα μέρη, κλπ., τα οποία ενδέχεται να απαιτούν λιγότερο αυστηρούς κανόνες για λογιστική διαχείριση, έλεγχο, εσωτερικής διοίκησης (αριθμό οργάνων/σωμάτων, αριθμό μελών των οργάνων / σωμάτων, τα έγγραφα που πρέπει να τηρούνται, κλπ.). Τέτοιες δομές μπορεί να μην χρειάζονται, για παράδειγμα, ένα εποπτικό συμβούλιο, πλήρους απασχόλησης διευθυντή, ένα περίτεχνο λογιστικό σύστημα ή ένα ορκωτό λογιστή ως ελεγκτή.

Αυτή η έννοια της απλουστευμένης δομής συνεταιρισμών, αντικαθιστά σταδιακά την έννοια των «προ-συνεταιρισμών».23 Ορισμένες χώρες συζητούν σε αυτό το πλαίσιο, την καταλληλότητα να υπάρχει χωριστή νομοθεσία για τους λεγόμενους νέας-γενιάς μικρούς συνεταιρισμούς. Υπάρχει ένα ανάλογο ενδιαφέρον στη νομική ιστορία: στο παρελθόν, η νομοθεσία για τις εταιρείες περιορισμένης ευθύνης, όπως η γερμανική GmbH,24 εισήχθη εξαιτίας του ότι οι κεφαλαιουχικές εταιρείες αποδείχτηκαν ότι είναι υπερβολικά πολύπλοκες οργανώσεις για πολλούς επιχειρηματίες.

10. ΟΡΙΖΟΝΤΙΑ ΚΑΙ ΚΑΘΕΤΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ


Η ελευθερία δημιουργίας ενώσεων περιλαμβάνει το δικαίωμα των συνεταιρισμών να συνεργάζονται οριζόντια και κάθετα και να σχηματίζουν ενώσεις, ομοσπονδίες ή/και συνομοσπονδίες. Οι τελευταίες ενίοτε ονομάζονται κορυφαίες οργανώσεις ή συνενώνουν πολυτομεακές ενώσεις, ομοσπονδίες, ή ακόμα και συνομοσπονδίες, ειδικά όταν εκπροσωπούν ένα συγκεκριμένο οικονομικό τομέα.

Η ένωση των δυνάμεων οριζόντια ή κάθετα γίνεται για να αποφευχθεί η συγκέντρωση και αποτελεί έναν τρόπο να διαφυλαχθεί η αυτονομία και η ανεξαρτησία των επιμέρους συνεταιρισμών, δημιουργώντας ταυτόχρονα τα πλεονεκτήματα των οικονομιών κλίμακας.

Όσον αφορά την κάθετη ολοκλήρωση, ο αριθμός των βαθμίδων πρέπει να αποφασίζεται από τους συνεταιρισμούς, λαμβάνοντας υπόψη την σχέση κόστους/οφέλους των εν λόγω δομών. Το κράτος θα πρέπει να απέχει από οποιαδήποτε παρέμβαση, εκτός από την παρακολούθηση της συμμόρφωσης των οργανώσεων αυτών προς την υποχρέωσή τους να υποστηρίζουν και να εκπροσωπούν τα μέλη τους. Ειδικά, οι συνεταιρισμοί δεν πρέπει να υποχρεώνονται να εντάσσονται εντός των ορίων των διοικητικών υποδιαιρέσεων ή σύμφωνα με το είδος των δραστηριοτήτων, εάν οι ίδιοι επιλέγουν διαφορετικά. Προκειμένου να καθιερωθεί ένα σύστημα συνεργασίας μεταξύ κράτους και συνεταιρισμών, το κράτος θα πρέπει να προωθεί μια ανεξάρτητη και αξιόπιστη συνεταιριστική κίνηση.

Ο συνεταιριστικός νόμος πρέπει να καθορίζει την νομική μορφή των διαφόρων βαθμίδων και να προσδιορίζει τις δραστηριότητες που θα πρέπει να ασκεί κάθε βαθμίδα. Τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ανωτέρου βαθμού συνεταιριστικών οργανώσεων περιλαμβάνουν:

  • την εκπροσώπηση των μελών σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο

  • την προώθηση, εκπαίδευση και κατάρτιση

  • την παροχή συμβουλών, χρηματοδοτικές, ασφαλιστικές και οικονομικές υπηρεσίες (μάρκετινγκ, προμήθειες, εξαγωγές, εισαγωγές, κ.λπ.)

  • την ανάπτυξη των δια-συνεταιριστικών σχέσεων

  • την έρευνα και την ανάπτυξη

  • τη διαιτησία

  • την εποπτεία και τον διαχειριστικό έλεγχο, και τελικά

  • την διάδοση της συνεταιριστικής νομοθεσίας.


Η ίδια η ιδέα των κάθετων δομών καθορίζει, επίσης, τις λειτουργίες τους ως υποβοηθητικές εκείνων των μελών τους, δηλ. οι δραστηριότητες ανωτέρου βαθμού συνεταιριστικών οργανώσεων θα πρέπει να συμπληρώνουν εκείνες των μελών τους. Η κατακόρυφη δομή παριστάνεται με τη μορφή πυραμίδας, όπου όλα τα επίπεδα πρέπει να εξυπηρετούν τα συμφέροντα των μελών του κατώτερου επιπέδου (δείτε. Σύσταση 193 της ΔΟΕ, Παράγραφος 6. (δ)). Ο μηχανισμός για την εξασφάλιση αυτής της υπηρεσίας συνίσταται στην οικοδόμηση και ιδιαίτερα στη χρηματοδότησή της πυραμίδας από τη βάση.

11. ΕΠΙΛΥΣΗ ΔΙΑΦΟΡΩΝ


Οι διαφορές στο εσωτερικό της συνεταιριστικής κίνησης, δηλ. διαφορές που αφορούν αποκλειστικά τα μέλη, τα όργανα των συνεταιρισμών, τους ίδιους τους συνεταιρισμούς ή τις ανώτερου βαθμού οργανώσεις τους, πρέπει να υπόκεινται στον συμβιβασμό, μεσολάβηση ή/και γενική ή ειδική διαδικασία διαιτησίας, πριν τα ενδιαφερόμενα μέρη προσφύγουν σε ένα γενικό ή ειδικό δικαστήριο.
Λόγω της σημασίας των καλών προσωπικών σχέσεων για την επιτυχία των συνεταιρισμών, οι περισσότερες νομοθεσίες, επομένως, προβλέπουν την υποχρέωση προσφυγής σε τέτοιες εξωδικαστικές διαδικασίες, πριν από την υποβολή μιας διαφοράς σε ένα δικαστήριο. Αυτό καθορίζεται είτε από το νόμο είτε από τα καταστατικά/ κανονισμούς των συνεταιρισμών.
Σε γενικές γραμμές, οι ενδιαφερόμενοι προτιμούν αυτές τις διαδικασίες από τις επίσημες, επειδή είναι φθηνότερες, πιο γρήγορες και επίσης επειδή επιτρέπουν να λαμβάνονται υπόψη τα τοπικά ανθρώπινα και κοινωνικά ζητήματα. Ειδικά λόγω των τελευταίων, ο νομοθέτης θα πρέπει να αναγνωρίζει τέτοιες διαδικασίες και να προσπαθεί να διατηρεί τους παραδοσιακούς τρόπους επίλυσης διαφορών.
Το κράτος δικαίου αποκλείει οποιαδήποτε υποχρέωση να υποβάλλονται οι διαφορές στις κυβερνητικές αρχές για τελική λύση. Σε καμία περίπτωση δεν πρέπει η πρόσβαση στο δικαστήριο, ως έσχατη λύση, να απαγορεύεται.

12. ΔΙΑΦΟΡΑ


12.1 Διατάγματα εφαρμογής


Όπως έχει ειπωθεί,25 οι εκ του νόμου αρμοδιότητες της κυβέρνησης πρέπει να περιορίζονται στον καθορισμό των κανόνων εφαρμογής του νόμου και μόνο. Ιδιαίτερη προσοχή πρέπει να δίδεται στην επαρκή σχέση μεταξύ του νόμου και των μέσων που χρησιμοποιεί η κυβέρνηση. Αυτά τα μέσα όχι μόνο τείνουν να υπερβούν τον ρόλο τους να κάνουν το νόμο λειτουργικό, αλλά επίσης χρησιμοποιούνται για την παράκαμψη των δυσκαμψιών του νόμου, σε μια κατάσταση η οποία απαιτεί ευελιξία και γρήγορη προσαρμογή στις ανάγκες της ανάπτυξης. Μαζί, ο νόμος και το διάταγμα εφαρμογής πρέπει να αφήνουν τον απαραίτητο χώρο στους συνεταιρισμούς, ώστε να μπορούν να εκφράσουν την αυτονομία τους μέσω των καταστατικών/ κανονισμών τους.

Κάθε τμήμα του εκτελεστικού διατάγματος πρέπει να αναφέρει το άρθρο του νόμου στο οποίο βασίζεται.

Ο νόμος θα πρέπει επίσης να παρέχει ένα χρονικό περιθώριο για την έκδοση των εκτελεστικών διαταγμάτων, ιδιαίτερα όταν η έναρξη ισχύος του ίδιου του νόμου εξαρτάται από την υπογραφή του διατάγματος, όπως συμβαίνει σε πολλές χώρες, οι οποίες ακολουθούν μια γαλλική νομική παράδοση.

12.2 Κυρώσεις


Ο συνεταιριστικός νόμος πρέπει να καταρτίζει έναν κατάλογο πράξεων που υπόκεινται σε ποινικές κυρώσεις, υποδεικνύοντας τα άρθρα του ποινικού κώδικα. Αυτό χρειάζεται ακόμη για να αποτρέψει κάθε πρακτική των συνεταιρισμών να αντιμετωπίζουν στα καταστατικά / κανονισμούς ορισμένες ενέργειες σαν να συνιστούν ποινικά αδικήματα. Οι συνεταιρισμοί μπορούν να προβλέπουν κυρώσεις στα καταστατικά/ κανονισμούς ή σε ατομικές συμβάσεις. Η καθημερινή λειτουργία των συνεταιρισμών εγγυάται τη δυνατότητα αποβολής μελών, μελών του διοικητικού συμβουλίου ή του εποπτικού συμβουλίου, αν υπάρχει.

12.3 Καταργήσεις, μεταβατικές διατάξεις


Όπως σε κάθε νέο νόμο, η κατάργηση των προηγούμενων νόμων μπορεί να χρειάζεται να ρυθμιστεί, όπως επίσης και η μεταβατική περίοδος, κατά τη διάρκεια της οποίας όλοι οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει να πραγματοποιήσουν τις απαραίτητες ρυθμίσεις συμμόρφωσης με το νέο νόμο.







1 Το πιο συζητούμενο θέμα σε αυτό το πλαίσιο είναι η φορολογία των δύο σχετιζόμενων στοιχείων τα οποία χαρακτηρίζουν στους συνεταιρισμούς, δηλαδή του πλεονάσματος (surplus)και της επιστροφής στους χρήστες (patronage refunds). Όπως έχει ειπωθεί, το πλεόνασμα που παράγεται από τις συναλλαγές με τα μέλη είναι το αποτέλεσμα ενός ειδικού για τους συνεταιρισμούς τρόπου υπολογισμού του κόστους (επιβάρυνση κοντά στο κόστος). Ο γαλλικός όρος “trop-perçu” είναι αυτονόητος σε αυτό το πλαίσιο. (Στην αγγλική γλώσσα, η καταβολή ποσού πέρα από το κόστος). Η επιστροφή στους χρήστες, που καταβάλλεται στα μέλη κατ’ αναλογία προς τις συναλλαγές τους με τον συνεταιρισμό τους, αποτελεί μια εκ των υστέρων μείωση της τιμής ή μια διόρθωση του υπολογισμού της τιμής στο τέλος του οικονομικού έτους, όταν ο επιχειρηματικός κίνδυνος που περιλαμβάνεται στον αρχικό υπολογισμό του κόστους δεν έχει υλοποιηθεί. Κατά συνέπεια το πλεόνασμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ισοδύναμη έννοια με αυτή του κέρδους και δεν πρέπει να φορολογείται ως κέρδος. Βλ. επίσης Μέρος 3, παράγραφος 6.2, Διανομή Πλεονάσματος κατά το τέλος του οικονομικού έτους.
2 Για ένα γλωσσάρι ειδικών συνεταιριστικών όρων, δείτε Münkner and Vernaz.
3 Η Σύσταση 127 της ΔΟΕ μπορεί ακόμα να χρησιμοποιηθεί ως οδηγός, παρά το γεγονός ότι η Σύσταση 193 της ΔΟΕ «την αναθεωρεί και την αντικαθιστά» (Δείτε Σύσταση 193, Παράγραφος 19). Στην παράγραφο 12 ορίζει τους συνεταιρισμούς ως εξής: "[Οι συνεταιρισμοί είναι] ένωση [εις] προσώπων τα οποία ενώθηκαν εθελοντικά για να επιτύχουν ένα κοινό στόχο μέσω του σχηματισμού μιας δημοκρατικά ελεγχόμενης οργάνωσης, προσφέροντας ισότιμες εισφορές στο απαιτούμενο κεφάλαιο και αποδεχόμενοι ένα δίκαιο μερίδιο από τα οφέλη αλλά και τους κινδύνους του εγχειρήματος στο οποίο τα μέλη συμμετέχουν ενεργά".
4 Δείτε ανωτέρω διαφοροποίηση των συνεταιρισμών από τις κεφαλαιουχικές εταιρείες, Μέρος 2, Τμήμα 2.2, Διάκριση μεταξύ συνεταιρισμών και κεφαλαιουχικών εταιρειών. Αυτό ισχύει μόνο υπό ορισμένους όρους, στους συνεταιρισμούς που εξυπηρετούν μη μέλη. Βλ. επίσης Μέρος 2, Τμήμα 1, Γενικά.

5 Δείτε Πλαίσιο 2.

6 Ειδικά σε χώρες με αγγλοσαξονική νομική παράδοση.
7 Το ζήτημα αφορά, αλλά δεν ταυτίζεται με, τη ίδρυση των συνεταιριστικών ομίλων ως ένα από τα μέσα για τη βελτίωση της εξωτερικής χρηματοδότησης, βλ. Μέρος 3, Τμήμα 6.1, Οικονομικοί πόροι.
8 Ο όρος «νομικό πρόσωπο», όπως χρησιμοποιείται εδώ περιλαμβάνει εκείνες τις επιχειρηματικές οντότητες οι οποίες δεν μπορούν να θεωρηθούν νομικά πρόσωπα, για παράδειγμα μια μονοπρόσωπη εταιρεία.
9 Δείτε Göler von Ravensburg.
10 Οι συνεταιρισμοί είναι μια μορφή επιχείρησης, μέσω της οποίας στην Αιθιοπία, για παράδειγμα, οι φυλακισμένοι μαθαίνουν πως να επανενταχθούν στην κοινωνία.
11 Δείτε σε αυτό το πλαίσιο τη Σύσταση 193 της ΔΟΕ, Παράγραφος 8. (1) (β).
12 Δείτε ILO, Meeting of Experts on Cooperatives; idem, Labour Law and Cooperatives.
13 Για περισσότερες λεπτομέρειες, δείτε Münkner, “Cooperative Law as an Instrument of State Sponsorship of Cooperative Societies.
14 Δείτε Münkner, “Cooperative Law as an Instrument of State Sponsorship of Cooperative Societies”.
15 Δείτε Μέρος 3, Τμήμα 3.1, Καταχώρηση.

16 Για τα διάφορα χρηματοδοτικά μέσα, δείτε Boletín de la Asociación Internacional de Derecho Cooperativo, 1996, 2001, 2003 και The World of Cooperative Enterprise, 1996.
17 Δείτε Μέρος 1, Τμήμα 2, Η εξέλιξη του συνεταιριστικού δικαίου: από τη διάκριση των τύπων των επιχειρήσεων στην ομοιομορφοποίησή τους.


18 Δείτε ανωτέρω Μέρος 1, Τμήμα 3, Η βιωσιμότητα των συνεταιρισμών στην παγκόσμια οικονομία και ζητήματα νομικής πολιτικής
19 Ο όρος "κοντά στο κόστος" χρησιμοποιείται εδώ με διαφορετικό τρόπο από ότι γενικά στην οικονομική θεωρία. Όπως αναφέρθηκε, αποκλείει μόνο το περιθώριο κέρδους από τον υπολογισμό του κόστους, αλλά περιλαμβάνει τις δαπάνες για επενδύσεις, κλπ.
20 Δείτε Μέρος 3, παράγραφος 9, Απλοποιημένες συνεταιριστικές δομές.
21 Δείτε. Μέρος 3, Τμήμα 10, Οριζόντια και κάθετη ολοκλήρωση.

22 Η Γαλλική Groupement dIntérêt Economique (GIE) χρονολογείται από το 1967, από τις σχετικές νομοθεσίες του 1984 και 1985. Το 1992 ο Νόμος περί Συνεταιρισμών του Καμερούν εισήγαγε τις «κοινές ομάδες πρωτοβουλίας». Δείτε επίσης, το 1982 τον Συνεταιριστικό Νόμο της Νότιας Αφρικής, το 1997 τον Ιταλικό Συνεταιριστικό Νόμο («μικροί συνεταιρισμοί»), το 1999 τον Συνεταιριστικό Νόμο της Μπουρκίνα Φάσο ("groupements"), το 1999 τον Συνεταιριστικό Νόμο της Μαδαγασκάρης ("groupements à vocation économique") και το 2000 τον Συνεταιριστικό Νόμο του Μάλι. Ένας αριθμός γενικών συνεταιριστικών νόμων (Αυστρία, Βέλγιο, Φινλανδία, Γαλλία, Γερμανία) απαλλάσσουν του "μικρούς" συνεταιρισμούς από ορισμένες απαιτήσεις ή υπό ορισμένες συνθήκες.
23 Για το τελευταίο, δείτε Münkner, The Legal Status of Pre-cooperatives.
24 Gesellschaft mit beschränkter Haftung (εταιρία περιορισμένης ευθύνης).

25 Δείτε Μέρος 2, Μέρος 4.4.3, Επιλογή του κατάλληλου νομικού εργαλείου.




Συνέχεια του κειμένου στο Μέρος Δ'.